
Ένας από τους πρωταγωνιστές της Γαλλικής Επανάστασης, ο Μιραμπώ, θα πει: «Για χρήματα, ο Ταλλεϋράνδος θα πουλούσε την ψυχή του και θα τα πήγαινε περίφημα, διότι θα αντάλλασσε την κοπριά του με χρυσό». Πράγματι ο Ταλλεϋράνδος ήταν ένας πολιτικός «δαίμονας», αδίστακτος, βαθύτατα αμοραλιστής και ικανότατος. Ακόμη και ο Μέττερνιχ δίπλα του μοιάζει «μικρός». Όποιος γνωρίζει την ιστορία του Ταλλεϋράνδου τον απεχθάνεται, δικαίως, όμως αξίζει να τον καταλάβει. Ήταν ευφυέστατος, όπως συχνά είναι το κακό, και έβλεπε την Γαλλική Επανάσταση στην πραγματική της διάσταση: όχι ως μια θριαμβευτική πορεία προς την πρόοδο της ανθρωπότητας, όπως την είδαν κάποιοι αφελείς επαναστάτες – οι χρήσιμοι ηλίθιοι της εποχής – και πολύ αργότερα, από απόσταση, διάφοροι φλύαροι, ανερμάτιστοι και φανατικοί θαυμαστές της, αλλά ως τη διάλυση του ηθικού θεμελίου που μέχρι χθες στήριζε την Kοινωνία.
Αυτό ακριβώς υπήρξαν οι λεγόμενες «κοινωνικές επαναστάσεις»: υποσχέθηκαν πρόοδο και βελτίωση της ζωής – μέσα από την διάλυση κάθε ηθικού στοιχείου του ancient regime – αλλά στην πράξη, δημιούργησαν τις κατάλληλες και απολύτως απαραίτητες συνθήκες για την άνοδο των ολοκληρωτισμών του προηγούμενου αιώνα. Η άλογη μανία των φανατικών της επαναστατικής καταστροφής, θεμελίωσε τον αυταρχικό και αδίστακτο κολλεκτιβισμό, αλλά και το αντίπαλο δέος του, τον τραχύ ατομικισμό που ακολούθησε με την άνοδο του νεοφιλελεύθερου και ασύδοτου καπιταλισμού.
Χωρίς τη Γαλλική Επανάσταση, οι δυο μεγάλοι και αιματηροί πόλεμοι του 20ου αιώνα, δεν θα είχαν ξεσπάσει ποτέ. Αυτό συνέβη γιατί χωρίς να έχει προηγουμένως σχηματιστεί μια άλλη βάση με ιερά και θεσμικά θεμέλια, τη θέση της ιεραρχικής και πνευματικής Κοινωνίας που δεν είχε φυλετικό πρόσημο στον αρχαίο κόσμο, θα πάρει το χαοτικό κενό και στη συνέχεια οι – καιροσκοπικά και ευκαιριακά – μεγάλοι ολοκληρωτισμοί, ο ναζισμός, ο φασισμός και ο κομμουνισμός που ήρθαν να το πληρώσουν. Ο απάνθρωπος και επεκτατικός ναζισμός, όπως και ο νεοτουρκισμός, θα σταθούν στη φυλετική ανωτερότητα ο πρώτος, και στην ψευτοεθνική ομοιογένεια, ο δεύτερος, και θα προσπαθήσουν να αφανίσουν ό,τι «κατώτερο, διαφορετικό και ρυπαρό» βρουν εμπρός τους. Από την άλλη, ο σταλινισμός θα χρησιμοποιήσει το πρόσχημα του διεθνισμού για την εξίσου αδηφάγα και απάνθρωπη επέκτασή του, για την αρπαγή και λεηλασία των γειτονικών χωρών και τη μαζική και συστηματική σφαγή των ανθρώπων του. Αμφότεροι, για την πρόοδο και το καλό του «λαού», θα ξεσκίσουν αμέτρητες ανθρώπινες ζωές και σάρκες, θα διαπράξουν γενοκτονίες και ανείπωτα εγκλήματα. Πάντα για το καλό ενός λαού που ποτέ κανείς δεν κατάφερε να ορίσει τί ακριβώς είναι. Τη μια φυλετικά καθορισμένος, ανώτερος και κλειστός και την άλλη μηδενισμένος εθνικά και ξεχειλωμένος ταξικά, πάντα στο όνομα του λαού θα γίνουν τα μεγαλύτερα εγκλήματα στον δυτικό κόσμο, από την Γαλλική Επανάσταση και έπειτα.
