Κρίνει ο Κυριάκος Δημητρίου

Τακτικό Μέλος της Κυπριακής Ακαδημίας Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών, Καθηγητής της Ιστορίας των Ιδεών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου

May be an image of text

Μια φιλοσοφική ανάγνωση

Το έργο προσφέρει στο αναγνωστικό κοινό τις 49 χειρόγραφες σελίδες του Κώστα Χαραλαμπίδη, πατέρα του ποιητή, τις οποίβες συνέγραψε ύστερα από παράκληση του τελευταίου, «ώστε να περισωθεί η μνήμη των περιπετειών και των ανδραγαθημάτων του». Το χειρόγραφο, που τιτλοφορείται «Η ζωή ενός στρατιώτου εις τον 2ον Παγκόσμιον», παρατίθεται στις σελίδες 73-96. Το βιβλίο κοσμεί η εκτενής «εισαγωγή» σε οκτώ κεφάλαια, διανθισμένη με σπάνιο φωτογραφικό υλικό, καθώς και το επεξηγηματικό τμήμα των «Σημειώσεων» (σελ. 101-110). Παράλληλα, ξεδιπλώνεται η γενεαλογία του ποιητή, με ένα ταξίδι στον χρόνο, που φτάνει μέχρι το 1803, έτος γεννήσεως του παππού του Κώστα Χ., του Κωνσταντινουπολίτη Γιάννη Δημητρίου. Μορφολογικά, το βιβλίο ανήκει εκ πρώτης όψεως στην κατηγορία των διττών Απομνημονευμάτων, όπου συνυπάρχουν εγκιβωτισμένα στοιχεία που επικοινωνούν μεταξύ τους ως ψηφίδες ενός ενιαίου βιογραφικού μωσαϊκού: αναμφίβολα, ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης συνομιλεί με τον πατέρα του, ωστόσο, ο αναγνώστης δεν παύει να διαισθάνεται πως η διαλογική σχέση ανατρέπεται βαθμιαία, σχεδόν υπερβατικά, και ο πατέρας επικοινωνεί από το μνήμα με τον υιό του. Στην παρούσα βιβλιοκρισία θα περιοριστώ στη φιλοσοφική υφή της πραγματείας του Κυριάκου Χαραλαμπίδη [ΚΧ], κι αυτό γιατί δεν θα ήθελα να αδικήσω αυτούσιο το «χειρόγραφο», το οποίο χρήζει, οπωσδήποτε ξεχωριστής πραγμάτευσης. Πρόκειται λοιπόν για έναν υπόγειο διάλογο που διεξάγεται ανάμεσα στον ποιητή και τον πατέρα του, έτσι ώστε «ο αναγνώστης να αποκτήσει μια συνολική θέαση του ανθρώπου και να στοχαστεί γύρω από το νόημα της ιστορίας, αλλά και της ίδιας της ζωής». Οι φιλοσοφικές συντεταγμένες έχουν ήδη οριοθετηθεί.

