Κρίνει ο Ηλίας Βαβούρας

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας Α.Π.Θ. – Ε.ΔΙ.Π. Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΑΠΕΤΥΧΕ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ - Image 1

Η νουβέλα του Κυριάκου Δημητρίου Ο άνθρωπος που απέτυχε να πεθάνει ανήκει αναμφίβολα στην κατηγορία των βιβλίων που αφήνουν στον αναγνώστη ένα ανεξίτηλο υπαρξιακό σημάδι. Ένα κείμενο που αφηγείται, με ύφος συνάμα πεπαιδευμένο και σχεδόν φλεγματικό, την ιστορία ενός ανθρώπου που αποφάσισε να αυτοκτονήσει – και αποτυγχάνει, επαναλαμβανόμενα, κυριολεκτικά και μεταφορικά, να φύγει από αυτόν τον κόσμο. Η σύγκρουση ανάμεσα στη βούληση για θάνατο και το αδάμαστο ένστικτο της επιβίωσης σχηματίζει τον ιστό της αφήγησης, και εδώ ακριβώς εδράζεται η βαθύτερη φιλοσοφική της αξία. Πρόκειται για ένα έργο που εκτυλίσσεται με αργόσυρτη, αλλά ευφυέστατη αδιαφορία για τον θάνατο που αναζητά ο πρωταγωνιστής – και, ταυτόχρονα, με έντονο ενδιαφέρον για τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες της καθημερινής ύπαρξης. Εδώ βρίσκεται και η φιλοσοφική πρόκληση που θέτει ο Δημητρίου: ο θάνατος δεν υπερβαίνει τη ζωή – η ζωή υπερβαίνει τον θάνατο, συχνά με τρόπους αστείους, τυχαίους, ακόμη και πεζούς, τετριμμένους.

Η ανθρώπινη φύση ως σκηνικό του παραλόγου

Ο άνθρωπος του Δημητρίου είναι ένας τραγικός ήρωας, απαλλαγμένος όμως από κάθε ποιητικό μεγαλείο ή ηρωικό χαρακτηριστικό. Είναι ένας κοινός υπάλληλος – επιθεωρητής αποκομιδής σκυβάλων, με πτυχία «λίαν καλώς», που ποτέ δεν του άρεσαν «οι ακρότητες» του βίου–  ο οποίος, μια ζεστή μέρα του Ιουλίου, αποφασίζει να αυτοκτονήσει τη στιγμή ακριβώς που μια μύγα «κατέλαβε όλο το τοπίο του δεξιού του ματιού». Η επιλογή αυτής της αφετηρίας δεν είναι τυχαία· είναι φιλοσοφικά φορτισμένη. Ο θάνατος δεν έρχεται από κάποια βαθιά υπαρξιακή κρίση, αλλά από μια σχεδόν γελοία επαφή με το ασήμαντο. Αυτό είναι που κάνει την αφήγηση τόσο ανθρώπινη: η ανθρώπινη φύση υπάρχει σε αυτόν ακριβώς τον τόπο, ανάμεσα στο επιβλητικό και το κοινότυπο. Αν η ύπαρξη προηγείται της ουσίας, τότε ο άνθρωπος πρέπει να δίνει υπαρκτικό νόημα στον εαυτό του μέσα στον κόσμο, αυτή είναι η βασική θέση της κατεύθυνσης του υπαρξισμού. Ο πρωταγωνιστής του Δημητρίου, όμως, σε μια βαθύτερα ειρωνική ανατροπή, αρνείται και τα δύο: δεν βρίσκει ποτέ ούτε ουσία ούτε νόημα – και ωστόσο συνεχίζει να υπάρχει εμφατικά αλλά ανούσια, να τρώει σάντουιτς με σολομό, να ανεβαίνει σκάλες γιατί το ασανσέρ είναι πάντα χαλασμένο, να σιδερώνει το λευκό του μεταξωτό πουκάμισο κ.α. Η ανθρώπινη φύση, μέσα σε αυτές τις σελίδες, αποκαλύπτεται ως κάτι ριζικά ανεξέλεγκτο λόγω της άρρηκτης σχέσης της με την ασημαντότητα και την αντιφατικότητα: το ανθρώπινο υποκείμενο επιθυμεί τον θάνατο και ταυτόχρονα αρνείται να πεθάνει, προετοιμάζεται για την κηδεία του άλλου και αναβάλλει τη δική του, βρίσκει γαλήνη στον ήχο του σκουπιδιάρικου που περνά τα μεσάνυχτα.

