Πέμπτη, 1 Ιουλίου 1947

Αυτά, όσον αφορά την ιστορία. Τι σημαίνει αυτό από την άποψη της πολιτικής συμπεριφοράς της σοβιετικής εξουσίας, όπως την ξέρουμε σήμερα;
Από την πρωτότυπη ιδεολογία, τίποτε δεν απορρίπτεται επισήμως. Διατηρείται η πίστη στη βασική μοχθηρότητα του καπιταλισμού, στο αναπόφευκτο της καταστροφής του, στο καθήκον του προλεταριάτου να βοηθήσει σ’ αυτή την καταστροφή και να πάρει την εξουσία στα χέρια του. Αλλά το βάρος δίνεται κυρίως στις ιδέες οι οποίες σχετίζονται ειδικότερα με το ίδιο το σοβιετικό καθεστώς: στη θέση του ως του μόνου αληθινά ‘σοσιαλιστικού’ καθεστώτος σ’ έναν σκοτεινό και παραπλανημένο κόσμο, καθώς και στις σχέσεις με την εξουσία στο εσωτερικό του.
Η πρώτη από αυτές τις ιδέες είναι αυτή του έμφυτου ανταγωνισμού μεταξύ καπιταλισμού και Σοσιαλισμού. Έχουμε δει πόσο βαθειά έχει ενσωματωθεί στα θεμέλια της Σοβιετικής εξουσίας αυτή η ιδέα. Έχει βαθιές επιπτώσεις στη συμπεριφορά της Ρωσίας ως μέλους της διεθνούς κοινότητας. Σημαίνει ότι ποτέ δεν μπορεί να υπάρξει από την πλευρά της Μόσχας καμία κοινότητα σκοπών μεταξύ της ΕΣΣΔ και των δυνάμεων που θεωρούνται καπιταλιστικές. Πρέπει να θεωρείται ότι η Μόσχα κατά κανόνα πιστεύει ότι οι σκοποί του καπιταλιστικού κόσμου είναι ανταγωνιστικοί έναντι του Σοβιετικού καθεστώτος και επομένως έναντι των συμφερόντων των ανθρώπων που αυτό ελέγχει. Εάν η σοβιετική κυβέρνηση βάζει κάποτε την υπογραφή της σε έγγραφα που δείχνουν το αντίθετο, αυτό πρέπει να θεωρείται τακτικός ελιγμός που επιτρέπεται κατά τις διαπραγματεύσεις με τον εχθρό (ο οποίος δεν έχει αξιοπρέπεια) και θα πρέπει να θεωρείται κίνηση ‘παραπλάνησης του αγοραστή’. Βασικά ο ανταγωνισμός παραμένει. Αποτελεί αξίωμα. Και από αυτή τη θέση πηγάζουν πολλά φαινόμενα τα οποία εμείς θεωρούμε ανησυχητικά κατά τη διεξαγωγή της εξωτερικής πολιτικής από το Κρεμλίνο: η μυστικότητα, η έλλειψη ευθύτητας, η διπλοπροσωπία, καχυποψία και η κακοπιστία. Αυτά τα φαινόμενα είναι εδώ και θα παραμείνουν στο προβλεπτό μέλλον. Μπορεί να υπάρξουν διακυμάνσεις βαθμού και έμφασης. Όταν οι Ρώσοι θέλουν κάτι από εμάς, το ένα ή το άλλο από αυτά τα στοιχεία της πολιτικής τους μπορεί να τεθεί προσωρινά στο περιθώριο. Και όταν γίνει αυτό πάντοτε θα υπάρχουν Αμερικανοί που θα σπεύσουν να ανακοινώσουν χαρωπά ότι ‘οι Ρώσοι άλλαξαν’, και κάποιοι άλλοι που θα ζητήσουν τα εύσημα επειδή κατάφεραν μια τέτοια αλλαγή. Όμως, δεν πρέπει να παραπλανηθούμε από τακτικούς ελιγμούς. Αυτά τα χαρακτηριστικά της Σοβιετικής πολιτικής, όπως και το αξίωμα από το οποίο προέρχονται, είναι βασικά στοιχεία της εσωτερικής φύσης της Σοβιετικής εξουσίας, και θα τα συναντούμε, είτε στο προσκήνιο είτε στο παρασκήνιο, μέχρι που να αλλάξει η εσωτερική φύση της Σοβιετικής εξουσίας.