Η πολύβεια κυκλικότητα της ιστορικής διαδρομής

Υφαίνεται η ιστορική αλήθεια, γράφει ο ΚΧ, με λεπτομέρειες αδρές κι άλλοτε αχνές, αδιάβλητες ωστόσο από τη ροή του χρόνου, προσδεδεμένες στην «ομορφιά της παραμυθητικής ουσίας» (26), την εσωτερική διάσταση δηλαδή της ζωής, του υπόγειου ρεύματος της ύπαρξης, γιατί η πολεμική και η ποιητική τέχνη, παραδόξως, διαπλέκονται ως σιαμαία: ο ποιητής φανερώνει ή αποκαλύπτει τον κόσμο, ο πολεμιστής τον δημιουργεί. Η καθολικότητα μιας τέτοιας διατύπωσης, όπως αναδύεται μέσα από τον στοχασμό του ΚX δεν ξενίζει τον ιστορικό των ιδεών: είναι ο αέναος κύκλος της δημιουργίας του κόσμου, που συντίθεται από το πρώτο υλικό της γένεσης και αποσυντίθεται σε ερείπια. Κι όμως μέσα στην συνεχή, αδιάφορη εντροπία ενυπάρχει η «ιδέα» που επιπλέει πάνω από τα ταραχώδη κύματα, τα κατακλυσμιαία, το «πνεύμα» που τα συντηρεί στην ανάκληση της μνήμης, στην αλυσίδα της σκέψης – γιατί σε τελευταία ανάλυση ο κόσμος του παρελθόντος είναι μια εικόνα του μυαλού, ακόμη και της φαντασίας: μονάχα οι ιδέες διεμβολίζουν τον οικουμενικό αδιάστατο χρόνο, είναι αυτές που επιπλέουν ως σχεδίες σε ερεβώδεις ωκεανούς: η ιστορία είναι οι ιδέες μας, οι σκέψεις που περισώνει η αναστοχαστική φιλοσοφικότητα, ο μηχανισμός της φαντασίας, ακόμη και η μυθολογία μας – εκεί που αναβράζει το υλικό της ύπαρξης ως αναβίωση, ανακύκληση, ανασυγκρότηση, και προς αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση κινείται ο στοχασμός του ποιητή.

Προσωπικό χρέος απέναντι στην ιστορία

«Να είμαστε ήρωες, κάθε στιγμή της ζωής μας», αναγράφει ο ΚΧ παραθέτοντας τον Πιραντέλλο. Η αρετή είναι εμπράγματη ιδιότητα του χαρακτήρα αλλά είναι και αυταξία: Ο Κώστας Χαραλαμπίδης λοιπόν, ο ηρωικός πατέρας, δεν επεδίωξε τιμές, αξιώματα, «επιτελούσε πάντα το καθήκον του» χωρίς να επιζητεί την αναγνώριση. Ο Κώστας Χ. έλαβε πολλά παράσημα ανδρείας, ηρωισμού, πολλές τιμητικές διακρίσεις, από επιφανείς πολιτικούς και ιστορικά πρόσωπα, αλλά η επωδός επανέρχεται, «δεν επεδίωξε ποτέ να προβάλει τα ποικίλα παράσημά του» (32), «βάδιζε ανάμεσά μας χωρίς να προσπαθεί να πείσει ποίος υπήρξε» (46), «χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να