Η γενεαλογία των πολιτικών φαινομένων έχει πάντα στη βάση της την έμπνευση κάποιων και την ζιραρική μίμησή τους και μιμητική αντιπαλότητα από κάποιους άλλους. Έτσι, λίγο πριν διαπρέψει ο Ταλλεϋράνδος, υπήρξε μια ακόμη προσωπικότητα που αξίζει να αναφερθεί για τους σκοπούς αυτού του κειμένου. Ένας Άγγλος, σχετικά άγνωστος σήμερα, που όμως κανονικόποιησε το modus operandi της σύγχρονης πολιτικής: ο Μπερνάρντ Μαντεβίλ. Ο Μαντεβίλ απέρριψε εξαρχής τις βολικές κατηγοριοποιήσεις του κλασικού ορθολογισμού της εποχής, για να επιλέξει ως αντικείμενο της σκέψης του το σκοτεινό βασίλειο της ανθρώπινης ψυχής και, πιο συγκεκριμένα, την παράλογη δύναμη του ασυνείδητου. Αν ο Λα Ροσφουκώ επικεντρώθηκε στις επιπτώσεις της ασυνείδητης μαγείας μέσα στον άνθρωπο, ο Μαντεβίλ προχώρησε πολύ παραπέρα, εξετάζοντας τις επιπτώσεις αυτής της μαγείας στο κοινωνικό σύνολο και την πολιτική του οργάνωση. Κατάλαβε τη διεστραμμένη δυναμική της φιλαυτίας (amor proprio), του ναρκισσισμού και της εγωπάθειας. Κατάλαβε με άλλα λόγια τη στρατηγική της εξαπάτησης και της συγκάλυψης που ενορχηστρώνει η φιλαυτία μέσα στον άνθρωπο. Εφόσον, όπως γράφει με νόημα ο Άγγλος στοχαστής, «οι άνθρωποι δεν βρίσκονται ποτέ εκεί που νομίζουν ότι βρίσκονται», τότε βρίσκονται στο έλεος του κατόχου της εξουσίας, ο οποίος πλέον συνειδητά αναλαμβάνει τον ρόλο του διαφθορέα, δηλαδή αναλαμβάνει να εφαρμόσει την «ιδιαίτερη μαγεία» της φιλαυτίας στο κοινωνικό σώμα. Έτσι, στην κοινωνία του Μαντεβίλ, οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να ζουν σε έναν φανταστικό κόσμο κολακείας και να τρέφονται με επαίνους που δεν είναι τίποτα άλλο παρά ανοησίες και ψευδαισθήσεις ανθρωπιστικής ή άλλης ανωτερότητας. Το κοινωνικό μοντέλο που πρότεινε ο Μαντεβίλ, κατά τη γέννηση του καπιταλισμού, αποκαλύπτει ξεκάθαρα τον μετασχηματισμό της παραδοσιακής και θρησκευτικής κοινωνικής δομής, σε ένα οικονομικο-ψυχολογικό σύστημα χειραγώγησης, στο οποίο οι ηθικές αξίες και αρετές ανάγονται σε απλές επικοινωνιακές πόζες και εργαλεία που εξυπηρετούν πολιτικούς στόχους. Στη σκέψη του Μαντεβίλ, όλα αυτά τα στοιχεία της σύγχρονης Κοινωνίας – οικονομία, πολιτική, ψυχολογία και θρησκεία – ενώθηκαν για πρώτη, και ίσως μοναδική, φορά σε ένα ενιαίο και συνεκτικό σύστημα.
Αν ο κυνικός αμοραλισμός του Ταλλεϋράνδου – του μεγάλου κωλοτούμπα που επιβίωσε και κυβέρνησε σε πέντε διαφορετικά καθεστώτα της Γαλλίας – διαβαστεί δίπλα στον Μαντεβίλ, της ιδιωτικής κακίας που παράγει δημόσιο όφελος, και οι δυό τους εξεταστούν σε αντιπαράθεση με τον Μακιαβέλλι – που ήταν ένας αρχαίος πραγματιστής, εξαίρετος και σοφός «πιανίστας», όχι ενορχηστρωτής κάποιου κυνικού πολιτικού έργου – τότε, με έναν τρόπο μαγικό, η μεγάλη θολούρα της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας, από την Γαλλική Επανάσταση και έπειτα, καθαρίζει και αναδύεται μια τρομακτική αλήθεια.
Τόσο ο Ταλλεϋράνδος, όσο και ο Μάντεβιλ υποστήριξαν παθιασμένα τον σκοπό που αγιάζει τα μέσα, τη διαφθορά και την ανηθικότητα, ως μέθοδο αποτελεσματικής διακυβέρνησης. Οι δυο τους είναι οι κρυφοί δάσκαλοι του Χίτλερ και του Στάλιν, αλλά και πολλών άλλων σύγχρονων και μη πολιτικών και ελίτ που, αποτυφλωμένοι από την πρόσκαιρη αποτελεσματικότητα της μεθόδου, αδυνατούν να καταλάβουν αυτό που η αρχαία κλασσική σκέψη γνώριζε πολύ καλά: η ανατροπή της ηθικής τάξης οδηγεί, αργά ή γρήγορα, στην κατάρρευση της κοινότητας και της πολιτικής τάξης, τόσο σε εθνικό, όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Κάτι που έγινε τον προηγούμενο αιώνα και όλα δείχνουν ότι θα γίνει ξανά. Τώρα με αφορμή την επέκταση του Ισλάμ που επέτρεψε η μεταπολεμικά παρακμιακή και οικοφοβική πορεία του δυτικού κόσμου.