Αυτό σημαίνει ότι θα συνεχίσουμε για πολλά χρόνια να έχουμε δυσκολίες να συνεργαστούμε με τους Ρώσους. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να θεωρούμε πως έχουν υιοθετήσει ένα πρόγραμμα ζωής ή θανάτου με στόχο την ανατροπή της κοινωνίας μας εντός καθορισμένου χρόνου. Η θεωρία του αναπόφευκτου της τελικής πτώσης του καπιταλισμού περιέχει την ανακουφιστική υποδήλωση ότι δεν υπάρχει καμία βιασύνη για την επίσπευση της πτώσης αυτής. Οι δυνάμεις της προόδου έχουν πολύ χρόνο για να προετοιμάσουν τη χαριστική βολή. Εν τω μεταξύ, αυτό που είναι ζωτικό είναι η ‘σοσιαλιστική πατρίδα’ – αυτή η όαση εξουσίας που ήδη έχει κερδηθεί για τον σοσιαλισμό από την ΕΕΣΔ – να προστατευτεί και να υπερασπιστεί από όλους τους πιστούς κομουνιστές εντός και εκτός, να προωθηθούν οι επιδιώξεις της και οι εχθροί της να οδηγηθούν σε σύγχυση. Η προώθηση πρόωρων ‘τυχοδιωκτικών’ επαναστατικών σχεδιασμών στο εξωτερικό οι οποίοι θα μπορούσαν να φέρουν σε δύσκολη θέση τη Σοβιετική εξουσία με οποιονδήποτε τρόπο, θα είναι αδικαιολόγητη, θα θεωρηθεί ακόμα και ως αντεπαναστατική ενέργεια [π.χ. ο Ελληνικός Εμφύλιος]. Ο σκοπός του σοσιαλισμού είναι η υποστήριξη και η προώθηση της σοβιετικής ισχύος, όπως αυτή ορίζεται από τη Μόσχα.
Αυτό μας φέρνει στην δεύτερη ιδέα που είναι σπουδαία για την εμφάνιση και την προοπτική της σύγχρονης ΕΕΣΔ. Αυτή η ιδέα είναι το ‘αλάθητο’ του Κρεμλίνου. Η σοβιετική ιδέα για την εξουσία, η οποία δεν επιτρέπει εστίες οργάνωσης εκτός του Κομουνιστικού κόμματος, απαιτεί η ηγεσία του κόμματος να παραμένει ο μόνος φορέας της αλήθειας. Γιατί αν η αλήθεια ήταν δυνατό να βρεθεί και αλλού, θα δικαιολογούνταν η διατύπωσή της με οργανωμένες θεσμικές διαδικασίες. Αλλά αυτό ακριβώς είναι που το Κρεμλίνο δεν μπορεί και δεν πρόκειται να επιτρέψει. Επομένως, η ηγεσία του κόμματος έχει πάντοτε δίκιο και είχε πάντοτε δίκιο από το 1929, όταν ο Στάλιν εγκαθίδρυσε την προσωπική του εξουσία ανακοινώνοντας ότι οι αποφάσεις του Πολιτικού Γραφείου θα λαμβάνονταν ομόφωνα.
Στην αρχή του αλάθητου στηρίζεται η σιδηρά πειθαρχία του Κομουνιστικού κόμματος. Στην πραγματικότητα οι δύο ιδέες αλληλοϋποστηρίζονται. Η τέλεια πειθαρχία απαιτεί την αναγνώριση του αλάθητου. Το αλάθητο απαιτεί την τήρηση της πειθαρχίας. Και οι δυο μαζί προχωρούν μέχρι τον καθορισμό της συμπεριφοράς ολόκληρου του Σοβιετικού μηχανισμού εξουσίας. Όμως η επίδρασή τους δεν μπορεί να γίνει κατανοητή μέχρι που να ληφθεί υπ’ όψιν κι ένας τρίτος παράγοντας: συγκεκριμένα, το γεγονός πως η ηγεσία έχει την ευχέρεια να προωθήσει, για σκοπούς τακτικής, οποιανδήποτε θέση θεωρεί χρήσιμη για τους σκοπούς της, σε οποιανδήποτε στιγμή, και να απαιτήσει την πιστή και χωρίς αμφισβήτηση αποδοχή της από το λαό συνολικά. Αυτό σημαίνει ότι η αλήθεια δεν είναι σταθερή αλλά κατασκευάζεται ανάλογα με τις προθέσεις και τους σκοπούς, των ίδιων των Σοβιετικών ηγετών. Μπορεί ν’ αλλάζει από βδομάδα σε βδομάδα, από μήνα σε μήνα. Δεν είναι απόλυτη ή αμετάβλητη – δεν είναι κάτι που απορρέει από την αντικειμενική πραγματικότητα. Είναι μόνο η πιο πρόσφατη εκδήλωση της ‘σοφίας’ αυτών που υποτίθεται ότι κατέχουν την απόλυτη σοφία, επειδή αντιπροσωπεύουν τη λογική της ιστορίας. Το αθροιστικό αποτέλεσμα αυτών των παραγόντων είναι ότι παρέχουν σε όλον τον υποστηρικτικό μηχανισμό της σοβιετικής εξουσίας ένα προσανατολισμό αδιασάλευτης επιμονής. Αυτός ο προσανατολισμός μπορεί να αλλάξει σε οποιανδήποτε στιγμή μόνο με απόφαση του