πείσει κανέναν για τα κατορθώματά του εν πολέμω» (47), αλλά, ο ΚΧ σημειώνει με υπόρρητο χιούμορ (δηλ. δραματικό ύφος), ότι ναι μεν ο πατέρας του κουβέντιαζε με τους βετεράνους του πολέμου σε διάφορες εκδηλώσεις, ωστόσο, «νομίζω πως ένιωθε να ανήκε διακριτικά στην … αριστοκρατία του στρατού». Και τι σημαίνει «νιώθω πως ανήκω στην αριστοκρατία», οποιαδήποτε αριστοκρατία του πολέμου ή του πνεύματος, αλλά παραμένω συνειδητά σιωπηλός, σεμνός, απαραβίαστος από την κολακεία: σημαίνει πως κατανοώ εις βάθος τον ρόλο μου στην ιστορία, πως δεν είμαι εγώ ως πεπερασμένο ον που έχει σημασία, αλλά οι πράξεις μου, η σφραγίδα μου, που δεν θα χαθεί, ακόμα κι όταν «εγώ» θα έχω περάσει τον Αχέροντα.  Γιατί εμείς, όπως και οι πρόγονοί μας, ακόμη και αυτοί που χάνονται κάτω από τα αλλεπάλληλα επιστρώματα της ιστορικής μνήμης, οι αρχαιολογικοί μας πρόγονοι, αυτοί που δεν έχουν πια ούτε χορταριασμένο τάφο ούτε τόπο να τους μνημονεύσουμε, παραμένουν εσαεί μέσα σε κάθε γενιά. Μέσα στις φλέβες της ύπαρξης κυλάει ακόμα θυελλώδης η ενέργεια της ψυχής τους. Αυτή είναι η όψη της «αθανασίας» που διαπερνά το κείμενο του Κυριάκου Χαραλαμπίδη – η οντολογική: κανένας δεν χάνεται οριστικά ακόμα κι όταν διαβεί τις πύλες του Άδη, γιατί έστω και κάτω από έναν απολιθωμένο βράχο, κάτω από τα στρώματα της πέτρας και της αρμύρας, κρύβεται ένα χνάρι από τα βήματά τους. Εμείς γνωρίζουμε τα οριστικά γεγονότα του παρελθόντος, τα τετελεσμένα, μα εδώ υπεισέρχεται η μεταφυσική της ευθύνης – η ιστορία διαμορφώνεται διαμέσου των αποφάσεων και της βούλησης του ανθρώπου. Εδώ απαιτείται μία φιλοσοφική στάθμιση: η κυκλικότητα της ιστορίας ως αξίωμα δεν ταυτίζεται με την εκπλήρωση ενός απαραβίαστου πεπρωμένου, δεν υποτάσσεται σε μία τυφλή αναπότρεπτη μοίρα.  Αλλά, πέρα από την οικουμενικότητα του σχήματος αυτού, αναστυλώνεται και μία άλλη ηθική αντίληψη, μία ανθρωπολογική νομοτέλεια, που υπερβαίνει τον χώρο και τον χρόνο, «το νόημα της αρετής». Οι τυμπανοκρουσίες είναι για τους μικρούς στο πνεύμα, ενίοτε για τους μικρόψυχους, τους ματαιοπονούντες. Το μεγαλείο λάμπει εντός του ανθρώπου, όπως το χρυσάφι εξακολουθεί ν’ αστράφτει ακόμα και μες στα αβυσσαλέα σκότη.

