
«Μεγάλωσα μέσα σε μια ατμόσφαιρα με έντονο το άρωμα του μιλιταρισμού και ακολούθως πέρασα πέντε βαρετά χρόνια υπό τους ήχους πολεμικών σαλπισμάτων. Μέχρι και σήμερα, νιώθω ένα αχνό αίσθημα ιεροσυλίας αν δεν σταθώ προσοχή όταν ακούγεται το “Ο Θεός σώζει τον βασιλιά”. Παιδαριώδες, φυσικά, προτιμώ όμως αυτή την ανατροφή που είχα από το να έχω γίνει σαν κάποιους αριστερούς διανοούμενους που είναι τόσο “διαφωτισμένοι” ώστε τους είναι αδύνατο να κατανοήσουν τα πιο κοινά αισθήματα. Αυτοί ακριβώς που δεν νιώθουν τίποτα μπροστά στη θέα της σημαίας είναι αυτοί που θα εγκαταλείψουν την επανάσταση όταν έρθει εκείνη η ώρα».
George Orwell
«Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων: εκείνοι που ζουν με βάση τη μεταφυσική κι εκείνοι που ζουν με βάση την πολιτική. Αυτοί οι δεύτεροι δεν απεχθάνονται το κακό. Ζουν σε αυτό τον κόσμο και είναι ευχαριστημένοι μαζί του. Αυτοί που ζουν με βάση τη μεταφυσική γνωρίζουν ότι το κακό μας έχει τεθεί ως αίνιγμα»
Eugen Ionescu
Ο Φιλελευθερισμός και ο Ρεαλισμός έχουν ίσως υπάρξει δύο από τις πιο επιδραστικές τάσεις στο πεδίο των Διεθνών Σχέσεων. Όσο όμως έχουν επηρεάσει, άλλο τόσο έχουν διχάσει στον χώρο της διανόησης. Αναμενόμενα, η σύγκρουση μεταξύ τους έχει γίνει με έντονους όρους. Ο Hans J. Morgenthau (1904-1980), ένας εκ των σημαντικότερων θεωρητικών του Ρεαλισμού (ειδικότερα, του Κλασικού Ρεαλισμού), με το έργο του επιτέθηκε κάποτε στην ίδια τη φιλελεύθερη «ανθρωπολογία». Η ισχύς είναι η κεντρική έννοια γύρω από την οποία επκεντρώνονται οι αναλύσεις του. Όσα συνέβησαν τα χρόνια των δύο μεγάλων πολέμων, υποστηρίζει ο Morgenthau, δεν είναι αποτελέσματα τυχαίων συγκυριών και περιστάσεων. Είναι ενδείξεις μιας γενικότερης σήψης στην πολιτική σκέψη της Δύσης. Καίτοι ζούμε στα μέσα του εικοστού αιώνα, έγραφε τότε, επιμένουμε συλλογιζόμαστε ακόμη με τα διανοητικά εργαλεία του 18ου, νομίζοντας πως τα τελευταία αντιπροσωπεύουν διαχρονικές και αιώνιες αλήθειες. Η ανθρώπινη φύση, πιστεύει ο Morgenthau, έχει μια βιολογική, μια λογική και μια πνευματική διάσταση, όμως η φιλελεύθερη πολιτική φιλοσοφία του ορθολογισμού εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στη λογική, θολώνοντας την οπτική μας για το πολιτικό γίγνεσθαι. Η επικράτηση του ναζισμού θα έπρεπε να μας είχε πείσει ότι δεν ζούμε στην ορθολογική εποχή που νομίσαμε άλλοτε. Τα δύο κύρια προβληματικά στοιχεία, που έχει κατά νου ο Morgenthau, είναι ο ορθολογισμός και ο επιστημονισμός. Τον 17ο και τον 18ο αιώνα, εξηγεί, προηγηθείσης της ισχυρής επιστημονικής ανάπτυξης, αναδύθηκε η φιλοσοφία του Διαφωτισμού και απ’ τους φιλελεύθερους εκπροσώπους της ετέθη στο προσκήνιο ο ορθός λόγος. Οι Διαφωτιστές λίγο-πολύ προέκριναν τον σχηματισμό θεσμών και κανόνων με βάση μια ορθολογική και φιλελεύθερη πολιτική φιλοσοφία. Στον 19ο αιώνα, η έμπρακτη επιτυχία του φιλελευθερισμού στη Δυτική Ευρώπη και στις ΗΠΑ, προκάλεσε μια μεγάλη αυταπάτη: την αυταπάτη ότι αυτό που νίκησε σε μια ορισμένη ιστορική περίοδο, έχει τον χαρακτήρα της αμετάβλητης αλήθειας και πρέπει να εφαρμόζεται παντού και πάντα.
