Henry Fuseli, The Nightmare, 1781

Η ψυχοθεραπεία Γκεστάλτ, μια από τις σημαντικότερες θεραπευτικές μεθόδους που αναπτύχθηκε στα μέσα του εικοστού αιώνα, αποτελεί έργο ζωής των γερμανών θεραπευτών Φριτς Περλς (Fritz Perls) και Λόρα Πόσνερ-Περλς (Lore Posner) με σπουδές στην ιατρική, την φροϋδική ψυχανάλυση, την ψυχολογία Γκεστάλτ, και την υπαρξιστική φιλοσοφία. Η περιπετειώδης ζωή του ζεύγους Περλς τους οδήγησε να διαφύγουν από την ναζιστική Γερμανία στο Γιοχάνεσμπουργκ (όπου εγκαταστάθηκαν και δούλεψαν για σειρά ετών) για να καταλήξουν στις ΗΠΑ, όπου στις αρχές της δεκαετίας του ‘50 ίδρυσαν το New York Institute for Gestalt Therapy.

Ο γερμανικός όρος Γκεστάλτ (που σημαίνει ολότητα) υιοθετήθηκε από τους Περλς όταν αυτοί θεώρησαν χρήσιμο να εισαγάγουν στην ψυχοθεραπεία στοιχεία της ψυχολογίας Γκεστάλτ: την αρχή της μορφής και του φόντου (figure and ground), της μισοτελειωμένης υπόθεσης (unfinished situation), του κύκλου εμπειρίας (cycle of experience) κ.α. Το Γκεστάλτ διαφοροποιήθηκε από την ψυχανάλυση της σχολής του Σίγκμουντ Φρόυντ όταν η Λόρα Περλς σκέφτηκε πως δεν ήθελε πια να αποφεύγει να κοιτά καταπρόσωπο τον θεραπευόμενο όπως έκανε ο Φρόυντ, αλλά να τοποθετηθεί καθισμένη απέναντί του, δίνοντας έμφαση και προσοχή στην στάση του σώματος: 

“‘…στα τέλη της δεκαετίας του 1930, άρχισα να δίνω προσοχή όχι μόνο στο τι έλεγαν οι άνθρωποι και στην ερμηνεία, αλλά στην αναπνοή και τον συγχρονισμό τους. Άρχισα να δουλεύω με το σώμα και να κάθομαι απέναντι από τους ασθενείς μου. Εκείνον το καιρό ο Φριτς ήταν ακόμα εθισμένος με τον καναπέ και δεν τον ξεφορτώθηκε ποτέ. Αλλά εγώ δεν τον ξαναχρησιμοποίησα. Αν ήθελα κάποιος να ξαπλώσει κάτω τον έβαζα να ξαπλώσει γιατί έτσι είχε καλύτερη υποστήριξη και μπορούσαμε να κάνουμε διάφορα πειράματα με τον συντονισμό και την ευθυγράμμιση.” [1]

Χάρη στην αγάπη του Φριτς για το θέατρο και την εκπαίδευση της Λόρα στην μουσική και τον χορό, το Γκεστάλτ προικίστηκε με τεχνικές που έχουν στενή σχέση με την σωματική κίνηση και την θεατρική έκφραση. Δεν μιλάμε εδώ για την δραματοθεραπεία, καθώς το Γκεστάλτ δεν χρησιμοποιεί θεατρικά κείμενα βοηθώντας το άτομο να επεξεργαστεί τις τραυματικές του εμπειρίες μέσα από την αναπαράσταση καταστάσεων που θα το φέρουν έμμεσα αντιμέτωπο με ό,τι έχει βιώσει. Στην δραματοποθεραπεία πρέπει να αναπαραστήσεις, αλλά δεν χρειάζεται να μιλήσεις για όσα σε απασχολούν στο Γκεστάλτ όμως πρέπει να το κάνεις. Όπως σε όλες τις μορφές της προσωποκεντρικής συμβουλευτικής (person-centred counselling), ο θεραπευόμενος μιλάει για ό,τι τον απασχολεί, οδηγώντας ο ίδιος τον θεραπευτή και ακολουθώντας την δική του ατζέντα. Η ιδιαιτερότητα του Γκεστάλτ έγκειται, τουλάχιστον εν μέρει, στην ιδιοφυή σύλληψη της χρήσης από τον Φριτς Περλς της τεχνικής που ονομάζεται two-chair ή empty chair technique (η τεχνική της άδειας καρέκλας). 