Κι εδώ ακριβώς παρεμβαίνει ο ποιητής Χαραλαμπίδης: Η προεργασία υπήρξε επίπονη, πολύχρονη, πολυεπίπεδη: «Κράτησα εκατοντάδες σημειώσεις σε αυτό που υπήρξε Αρμαγεδδών και παραφροσύνη στην ιστορία της ανθρωπότητας. Αυτός ο πόλεμος υπολογίζεται πως στοίχισε τη ζωή σε ογδόντα εκατομμύρια στρατιώτες και πολίτες, τόσο των Συμμαχικών Δυνάμεων όσο και του Άξονα. Έχουμε χρέος να το θυμόμαστε. Η αποσάθρωση της μνήμης και η τελική αφασία καταργεί την ουσιώδη βάση της ευαισθησίας, και όλα πλέον καταντούν υλικό για ενημερωτική κατανάλωση» (38).

Η προδοσία της ελπίδας και η κοσμολογική εσχατολογία

Το όραμα της Ελλάδας ζεσταίνει τις ψυχές των ηρώων που παρελαύνουν στα Απομνημονεύματα του Κυριάκου Χαραλαμπίδη (γιατί κατ’ ουσίαν αυτά πραγματευόμαστε: την ανάκληση της μνήμης μέσω μιας άλλης δανεικής μνήμης, του Κώστα Χαραλαμπίδη). Ο ποιητικός λόγος του Χαραλαμπίδη εξυψώνει και ανατέμνει το κείμενο, με ύφος πολυδιάστατο, που τόσο γοητεύει, τόσο μαγνητίζει, όσο ο λόγος των τελευταίων μεγάλων λογίων, του Σεφέρη, του Ελύτη (την ποιητική του οικογένεια, όντας ξένος σήμερα, σ’ έναν κόσμο όπου η ποίηση και η ποιητικότητα εκφυλίζονται σε μορφές κακοποιητικής στρέβλωσης του Ωραίου, του ποιητικού κάλλους – που όλοι γνωρίζουμε πως δεν εκπίπτει στην απόκρυψη της σκληρότητας του κόσμου, αλλά που είναι Ωραίο ακριβώς γιατί την αναδεικνύει). Κι έτσι, γράφει ο ποιητής, «Μέσα από τέτοια πικραμένη ζύμωση και σύμμειξη με όλα του κόσμου τα καλά και τα κακά, πέρα από κάθε ιστορική αποτίμηση και ζύγιασμα πολιτικό, πέρα από τους ισολογισμούς και τις εκθέσεις για τα κέρδη και τις ζημιές, υπάρχει μια αλήθεια που μας υπερβαίνει: είναι το αίμα που χύθηκε – αυτό που καθιστά τα πράγματα αυτοδύναμα και τους παρέχει το δικαίωμα να λειτουργούν ανεξάρτητα από τη δική μας κρίση. Μια τέτοια κατάθεση στην τράπεζα της ιστορίας χαρίζει πρόσωπο και υπόσταση σε έναν έκαστο από εκείνους που θεμελιώνουν, με την συμμετοχή τους στον αγώνα και τη διακινδύνευση της ίδιας της ζωής τους, την ‘αφελή’ υπεράσπιση του δικαίου» (34-5). Και μέσα σε αυτό το ιστορικό δρομολόγιο η πυξίδα μας ίσως μάς παραπλανά, πρόσωπα και χρονολογίες διυλίζονται στον οξειδωμένο στρόβιλο της ιστορίας – μα έχει αυτή η πλάνη θεμελιώδη σημασία; Όχι: «Όταν η ιστορία λαμβάνει την μυθική και ίσως και ονειρική της διάσταση, αληθεύει περισσότερο εσωτερικά. Εκλύει δηλαδή μια ενέργεια ηροδότειου τύπου, όπου τα δρώμενα συνδέονται με λεπτομέρειες που ανήκουν στο κεφάλαιο της ιστορίας των ηθών. Η μυθιστορηματική ανάπτυξη έχει τη σημασία της, γιατί ρίχνει ένα πλάγιο φως σε γεγονότα, που οι αυστηροί κριτικοί-νομοθέτες τα κοιτάζουν ευθύγραμμα» (35). Μυθιστορηματική ανάπτυξη της ιστορίας χεμινγουεϊανού χαρακτήρα.

Οι Κύπριοι κατέβαλαν τον δικό τους οβολό αίματος, αντιστάθηκαν στον φασισμό, στον Ναζισμό, απεβίωσαν στο πεδίο της μάχης, εκτελέστηκαν, υποβλήθηκαν σε βασανιστήρια. Κάποιοι από αυτούς κείτονται ξεχασμένοι τώρα πια σε «άγνωστους τάφους, χωρίς επώνυμο, με αγνοούμενο το δάκρυ». Αλλά προσέξτε, η κεραία του ποιητή δεν αδρανεί μπροστά σ’ έναν παράλληλο θρήνο, κοσμικό, κοσμολογικό – κοντά σε αυτούς, γράφει, «προσθέστε και τα τιμημένα ζώα – τα κυπριακά μουλάρια που υπέφεραν κι αυτά, στη Γαλλία, την Ιταλία, την Αίγυπτο, την Ερυθραία ή όπου αλλού, σηκώνοντας το βάρος της δικής τους ευθύνης για την σωτηρία των λαών. Ποιος θα μιλήσει για τούτα τα πλάσματα του θεού…;». Η παρατήρηση αυτή του Κυριάκου Χαραλαμπίδη ανοίγει ένα πεδίο σκέψης που δύσκολα εξαντλείται: Μονάχα οι μεγάλοι λογοτέχνες έγραψαν γι’ αυτά, με τρόπο ουσιώδη, το ξέρουμε, όπως ξέρουμε πως αυτά τα πλάσματα της οικουμένης άφησαν τα κουφάρια τους σε τοπία χιονισμένα κι ερημικά, θυσία στην ανθρώπινη παραφροσύνη – και πόσοι τα θυμούνται σήμερα, που οι πόλεμοι γίνονται με τηλεκατευθυνόμενα μη επανδρωμένα μέσα; Αντί να βόσκουν στα καταπράσινα λιβάδια και να οργώνουν τη γη και να ευωδιάζει ο κάμπος, αυτά τα ανήμπορα ζώα έπρεπε να «σηκώσουν το βάρος της δικής τους ευθύνης».