Συγκεκριμένα, ο 19ος αιώνας έγινε μάρτυρας της σταδιακής επικράτησης του Κράτους Δικαίου έναντι της παλιά φεουδαρχικής τάξης, γεγονός που ισχυροποίησε την πίστη στις δυνατότητες του Λόγου: ο φιλελευθερισμός άρχισε να βλέπει εαυτόν σαν το απόλυτο Καλό (γνώση), το οποίο μάχεται εναντίον του Κακού (αμάθεια-άγνοια), σε μια πρωτοφανή κοσμική σύγκρουση. Ο φιλελευθερισμός έγινε τρόπον τινά υπεροπτικός και αναγνώριζε στον εαυτό του ένα ιδιότυπο ηθικό πλεονέκτημα, ανάγοντας το πολιτικό στο επιστημονικό, και ταυτίζοντας το ηθικά σωστό μαζί τους. Η επιτυχία του φιλελευθερισμού στις εσωτερικές υποθέσεις παρέσυρε τους θιασώτες του να επεκτείνουν τις φιλελεύθερες αρχές, αυθαίρετα φυσικά, και στην εξωτερική πολιτική. Η πολιτική, ως το σύνολο των σχέσεων δύναμης, είχε μέχρι τότε ταυτισθεί, απ’ τους φιλελεύθερους, με την πολιτική της κληρονομικής αριστοκρατίας στην Ευρώπη της εποχής τους. Η αριστοκρατική πολιτική εσφαλμένα ταυτίσθηκε με την πολιτική γενικά. Ως αποτέλεσμα, η φιλελεύθερη εξωτερική πολιτική σκόπιμα περιορίσθηκε στην απλή διαχείριση τεχνικών ζητημάτων, τα οποία (υποτίθεται ότι) επιδέχονται μονάχα έναν επιστημονικό χειρισμό, και στην αρχή της μη επέμβασης, η οποία ήταν το «εξωτερικό» ισοδύναμο της αρχής του ελάχιστου κράτους (στα εσωτερικά). Παρομοίως, οι φιλελεύθεροι σε γενικές γραμμές καταδίκασαν τον πόλεμο σαν ένα παράλογο και παρωχημένο αριστοκρατικό «χόμπι», που δεν είχε πια θέση στον μοντέρνο κόσμο. Ωστόσο, επειδή δεν είχαν ακόμη διαδοθεί οι φιλελεύθερες αξίες διεθνώς, έπρεπε να γίνει προς το παρόν μια παραχώρηση. Ενώ οι φιλελεύθεροι απέρριπταν τους πολέμους γενικά, δημιούργησαν τους δικούς τους πολέμους, που είχαν έναν χαρακτήρα «εσχατολογικό» και «ιεραποστολικό». Ήταν πόλεμοι που υποβοηθούσαν προσπάθειες εθνικής ενοποίησης, καθώς και αγώνες διάλυσης των εναπομεινάντων δεσποτικών καθεστώτων, με απώτερο σκοπό την καθιέρωση φιλελεύθερων θεσμών διεθνώς. Οι πόλεμοι αυτοί υποτίθεται ότι ήταν αναγκαίο κακό, που θα έβαζε μια τελεία σε κάθε πόλεμο. Υπ’ αυτό το πρίσμα, ο Αμερικανός πρόεδρος Wilson ήταν ίσως η τυπική μορφή «φιλελεύθερης αφέλειας» στην εξωτερική πολιτική. Μετά το Συνέδριο της Βιέννης και το Συνέδριο του Βερολίνου υπήρξε μια κοινή ευρωπαϊκή συμφωνία, ωστόσο στις διεθνείς σχέσεις δεν υφίσταται καθολικές ορθολογικές αξίες και συμφέροντα. Η μεσοπολεμική τραγωδία ήταν, δυστυχώς, το επακόλουθο εσφαλμένων πολιτικών αρχών. Η ιδέα του «πολέμου που τελειώνει όλους τους πολέμους», πέρασε κατόπιν και στον μαρξιστικό σοσιαλισμό, με υποδειγματική περίπτωση τους «επαναστατικούς» πολέμους ταξικού χαρακτήρα, που υποστήριζε η Σοβιετική Ρωσία. Αυτός ο (υπό όρους) πασιφισμός του εξηγεί και τη διαδοχική αλλαγή στάσης της Κομουνιστικής Διεθνούς για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο πόλεμος απορριπτόταν απ’ αυτή όταν εθεωρείτο καπιταλιστικός («ιμπεριαλιστικός»), έγινε όμως αποδεκτός όταν προβλήθηκε σαν σύγκρουση του σοσιαλισμού με τον καπιταλισμό. Για τον φιλελευθερισμό, οι διεθνείς σχέσεις έγκεινται στην ορθολογική αναζήτηση του κοινού συμφέροντος και ο πόθος της εξουσίας είναι μια «πρωτόγονη» κλίση που μέλλει να εκλείψει με την εξάπλωση του εμπορίου (ορθολογικό συμφέρον). Η ισχύς, ως καθοριστικός παράγοντας της πολιτικής, παραγνωρίστηκε και παραγνωρίζεται ακόμη απ’ τους φιλελεύθερους θεωρητικούς. Ο επιστημονισμός απέτυχε να παρέχει καλή πολιτική καθοδήγηση. Επανεξετάζοντας την πολιτική μας παράδοση, λέει ο Morgenthau, καταλήγουμε μάλλον αναπόφευκτα στο ακόλουθο συμπέρασμα. Η πολιτική δεν είναι επιστήμη. Είναι περισσότερο μια «τέχνη», με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου. Δεν είναι ο «μηχανικός» αυτός που είναι αναγκαίος για τη σωστή εφαρμογή της, αλλά ο σοφός και εμπνευσμένος πολιτικός ηγέτης. Στην πραγματικότητα, ο πολιτικός ηγέτης αντιμετωπίζει σε «μεγέθυνση» το πρόβλημα κάθε ανθρώπου, που δεν είναι άλλο από την αναζήτηση τρόπων γεφύρωσης των επιθυμιών μας με την πραγματικότητα.