Ο φόβος του θανάτου και η κωμωδία της αυτοσυντήρησης

Ένα από τα πιο γοητευτικά παράδοξα του κειμένου είναι το εξής: ο πρωταγωνιστής επιθυμεί τον θάνατο, αλλά η φυσική του αυτοσυντήρηση – ανεπαίσθητη, αθόρυβη, αδιανόητα επίμονη – τον σαμποτάρει διαρκώς. Δεν πέφτει από το γεφυράκι γιατί το ύψος είναι «το πολύ δυόμιση μέτρα» και «θα κατέληγε βρεγμένος και ντροπιασμένος παρά σκοτωμένος». Δεν αυτοκτονεί αμέσως γιατί «κάτι τέτοιο απαιτεί σοβαρό σχεδιασμό». Αναβάλλει την αυτοκτονία επειδή πέθανε ο θείος του και δύο κηδείες μαζί θα δημιουργούσαν αναστάτωση στο συγγενολόι. Αυτή η αέναη αναβολή δεν είναι ανάρμοστη κωμωδία· είναι η επικούρεια αλήθεια ενδεδυμένη σε μαύρο χιούμορ σε ένα καρυωτακικό τοπίο. Ο Επίκουρος είχε πει ότι ο θάνατος δεν μας αφορά, γιατί όταν εμείς υπάρχουμε, ο θάνατος δεν είναι παρών, και όταν είναι παρών ο θάνατος, δεν υπάρχουμε εμείς (Διόγ. Λαέρτ. Χ. 125, Κύριαι Δόξαι, 2.1). Ο πρωταγωνιστής του Δημητρίου αποδεικνύει αυτή τη θέση από την αντίθετη φορά: ενώ προσπαθεί να φέρει τον θάνατο, ήτοι την ανυπαρξία, κοντά του, αυτά τον αποφεύγουν υπό την εμμένεια της ύπαρξης. Η αυτοσυντήρηση δεν είναι συνειδητή επιλογή· είναι η πιο αρχέγονη λειτουργία της ζωής, που δρα ανεξάρτητα από την έλλογη βούληση ή την άλογη επιθυμία. Τη στιγμή της κατάποσης των υπνωτικών στο ξενοδοχείο Σεντράλ, η περιγραφή αφήνει έκθαμβο τον αναγνώστη: «μια αίσθηση γαλήνης με κυρίευσε», γράφει ο συγγραφέας. Δεν υπάρχει τρόμος, δεν υπάρχει μεταμέλεια. Μόνο γαλήνη, μια ατάραχη νηνεμία. Ο φόβος του θανάτου έχει εκλείψει, και ακριβώς αυτή η απουσία του φόβου αναδεικνύει πόσο σπάνια ζούμε χωρίς αυτόν τον δυνάστη. Όταν ξυπνά στο νοσοκομείο –σωσμένος, ατυχώς ή τυχαία, από έναν συναγερμό με βλάβη–  ο πρωταγωνιστής δεν εκφράζει ούτε ανακούφιση ούτε απογοήτευση. Εκφράζει σαρκαστική παρατήρηση, false alarm. Ο στόχος του εκούσιου θανάτου ακυρώθηκε από ένα λάθος του συστήματος, ο ίδιος ο θάνατος που είναι στην απόλυτη ευχέρειά του να θερίσει σε μια νύχτα δεκάδες ζωές, αποφάσισε να σπάσει πλάκα με τον άνθρωπο που τον επιθυμούσε διακαώς και να τον αφήσει να ζήσει.