Ο θεραπευτής περιγράφει στον θεραπευόμενο το πείραμα. Τοποθετεί δίπλα του μια άδεια καρέκλα, όπου θα φανταστεί πως κάθεται είτε ένα σημαντικό για τον ίδιο πρόσωπο στο οποίο θέλει να μιλήσει, είτε ένα κομμάτι ή μια εκδοχή του εαυτού του με την οποία θα επικοινωνήσει. Αν ο θεραπευόμενος νιώθει άνετα με αυτό και συμφωνεί, ξεκινάει το πείραμα. Φαντάζεται πως μιλάει στο πρόσωπο της επιλογής του, απευθυνόμενος στην άδεια καρέκλα. Εκφράζει συναισθήματα και σκέψεις, όλα όσα δεν είχε εκφράσει με τον τρόπο αυτό στο παρελθόν. Στη συνέχεια κάθεται στην διπλανή καρέκλα, μπαίνει δηλαδή στην θέση του άλλου προσώπου, και απαντάει για λογαριασμό του. Με αυτόν τον τρόπο το άτομο κάνει μια κατά το δυνατόν αναπαράσταση του διαλόγου που θα είχε με το πρόσωπο που επιθυμεί, ξεδιαλύνοντας γεγονότα και καταστάσεις που πιθανώς να είχαν συσσωρευτεί. Μπορεί έτσι είτε να αντιμετωπίσει τις καταστάσεις αυτές στην πράξη, είτε σταδιακά να απαλλαγεί από το ψυχικό του τραύμα μέσα από την ενδυνάμωση του εαυτού και την αποδοχή.

Κάτι παρόμοιο μπορεί να γίνει και με τον τρόπο με τον οποίο το Γκεστάλτ ερμηνεύει και χρησιμοποιεί τα όνειρα. Δεν επικεντρώνεται στα μηνύματα που μπορεί τα όνειρα να δώσουν στο άτομο μέσω των αρχετύπων (όπως υποστήριξε ο Καρλ Γιούνγκ), ούτε προσπαθεί να τα ερμηνεύσει ως τρόπους με τους οποίους το υποσυνείδητο απωθεί τις μη αποδεκτές επιθυμίες, μετατρέποντάς τες σε ακατάληπτες εικόνες (κατά τον Φρόυντ). Το Γκεστάλτ χρησιμοποιεί δημιουργικά το υλικό των ονείρων, παίζοντας με τα πρόσωπα και τα πράγματα που εμφανίζονται (ή δεν εμφανίζονται) κατά τη διάρκεια του ονείρου. 

Ένα παράδειγμα μπορεί να δει κανείς στο βιντεοσκοπημένο πείραμα του Φριτς Περλς με μια εθελόντρια αναλυόμενη, την Μάντελεν. Η Μάντελεν κάθεται στην πολυθρόνα (hot seat) και περιγράφει το όνειρό της. Μέσα στο όνειρο βρίσκεται στην άκρη μια μεγάλης λίμνης, στο κέντρο της οποίας παρατηρεί ένα άγαλμα που ρίχνει νερό από ένα δοχείο. Η ίδια θέλει να πιει το νερό από το δοχείο αλλά δεν μπορεί, και το όνειρο διακόπτεται. Το ίδιο όνειρο επαναλαμβανόταν κατά καιρούς από την παιδική της ηλικία. Αφού περιγράψει το όνειρο, ο Περλς της ζητάει να φανταστεί πως μπαίνει στην θέση όσων έχει περιγράψει, να φανταστεί δηλαδή διαδοχικά πως η ίδια είναι η λίμνη, το άγαλμα, και το νερό, και να ξαναπεριγράψει το όνειρο από την πλευρά του καθενός από αυτά. Έτσι η αναλυόμενη ουσιαστικά αλλάζει ρόλους μέσα στο ίδιο όνειρο, εξερευνώντας τον λόγο για τον οποίο τα συγκεκριμένα συμβολικά αντικείμενα (λίμνη, άγαλμα, νερό) βρίσκονται στην θέση ή την κατάσταση αυτή, καθώς και την ιδιαίτερη εσωτερική και προσωπική της σύνδεση με αυτά. Το αποτέλεσμα αυτής της διερεύνησης είναι πολύ σημαντικό για την Μάντελεν, καθώς καταλαβαίνει για πρώτη φορά για ποιον λόγο δεν μπορούσε να πιει το νερό από το δοχείο: δεν ένιωθε ποτέ πως της αξίζει να πιει, δεν είχε ανακαλύψει δηλαδή στην αξία του ίδιου της του εαυτού.


[1] Από συνέντευξη της Λόρα Περλς: An Oral History Of Gestalt Therapy – An Interview with Laura Perls.

Πηγές: 

Clarkson, P. Gestalt counselling in action. Sage Publications, 1999.

Joyce, P & Sills C. Skills in Gestalt Counselling & Psychotherapy, Sage, 2014.