Κρεμλίνου και από καμία άλλη δύναμη. Από τη στιγμή που καθορίζεται μια γραμμή για το κόμμα για κάποιο ζήτημα τρέχουσας πολιτικής, ολόκληρος ο σοβιετικός κυβερνητικός μηχανισμός, συμπεριλαμβανομένου του διπλωματικού μηχανισμού, κινείται αμείλικτα κατά μήκος του προκαθορισμένου δρόμου, ακριβώς όπως κινείται ένα κουρδιστό αυτοκινητάκι που προχωρεί προς την κατεύθυνση που θα το στρέψουμε, σταματώντας μόνο αν βρει μπροστά του ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο. Τα φυσικά πρόσωπα που αποτελούν τα στοιχεία αυτής της μηχανής δεν είναι επιδεκτικά σε παρατηρήσεις ή εξωτερικής προέλευσης αιτιολογήσεις. Η όλη τους εκπαίδευση τους δίδαξε να δυσπιστούν και να υποτιμούν την ετοιμόλογη πειστικότητα του έξω κόσμου. Όπως ο λευκός σκύλος μπροστά στο φωνογράφο, ακούνε μόνο την ‘φωνή του κυρίου τους’. Κι αν είναι να ανακληθούν από την τελευταία αποστολή που τους ανατέθηκε, μόνο ο κύριος τους μπορεί να τους ανακαλέσει. Έτσι ο ξένος αντιπρόσωπος δεν πρέπει να ελπίζει ότι ο λόγος του θα τους εντυπωσιάσει με οποιονδήποτε τρόπο. Το πολύ που μπορεί να ελπίζει είναι ότι αυτά που θα πει θα μεταφερθούν σ’ αυτούς στην κορυφή, οι οποίοι είναι αρμόδιοι να αλλάξουν τη γραμμή του κόμματος. Αλλά ακόμα κι αυτοί δεν είναι πολύ πιθανό να ταλαντευτούν από την κοινή λογική των λόγων του μπουρζουά αντιπροσώπου. Αφού δεν μπορεί να γίνει επίκληση σε κοινούς σκοπούς, δεν μπορεί να γίνει επίκληση και σε κοινή διανοητική προσέγγιση. Για τον λόγο αυτό, τα αυτιά του Κρεμλίνου είναι περισσότερο ευαίσθητα στις πράξεις παρά στα λόγια. Τα λόγια έχουν βάρος μόνο όταν αντιπροσωπεύουν ή όταν υποστηρίζονται από στιβαρά γεγονότα. Έχουμε, όμως, δει πως το Κρεμλίνο δεν βρίσκεται κάτω από την ιδεολογική πίεση να πετύχει τους σκοπούς του βιαστικά. Όπως και η Εκκλησία, χρησιμοποιεί ιδεολογικές ιδέες οι οποίες αναφέρονται σε βάθος χρόνου, έτσι μπορεί να είναι υπομονετικό. Δεν δικαιούται να θέσει σε κίνδυνο τα υπάρχοντα επιτεύγματα της επανάστασης μόνο και μόνο για χάρη κάποιων μελλοντικών εξωτερικών ‘μπιχλιμπιδιών’. Οι διδασκαλίες του ίδιου του Λένιν απαιτούν μεγάλη προσοχή και ευκαμψία στην επιδίωξη των σκοπών του κομουνισμού. Και πάλι, αυτοί οι κανόνες έχουν θωρακιστεί από τα διδάγματα της ρωσικής ιστορίας, σε σκοτεινούς αιώνες μαχών των νομαδικών λαών στις τεράστιες και ανυπεράσπιστες εκτάσεις της χώρας τους. Εδώ η σύνεση, η περίσκεψη, η ευκαμψία και η εξαπάτηση αποτελούν πολύτιμα προσόντα. Και η αξία αυτών των προσόντων εκτιμάται δεόντως και φυσιολογικά από το Ρωσικό ή το ανατολίτικο μυαλό. Έτσι, το Κρεμλίνο δεν έχει αναστολές για να υποχωρήσει μπροστά σε μια υπέρτερη δύναμη. Και μη έχοντας την πίεση της βιασύνης που φέρνει ένα πιεστικό χρονοδιάγραμμα, δεν πανικοβάλλεται από την αναγκαιότητα μιας τέτοιας υποχώρησης. Οι πολιτικές ενέργειες του Κρεμλίνου είναι ένα ποτάμι το οποίο κινείται συνεχώς, όπου του επιτρέπεται η ροή, προς ένα προκαθορισμένο στόχο. Η κύρια έγνοια του είναι να εξασφαλίσει ότι θα γεμίσει κάθε τρύπα και σχισμή που θα του παρουσιαστεί, μέσα στην παγκόσμια ‘λεκάνη’ ισχύος. Αν όμως βρει ανυπέρβλητα εμπόδια στο δρόμο του, το αποδέχεται στωικά και προσαρμόζεται σ’ αυτά. Το κύριο στοιχείο είναι ότι θα πρέπει συνεχώς να εφαρμόζει πίεση, ακατάπαυστη και συνεχή πίεση, για την επίτευξη του επιθυμητού σκοπού. Δεν υπάρχει κανένα συναισθηματικό στοιχείο στη σοβιετική ψυχολογία που να δείχνει ότι ο στόχος πρέπει να επιτευχθεί μέσα σε κάποιον σαφώς προκαθορισμένο χρόνο.