Οι ασήμαντες υποθέσεις ως φιλοσοφική κατηγορία

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά χαρακτηριστικά της νουβέλας είναι ο τρόπος που ο Δημητρίου εξισώνει, χωρίς ιεράρχηση, τα μικρά και τα μεγάλα γεγονότα. Η απόφαση για αυτοκτονία τίθεται στο ίδιο επίπεδο με το χωνάκι παγωτό καρύδα, την ανάγκη για καινούριο κινητό τηλέφωνο, τη στένεψη των παντελονιών. Ο θάνατος του θείου από «ανακοπή ζωής», όπως το διατυπώνει χαρακτηριστικά ο πρωταγωνιστής, αντιμετωπίζεται με την ίδια ψυχραιμία που αντιμετωπίζεται η ανάγκη να παραγγελθεί στεφάνι ή μπουκέτο από το ανθοπωλείο. Αυτή η ισοπέδωση δεν είναι αδιαφορία· είναι οντολογικό πρόταγμα. Ο Δημητρίου μάς λέει, υπογείως, αυτό που ο Μάρκος Αυρήλιος εξέφραζε ρητά στα Εις εαυτόν (12, 27): τα ανθρώπινα πράγματα είναι εφήμερα, «καπνός και τέφρα». Η διαφορά είναι ότι ο συγγραφέας το αποδεικνύει μέσα από τη μυθοπλασία, όχι μέσα από τη φιλοσοφική περίσκεψη. Και αυτό έχει μεγαλύτερη ισχύ: δεν μας λέει να αποδεχτούμε ή να κατανοήσουμε ορθολογικά την ασημαντότητα των ανθρώπινων υποθέσεων – μας κάνει να τη νιώσουμε, μέσα από έναν αντιήρωα που ζει απόλυτα μέσα σε αυτή. Ο χώρος εργασίας του πρωταγωνιστή – η «Εταιρεία Αποκομιδής σκυβάλων και άλλων ανακυκλώσιμων υλών» – δεν είναι τυχαίος. Ο άνθρωπος που ασχολείται επαγγελματικά με τα απόβλητα της ζωής, με αυτά που οι άλλοι πετούν και ξεχνούν, έχει βαθύτερη κατανόηση της φθαρτότητας από οποιονδήποτε άλλον. Κι όμως αισθάνεται «κατά το ήμισυ άρχοντας», γιατί «η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά». Εδώ ο Δημητρίου παίζει με μια λεπτή ειρωνεία: αυτός που γνωρίζει καλύτερα απ’ όλους τι είναι σκύβαλο είναι και αυτός που είναι πιο ειλικρινής απ’ όλους για την ανθρώπινη φύση.