Ο άνθρωπος, εξισορροπώντας επισφαλώς ανάμεσα στη ζωώδη και την ηθική φύση του, διαθέτει ελευθερία και γι’ αυτό είναι επιρρεπής σε σφάλματα, τα οποία δυστυχώς εμποδίζουν την κάλυψη του χάσματος ανάμεσα στις επιθυμίες και τα γεγονότα. Η αδυναμία να λυθεί τούτο το πρόβλημα με μόνιμο τρόπο και για πάντα, είναι η μεγάλη τραγωδία της ανθρώπινης μοίρας. Στο σημείο αυτό, ο Morgenthau ακούγεται σαν τον Max Weber (και πριν απ’ αυτόν, τον Machiavelli):
«Ο τελειοκράτης, αποφεύγοντας την πολιτική δράση γιατί τάχα είναι άδικη, άλλο δεν κάνει παρά να ανταλλάσσει τυφλά μιαν αδικία με μιαν άλλη, που ίσως να είναι χειρότερη από την προηγούμενη. Αποφεύγει τη διάπραξη του μικρότερου κακού γιατί δεν θέλει να διαπράξει κανένα κακό. Ωστόσο, η προσωπική του αποχή από το κακό, που στην ουσία είναι μια καμουφλαρισμένη μορφή εγωισμού με αγαθή συνείδηση, ουδόλως επηρεάζει την ύπαρξη του κακού στον κόσμο, απλώς καταστρέφει τη δυνατότητα διάκρισης μεταξύ διαφορετικών μορφών κακού. Με αυτό τον τρόπο ο τελειοκράτης τελικά γίνεται πηγή μεγαλύτερου κακού».
Ο Morgenthau καλεί λοιπόν σε συγκρότηση μιας νέας φιλοσοφίας των κοινωνικών επιστημών, μιας φιλοσοφίας που να διακρίνει ξεκάθαρα τα φυσικοεπιστημονικά από τα κοινωνικά προβλήματα. Σε αντίθεση με τα προβλήματα των φυσικών επιστημών, τα οποία μπορούν είτε να επιλυθούν πλήρως είτε καθόλου, τα προβλήματα της κοινωνίας είμαστε αναγκασμένοι να τα λύνουμε ξανά και ξανά, κάθε φορά απ’ την αρχή. Σύμφωνα πάντα με τον Morgenthau, ο φιλελεύθερος ορθολογισμός παρεξηγεί την ανθρώπινη φύση, τη φύση του κόσμου και, επιπλέον, τη φύση του ίδιου του ορθού λόγου. Ο άνθρωπος στον κλασικό φιλελευθερισμό είναι ηθικά καλός και οτιδήποτε έχει να κάνει με πολιτική εξουσία υποτιμάται, σαν ηθικά υποδεέστερό του. Γι’ αυτό, οι φιλελεύθεροι επιχείρησαν να υποτάξουν την πολιτική στην ηθική και την ηθική στην επιστήμη, μη αναγνωρίζοντας ιδιαίτερα την ανορθολογική δίψα για εξουσία, ως στοιχειώδες ανθρώπινο κίνητρο. Η αλήθεια δεν θα μπορούσε να βρίσκεται μακρύτερα:
«Όπου βασιλεύει ο ορθός λόγος το οφείλει στις άλογες δυνάμεις που πιέζουν για τη διεύρυνση της κυριαρχίας του προς αυτή την κατεύθυνση. Το να επιζητούμε τη διεύρυνση της κυριαρχίας του ορθού λόγου πάνω στο σύνολο των ανθρώπινων ενασχολήσεων και να περιμένουμε από αυτόν να εκπληρώσει αυτό το στόχο μόνο και μόνο χάρη στη δική του εσωτερική δυναμική είναι η πιο μάταιη, κι ωστόσο η πιo εμφανής, κοινωνική πρακτική της εποχής μας».