Αυτές οι συνθήκες καθιστούν τη σοβιετική διπλωματία ταυτόχρονα πιο εύκολο αλλά και πιο δύσκολο να αντιμετωπιστεί από τη διπλωματία μεμονωμένων επιθετικών ηγετών όπως ο Ναπολέων και ο Χίτλερ. Από τη μια, είναι πιο ευαίσθητη στην αντίθετη δύναμη, έτοιμη να υποχωρήσει σε μεμονωμένους τομείς του διπλωματικού μετώπου όταν θα νιώσει πως η αντίθετη δύναμη είναι πολύ ισχυρή για τα μέτρα της, και έτσι πιο ορθολογική στη λογική και στη ρητορική της ισχύος. Από την άλλη, δεν μπορεί να νικηθεί εύκολα ή να αποθαρρυνθεί με μια και μόνο νίκη του αντιπάλου της. Η καρτερία με την οποία εμψυχώνεται σημαίνει ότι δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά με σποραδικές ενέργειες, που χαρακτηρίζουν τις στιγμιαίες ιδιοτροπίες της δημοκρατικής κοινής γνώμης, αλλά μόνο με έξυπνες μακροπρόθεσμες πολιτικές από την πλευρά των αντιπάλων της – πολιτικές όχι λιγότερο σταθερές στο σκοπό τους και όχι λιγότερο ποικιλότροπες και πολυμήχανες στην εφαρμογή τους από αυτές της ίδιας της ΕΣΣΔ.
Υπό αυτές τις συνθήκες είναι ξεκάθαρο ότι το κύριο στοιχείο της όποιας πολιτικής των ΗΠΑ προς τη ΣΕ πρέπει να είναι ένας μακροπρόθεσμος, υπομονετικός, σταθερός και με επαγρύπνηση περιορισμός των Ρωσικών επεκτατικών τάσεων. Εντούτοις, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι μια τέτοια πολιτική δεν έχει να κάνει με οποιοδήποτε ζήτημα υποκρισίας προς τα έξω: με απειλές και θορυβώδεις χειρονομίες ‘σκληρότητας’ προς το εξωτερικό. Αν και το Κρεμλίνο είναι βασικά ‘εύκαμπτο’ στις αντιδράσεις του, αναφορικά με τις πολιτικές πραγματικότητες, είναι ταυτόχρονα μη ανεκτικό σε ζητήματα κύρους. Όπως συμβαίνει σχεδόν με όλες τις άλλες κυβερνήσεις, μπορεί να τεθεί με άγαρμπες και απειλητικές χειρονομίες σε θέση που να μην μπορεί να υποχωρήσει [εφόσον το κόστος του από μια πιθανή του υποχώρηση κριθεί μεγαλύτερο], παρόλο που αυτό να του το επιβάλλει η συναίσθηση της πραγματικότητας.
“Οι Ρώσοι ηγέτες είναι οξείς κριτές της ανθρώπινης ψυχολογίας και ως τέτοιοι έχουν υψηλή συναίσθηση ότι η απώλεια της ψυχραιμίας και του αυτοελέγχου ποτέ δεν αποτελεί πηγή δύναμης στις πολιτικές υποθέσεις. Είναι ταχύτατοι στο να εκμεταλλεύονται τέτοιες ενδείξεις αδυναμίας. Για αυτούς τους λόγους, αποτελεί sine qua non για επιτυχημένες διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία, η όποια ξένη κυβέρνηση να παραμένει σε κάθε περίπτωση ψύχραιμη, συγκροτημένη και με απαιτήσεις από τη Ρωσία αρκετά εύκαμπτες, ώστε να της αφήνουν περιθώρια ελιγμών που να μην είναι ιδιαίτερα επιβλαβή για το κύρος της”.
Τέλος β’ μέρους