Η φθορά του επαγγέλματος και η οντολογία της εργασίας

Ο νεωτερικός άνθρωπος καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το επάγγελμά του. Ο Δημητρίου αναστρέφει αυτή τη σχέση: εδώ το επάγγελμα δεν ορίζει τον άνθρωπο, αλλά δηλώνει την υπαρξιακή του κατάσταση. Ο πρωταγωνιστής δεν αγαπά τη δουλειά του, αλλά ούτε την αντιπαθεί. «Δεν ήταν από εκείνα τα πράγματα που σου χαλάνε τη μέρα, ήτανε από εκείνα τα πράγματα που τη γεμίζουν». Αυτή η αποδοχή – ούτε ενθουσιασμός ούτε απόρριψη, αλλά μια σιωπηρή συμφιλίωση με αυτό που υπάρχει – είναι η πιο αυθεντική φιλοσοφική στάση του κειμένου. Το επάγγελμα αυτό δεν συνεπάγεται κοινωνική υποβάθμιση, όπως λένε οι πολλοί, αλλά κάτι πολύ βαθύτερο: την καθημερινή επαφή με αυτό που η κοινωνία αποκλείει ή απεχθάνεται, αυτό που ξεχνά, αυτό που πετά. Η επαφή με τη φθορά αποτελεί μια μελέτη θανάτου, μια ύψιστη μορφή φιλοσοφίας. Ο επιθεωρητής αποκομιδής είναι ο «φιλόσοφος του σκουπιδοτενεκέ»: γνωρίζει τι μένει όταν φύγουν όλα τα υπόλοιπα, αισθάνεται το ον μέσα στο μη ον. Ένα άλλο φιλοσοφικό χαρακτηριστικό είναι η τάξη εντός ενός φαινομενικού χάους. Ο πρωταγωνιστής του Δημητρίου βρίσκει στα σκουπίδια μια παράδοξη ευταξία: ακούει τον ήχο του σκουπιδιάρικου να περνά τα μεσάνυχτα και «χαλαρώνει». «Όλα υπό έλεγχο, στην ώρα τους, τα σκουπίδια ολόφρεσκα κατρακυλούσαν στην καταβόθρα, αλέθονταν και γίνονταν ομοιόμορφος πολτός, και σε λίγο άκουσε το σκουπιδιάρικο να ξεμακραίνει σ’ άλλη γειτονιά». Η εργασία – ακόμα και η πιο υλική, ακόμα και αυτή που ασχολείται με την αποσύνθεση – παρέχει μια αίσθηση κοσμικής τάξης που αλλού δεν βρίσκεται. Ακόμη και μέσα σ’ αυτό το χάος της ασημαντότητας ανευρίσκονται στοιχεία ευταξίας που νοηματοδοτούν την ύπαρξη και χαρίζουν στιγμές ευδαίμονος αταραξίας.

Ο χρόνος, η κυκλικότητα και η επανάληψη

Το κείμενο ανοίγει και κλείνει με την ίδια φράση: «Από εκείνη την ημέρα του Ιούλη που ο ήλιος έκαιγε την πόλη και αποφάσισα ν’ αυτοκτονήσω πέρασαν δύο χρόνια, δύο μήνες και είκοσι δύο μέρες». Αυτή η κυκλικότητα δεν είναι απλώς μια αφηγηματική τεχνική, αλλά ενέχει φιλοσοφικό νόημα. Ο χρόνος μετριέται με ακρίβεια, αλλά χωρίς περιεχόμενο· η πάροδός του δεν φέρνει μετάβαση, δεν φέρνει ανάπτυξη. Ο πρωταγωνιστής ή κόσμος δεν αλλάζει, δεν αναπτύσσεται, δεν εξελίσσεται. Απλώς υπάρχει. Αυτή η επαναλαμβανόμενη δομή παραπέμπει σε μια αναγκαστική επιστροφή: ό,τι συνέβη, θα ξανασυμβεί, ατελείωτα. Ο πρωταγωνιστής επιστρέφει στο σπίτι του, κουλουριάζεται στον καναπέ, κοιτά την τεφροδόχο-σκουπιδοτενεκέ που φοράει στον λαιμό του σαν φυλαχτό – ένα αντικείμενο που συνδυάζει τη στάχτη (θάνατο) με τα σκύβαλα (ζωή). «Απόψε θα πάω στη δουλειά, ένας επιθεωρητής αποκομιδής σκυβάλων, παρασημοφορημένος, οφείλει να τιμά τον τίτλο του». Η ζωή και ο θάνατος συνεχίζονται. Όχι ως θρίαμβος, αλλά ως καθήκον μιας τραγικής αναγκαιότητας.