Οι πολιτικά σκεπτόμενοι συγγραφείς που έζησαν και έδρασαν πριν την καθιέρωση του φιλελευθερισμού, από τον Άγιο Αυγουστίνο και τον Ακινάτη ως τον Duns Scotus και τον Λούθηρο, έβλεπαν τον κόσμο δυϊστικά: στη μια πλευρά φαντάζονταν τον Θεό (που εκπροσωπούσε το καλό) και στην άλλη τον Σατανά (που εκπροσωπούσε το κακό). Ο φιλελευθερισμός των Διαφωτιστών αποστασιοποιήθηκε απ’ αυτή τη διάκριση και έθεσε σιγά σιγά μια μονιστική αντιμετώπιση του ανθρώπου. Στη φιλοσοφία αυτή, έλειπε κάτι κομβικό: το κακό, το οποίο μόλις και μετά βίας επισημαινόταν και αποδιδόταν λίγο-πολύ στην άγνοια και την έλλειψη δεδομένων. Αυτός ο ηθικός μονισμός, όσον αφορά τον άνθρωπο, ήταν μια παρέκκλιση απ’ το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής παράδοσης της Δύσης. Ο Morgenthau καυτηριάζει τη σύγχυση αρχών της εσωτερικής πολιτικής (δηλαδή εντός του φιλελεύθερου κράτους) με τις αρχές της εξωτερικής (δηλαδή τις σχέσεις του με άλλα κράτη). Να σημειωθεί, όμως, πως ο στοχαστής δεν είναι αρνητής της φιλελεύθερης παράδοσης συλλήβδην. Μέριμνά του είναι όχι το να καταδικάσει τον φιλελευθερισμό, αλλά μάλλον το να διευρύνει και να καταστήσει πιο ευέλικτη την πολιτική μας σκέψη. Η κοινωνική δράση, τονίζει ο Morgenthau, διακρίνεται από εγγενή αβεβαιότητα. Ο επιστημονισμός, με την επικέντρωσή του στα εμπειρικά και αντικειμενικά «δεδομένα», ήταν μια προσπάθεια να εξαφανισθεί η αβεβαιότητα αυτή, ή πιο σωστά, να συγκαλυφθεί και να μην γίνεται ορατή. Ο επιστημονισμός δεν είναι παρά ένα τέχνασμα για τη συγκάλυψη της άγνοιας και τον εξορκισμό του φόβου που αυτή η άγνοια μας γεννάει. Μάλιστα, ο εικοστός αιώνας, με τις πρωτοποριακές του ανακαλύψεις στη φυσική, υποδεικνύει πως ένας αυστηρά «επιστημονικός» ορθολογισμός δεν είναι απόλυτα εφικτός ούτε καν στις επιστήμες της φύσης. Παραδόξως, οι φιλόσοφοι των επιστημών κατανοούν πολλές φορές καλύτερα τη φύση της επιστημονικής διαδικασίας απ’ ότι οι ίδιοι οι επιστήμονες, στον βαθμό που οι τελευταίοι παραμένουν σε παρωχημένα επιστημολογικά μοντέλα. Δεν είναι λοιπόν αφέλεια να επεκτείνουμε στις κοινωνικές μας επιστήμες τις μεθόδους που μας έχουν φανερώσει τα όρια και τις αδυναμίες τους ακόμη και στις φυσικές; Η ζωή είναι γεμάτη με δυσεπίλυτες συγκρούσεις και, ως εκ τούτου, βρίθει ηθικών διλημμάτων. Η τραγικότητα του ανθρώπου είναι ότι η ζωή του χαρακτηρίζεται από εμπόδια που τον υπερβαίνουν και που αδυνατεί να τα υπερβεί εντελώς με τις δικές του δυνάμεις. Οι άστοχες ιδέες οδηγούν σε λανθασμένα πολιτικά συμπεράσματα. Συνέπεια; Οι εσφαλμένοι πολιτικοί χειρισμοί. Αν όμως η ηθική εστιάζει στις αξίες που αξίζει ν’ ακολουθούμε, τονίζει η πολιτική προσανατολίζεται στα αποτελέσματα που μπορούμε να πετύχουμε. Αν θέλουμε να μην επαναληφθεί ο φαύλος κύκλος άγνοιας και πολιτικών αποτυχιών, δεν πρέπει να ξεχάσουμε ποτέ την ιστορία.