Οι άνθρωποι λησμονούν τις συμφορές, διότι η μνήμη «είναι δύσκολη υπόθεση», γράφει ο ποιητής, προϋποθέτει γρηγοράδα του νου, ιδιότητα που ταυτίζεται με την «πολυτέλεια του πνεύματος». «Κάποτε οι άνθρωποι πολεμούσαν σώμα με σώμα, πράγμα που ήταν μια μορφή επικοινωνίας. Γνώριζες τον εχθρό σου και, αν ζούσες στην ομηρική εποχή, μπορούσες να πιάσεις και κουβέντα μαζί του, ή τον επέλεγες και σε επέλεγε, για να είστε ακριβώς ισοδύναμοι ως προς την κοινωνική αξία και την ανδρεία» (42). Κι όταν αναδύονται στην επιφάνεια της μνήμης μας πολεμιστές όπως ο Κώστας Χαραλαμπίδης, καλύτερα να έχουμε υπόψη μας αυτούς τους ανθρώπους, που τα λείψανά τους είναι τώρα διάσπαρτα σε τάφους επώνυμους και γνώριμα μέρη, λες και τους έλαχε προνόμιο από την μοίρα, μα κι άλλοι στην Άπω Ανατολή, μάρτυρες ανώνυμοι, αθέατοι. «Με τέτοιους ‘φιλέταιρους συμπολέμησε ο πατέρας’: τους «αφανείς ιεραπόστολους και ζηλωτές της ελευθερίας» (41).

Κι εδώ προβάλλει ένας εσχατολογικός πεσιμισμός, όσο και εάν δεν είναι «ίδιον» της ψυχονοητικής φύσης του ποιητή, λες και προτάσσει το ακόντιό του ένας ολοκληρωτικός ανθρωπολογικός αφανισμός. Γράφει: «Μπορούμε τώρα να φανταστούμε την αντίθεση ανάμεσα στην παγκοσμιότητα της αρετής και στην πολύνεκρη σκηνή που έστησε η κατάρα ενός παγκοσμίου πολέμου. Οφείλουμε να το παραδεχτούμε: η ατομική παραφροσύνη δεν είναι τίποτα μπροστά στην παράκρουση ενός ολόκληρου λαού. Με το καταλάγιασμα της καταιγίδας, τα έθνη καταλήγουν σε θεαματικές τελετές, χολιγουντιανού συχνά τύπου, για να τιμήσουν την μνήμη των επώνυμων μαρτύρων και των ταπεινών αφανών» (41-2). Πρόκειται για την εναργέστερη διατύπωση μιας ανθρωπολογικής παραλυσίας, ενός κοσμικού θεατρινισμού, που (τι οξύμωρο σχήμα!) εορτάζει πολεμικές επετείους επιδεικνύοντας τον ατσαλένιο οπλικό Λεβιάθαν, σε συστοιχίες γεωμετρικές και με αυστηρό ηχηρό βήμα, και πυρηνικούς πυραύλους να στοχεύουν τους ουρανούς. Μα οι ουρανοί είναι αδιάφοροι, και η γη φλέγεται, μαζί και οι άνθρωποι και τα ζώα και τα δέντρα, και τα νερά φλέγονται.