Δυστυχώς, αυτές οι αυτοκαταστροφικές και ολοκληρωτικές ιδέες και μέθοδοι που γέννησε ο προθάλαμός της και η ίδια η Γαλλική Επανάσταση – και οι τρόποι με τους τρόπους επιβάλλονται από τότε στην Κοινωνία – κερδίζουν τα πλήθη ακόμη και σήμερα, ακριβώς γιατί είναι απλοϊκές, στοχεύουν στην φιλαυτία, απευθύνονται στο συναίσθημα και στα κατώτερα ένστικτα της μάζας – στο «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι όπου φωλιάζει ζηλοφθονία, αλαζονεία, ναρκισσισμός και μνησικακία. Αντιθέτως η Παραδοσιοκρατία, η συντηρητική σκέψη, έχει φόβο και σέβας Θεού, αίσθηση του ιερού και την ταπεινότητα που αυτά συνεπάγονται. Το τεράστιο βάθος και η ιστορική συνέχεια της παραδοσιακής σκέψης οφείλεται στο ότι βασίζεται σε όλες τις πτυχές της πολυσύνθετης, τραγικής και αντιφατικής ανθρώπινης φύσης και επομένως δεν χαϊδεύει τα αυτιά του πλήθους με κολακείες. Αυτό ωστόσο, ως «πολιτικό προϊόν», είναι ιδιαίτερα δύσπεπτο και αναποτελεσματικό επικοινωνιακά, ειδικά από τις μαζικές κοινωνίες που έχουν εθιστεί στο αυτάρεσκα «ανθρωπιστικό μεγαλείο», της σύγχρονης από-ιεροποιημένης ζωής. Οι αυστηρές ιεραρχίες του χθες – που παρά τις ατέλειές τους, για τον κόσμο ήταν στοιχεία κοινωνικής συνοχής και αρμονίας – με τους επαναστάτες έγιναν όλες τους αυταρχισμός και καταπιεστικές δομές. Γι’αυτούς τίποτα δεν έπρεπε να μείνει όρθιο, το χθες έπρεπε να σβηστεί από το χάρτη.
Τώρα, μετά την μεγάλη προδοσία του κάποτε κλασσικού φιλελευθερισμού, απομείναμε με τους μεν της λογικής ότι δεν υπάρχουν πια αξίες, ούτε Κοινωνία, διότι μόνο το χρήμα και η τεχνολογία κυριαρχούν παντού και τους δε, απολιθωμένους, ηττημένους και φαιδρούς, μέσα στη μηδενιστική ζηλοφθονία τους να συνεργάζονται με το σύστημα της σύγχρονης πολιτικής παρακμής, να καιροσκοπούν, να το χρησιμοποιούν για να πλουτίσουν οικονομικά και για να επιβιώσουν πολιτικά, ενώ κατά βάθος ονειρεύονται τη μέρα που θα θεοποιηθούν ξανά από τις μάζες, αφού κόψουν νέους λαιμούς σε λαιμητόμους ή με κονσερβοκούτια. Πάντα για το καλό της κοινωνικής προόδου και του λαού. Οι πιο φανατικοί και αμετανόητοι, αδυνατούν να καταλάβουν ότι οι πρώτοι λαιμοί που θα κοπούν είναι οι δικοί τους, κι από ιερό μαχαίρι. Όπως και να έχει, τους ενώνει η απώλεια του Θεού – η ιστορική μυωπία, η αδηφαγία, η έπαρση και η φιλαυτία – αλλά δεν θα το παραδεχτούν ποτέ, γιατί αυτή η παραδοχή θα σήμαινε αυτό-ακύρωση, κάτι που δεν αντέχεται από τους μεγάλους ανθρωπιστές του 21ου αιώνα που κλαίνε με μαύρο δάκρυ – για τον πόνο του άλλου – εμπρός απ’ τις οθόνες της τηλεόρασης και των υπολογιστών.
[*το κείμενο αυτό είναι ένα απόσταγμα που βασίστηκε στη μελέτη και σύνθεση στοιχείων από δυο εκτενή δοκίμια, στην ιταλική γλώσσα, που έγραψε ο Αλέξανδρος Μπριασούλης για τον Ταλλεϋράνδο και τον Μαντεβίλ]