Η γλώσσα ως φιλοσοφικό εργαλείο

Η γλώσσα του συγγραφέα είναι το μέσο με το οποίο η φιλοσοφία διεισδύει στο κείμενο χωρίς να αναγγέλλεται. Οι προτάσεις τρέχουν σε εσωτερικό μονόλογο, σχεδόν αδιάκοπες, σαν συνείδηση που παρατηρεί τα πάντα χωρίς να κρίνει τίποτε. Η σύνταξη δεν σπάει, δεν ακυρώνει τον εαυτό της – αντίθετα, επιμένει στη λεπτομέρεια με σχολαστικότητα που θυμίζει ενδελεχή καταγραφή. Αυτός ο τόνος ψυχρής παρατηρητικότητας είναι ο τόνος μιας άτεγκτης φαινομενολογίας: η ύπαρξη περιγράφεται όπως παρουσιάζεται, χωρίς ερμηνευτικές προσθήκες. Ο χιουμοριστικός τόνος – που δεν απουσιάζει ποτέ, αλλά δεν είναι ποτέ κυρίαρχος – λειτουργεί ως η πιο επίπονη μορφή «μακιαβελικής» αλήθειας, που μειδιά με την ανθρώπινη ατέλεια. Διότι το κωμικό δεν ακυρώνει το τραγικό: το αναδεικνύει ευφυώς. Ο Δημητρίου, σε αυτή τη νουβέλα, αποδεικνύει ότι το γέλιο και ο θρήνος, το κωμικό και το τραγικό είναι όψεις του ίδιου νομίσματος της ανθρώπινης ύπαρξης.

Συμπέρασμα: Ένα φιλοσοφικό κείμενο με λογοτεχνικό προσωπείο

Ο Άνθρωπος που απέτυχε να πεθάνει δεν είναι, τελικά, μια ιστορία για τον θάνατο. Είναι μια ιστορία για τη ζωή – για την ακατανόητη, παράλογη, άκαμπτη επιμονή της να συνεχίζεται παρά τη βούλησή μας. Ο συγγραφέας παρά το ότι εδώ δεν  γράφει φιλοσοφία, ενεργεί «φιλοσοφικά» μέσω της πιο αποτελεσματικής λογοτεχνίας: μας βάζει μέσα σε μια υπαρξιακή αγωνιώδη εμπειρία και μας αφήνει να την αισθανθούμε με μια κίνηση από μέσα προς τα έξω. Ο πρωταγωνιστής απέτυχε να πεθάνει. Αλλά δεν κατάφερε ούτε να ζήσει – με τη βαθύτερη έννοια της λέξης, εκείνη που απαιτεί συνειδητή επιλογή, συμμετοχή, νόημα. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η πιο οδυνηρή αλήθεια της νουβέλας: ο τόπος ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, ο τόπος που κατοικεί ο αντιήρωας, είναι ο τόπος που κατοικούν οι περισσότεροι άνθρωποι, χωρίς καν να το έχουν αποφασίσει. Το έργο του Δημητρίου συνδιαλέγεται αθόρυβα με τη μεγάλη φιλοσοφική παράδοση – από τον Επίκουρο ως τον Μάρκο Αυρήλιο, από τον Μακιαβέλι ως τον Νίτσε και τον Σαρτρ – χωρίς να τους επικαλείται ποτέ ρητά. Αυτή είναι η ανώτατη μορφή φιλοσοφικής λογοτεχνίας: να φέρει κανείς ιδέες χωρίς να τις αναγγέλλει, να θέτει ερωτήματα χωρίς να τα διατυπώνει, να αφήνει τον αναγνώστη να βρει μόνος του το βάρος αυτών που διαβάζει. Ο Άνθρωπος που απέτυχε να πεθάνει είναι, κατά βάθος, ο άνθρωπος που απέτυχε να ζήσει συνειδητά – και σε αυτή την αποτυχία αναγνωρίζουμε, αν είμαστε ειλικρινείς, κάτι πολύ δικό μας.