Ατομικές εξιστορήσεις ως οικουμενικοί χάρτες

Ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης σκάβει τη μνήμη, σκάβει στη μνήμη, ανασκαλίζει το παρελθόν του πατέρα του με δέος και σέβας, αλλά την ίδια στιγμή υπερυψώνεται ο νους του στα υψίπεδα της καθολικότητας, του οικουμενικού νόμου, εκεί που μπορεί να πραγματευτεί την «ανθρώπινη κατάσταση», ως αναστοχασμός και «φιλοσοφημένη διαπραγμάτευση» των γεγονότων που αγγίζουν την ουσία της ανθρώπινης υπόστασης (45). Η ατομικότητα, η εξειδικευμένη αναδίφηση στην περιπέτεια του ανδρός, γίνονται η αφορμή για έναν επαναπροσδιορισμό των εννοιών, των όρων, της φιλοσοφίας της ιστορίας καθαυτής. Όπως ακριβώς οι μεγάλοι λογοτέχνες της μεταπολεμικής εποχής, ο Πρίμο Λέβι λόχου χάρη, ο Ζαν Αμερύ, ο Πάουλ Τσέλαν, στρέφεται συνεχώς, άλλοτε άμεσα και άλλοτε υπόρρητα, στο νόημα της ιστορίας, αναζητώντας μια σωτηριολογία, μια κάθαρση, μια παραμυθία. Και η ψυχή ανταριάζεται γιατί βλέπει ατελεύτητους πολέμους, και τον φαύλο κύκλο της αιματοχυσίας, γιατί η φύση του ανθρώπου όπως πίστευε ο Θουκυδίδης και τόσοι άλλοι φιλόσοφοι, παραμένει παντοτινά απαράλλαχτη. Δεν γνωρίζουμε, γράφει ο ποιητής, «αν όντως υπάρχει, τουλάχιστον θεωρητικά, το πολυσυζητημένο ‘τέλος της Ιστορίας’, υπάρχει όμως η αρχή της Ψυχής να επαναπροσδιορίζει τα πράγματα και να τους προσφέρει την δική της ανάγνωση και ερμηνεία. Κάθε ιστορία περιέχει άλλους κύκλους ιστορίας, και αυτό με τη σειρά του οδηγεί στη μετεξέλιξη και τον μετασχηματισμό ποικίλων συστημάτων σκέψης» (45). Έτσι το ομηρικό ταξίδι του Κώστα Χαραλαμπίδη, οι «δαίμονες» που τον έσπρωχναν στα πέρατα της γης, «ο πειρασμός της δοκιμασίας», η ηθική του χρέους, ο έρωτας για την πάτρια γη,  μετασχηματίζεται σε οικουμενικό σχήμα, σε παγκόσμιο όραμα για την κατίσχυση της Ελευθερίας. Και αν επισκεφτούμε νοερά τον Κώστα Χ., μέσα από τους δαιδάλους της μνήμης, που όπως γράφει ο ποιητής, είναι «μια επαναφορά, μια αναπαράσταση γεγονότων που έγιναν ή – γιατί όχι; — που πρόκειται να συμβούν», μέσα στο αιωνίως κυκλικό μοτίβο της ιστορικής πορείας, τότε θα τον δούμε στις καζαντζακικές του διαστάσεις: από τον «αρειμάνιο πολεμιστή» ως τον καταλαγιασμένο, αποτραβηγμένο γέροντα, που, ανείπωτη ειρωνεία της τύχης, θα πέθαινε στην προσφυγιά, μακριά από την Αμμόχωστο, έχοντας πολεμήσει για την ελευθερία της ανθρωπότητας. «Συ, αναγνώστη», γράφει ο ποιητής, «που κρατάς στα χέρια σου την ψυχή από την κοίμησή τους, στοχάσου πως η ζωή είναι ένα φύσημα του αέρα, και οι ημέρες του ανθρώπου ‘ωσεί χόρτος’» (48-9).

Ως ρητορικό σχήμα μονάχα, κλείνω υπογραμμίζοντας πως το πόνημα αυτό του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, αυτό το σπάραγμα της μνήμης, ένα πεζογράφημα εμποτισμένο σε λόγο ποιητικό, δηλαδή βαθύτατα φιλοσοφικό, μάς παρασέρνει στους ανθισμένους λειμώνες της άλλοτε κραταιάς ελληνικής διανόησης, όπου ο στοχασμός μεταβολίζεται σε πανανθρώπινη φωνή και εκτινάσσει το πνεύμα εκτός των τειχών του γραμματειακού εκσυμβατισμού, αρθρώνοντας, δίχως διδακτισμό, λόγο καταιγιστικό που θραύει και διαπερνά τον θόρυβο και το μεγαλείο της ζωής, για να ξαποστάσει στους σιωπηλούς τάφους των προγόνων — των επαναστατημένων, των αγωνιστών, των αγωνιούντων, που κοιμούνται ήσυχοι εν τάφω, στον ανονείρευτο ύπνο της αιωνιότητας, έχοντας ποτίσει τη γη με το αίμα τους και έχοντας πολεμήσει, ψυχή τε και σώματι, για ιδανικά ανεξίτηλα στον ιστορικό χρόνο.