Ο νέος πολιτικός διπολισμός

Γράφει ο Γρηγοριάδης Κωνσταντίνος

Η ανάδυση στο πολιτικό προσκήνιο των τελευταίων ετών αντισυμβατικών πολιτικών προσωπικοτήτων και κομμάτων, τα οποία ως προς τη ρητορική τους εκφράζουν την επιστροφή τους στο παλαιό καθεστώς του κλειστού εθνικού κράτους, συνιστά ένα φαινόμενο, το οποίο σηματοδοτεί στο επίπεδο της πολιτικής διαμάχης έναν  νέο βασικό πολιτικό διπολισμό. Στο συγκεκριμένο κείμενο, στόχος είναι η διασάφηση της νέας εγκατεστημένης πολιτικής πραγματικότητας εκκινώντας από την παλαιά ιδεολογική διαμάχη  ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά και ερμηνεύοντας στη συνέχεια το νέο πολιτικό φαινόμενο σε συνάφεια με το πολιτικό σύστημα της νεωτερικότητας, δηλαδή το φιλελεύθερο κοινοβουλευτικό πολίτευμα.

Σε προηγούμενο άρθρο είχαμε επισημάνει, ότι τη δεκαετία του 1990 (ίσως και πιο πριν) ο πλανήτης άρχισε να εισάγεται σε μια νέα φάση της ιστορίας, την οποία σφράγιζε η περίφημη παγκοσμιοποίηση, δηλαδή η διακρατική επέκταση της οικονομικής δραστηριότητας και της επικοινωνίας. Μέχρι και τη δεκαετία του ’80 οι δύο πτυχές ήταν περιορισμένες στο πλαίσιο του εθνικού κράτους. Ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, όπου άρχισε η διαδικασία αποτίναξης της απολυταρχίας και της μετάβασης στη κοινωνία, όπου αναγνωρίζεται η ατομική ελευθερία, η οικονομική δραστηριότητα ενός ιδιώτη δεν εξαπλωνόταν εκτός του κράτους. Αυτή η πραγματικότητα μας οδηγεί να διατυπώσουμε ορισμένες διαπιστώσεις σχετικά με τη σχέση κοινωνίας και πολιτικής,  η οποία άρχισε να διαμορφώνεται από τις απαρχές της νεωτερικότητας.

Αρχικά, επήλθε μια κεφαλαιώδης αλλαγή για την θέση του ατόμου, καθώς υποστασιοποιείται μέσω της κατοχύρωσης της προσωπικής αυτονομίας και των κοινωνικοπολιτικών δικαιωμάτων,τα οποία αποτελούν τις νομικές εγγυήσεις ενάντια στην αυθαιρεσία του κράτους. Το πολιτικό σύστημα, το οποίο ανήκε προηγουμένως στην ιδιοκτησία του απόλυτου μονάρχη, περιέρχεται και αποτελεί συστατικό μέρος του νομικού πλάσματος του κράτους. Το πολιτικό προσωπικό συνεχίζει να ασκεί την εξουσία και να αποφασίζει για τις πολιτικές, αλλά στο νέο πολιτειακό περιβάλλον νομιμοποιείται από την κοινωνία δια της άσκησης του εκλογικού δικαιώματος. Έτσι, η πολιτική συνεχίζει να ανήκει στο κράτος και να παράγεται από αυτό με τη διαφορά ότι αναγνωρίζεται στο κοινωνικό σώμα ένα minimum ελευθερίας[1]. Δίπλα σε αυτήν την καίρια για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες αλλαγή, εισάγεται η διάκριση των εξουσιών η οποία αποσπά από το πρόσωπο του μονάρχη τη νομοθετική και δικαστική εξουσία.

Στο νεωτερικό πολιτικό πλαίσιο, το οποίο αρχίζει να εγκαθιδρύεται σταδιακά από τις αρχές του 19ου αιώνα, γεννιούνται οι δύο κύριες πολιτικές προτάσεις, ο φιλελευθερισμός και ο σοσιαλισμός. Ο πρώτος τάσσεται υπέρ ενός κοινοβουλευτικού πολιτεύματος με όλα τα θεμελιώδη γνωρίσματά του (κράτος δικαίου, ατομικά δικαιώματα, διάκριση των εξουσιών) και στο πεδίο της οικονομίας προτάσσει την ελεύθερη δραστηριοποίηση του ιδιώτη με περιορισμένη την παρεμβατικότητα του κράτους. Η ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας ενός ιδιώτη λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό της κρατικής πραγματικότητας. Η δεύτερη πολιτική πρόταση δεν υποστήριζε κάποιο άλλο πολιτικό σύστημα (δηλαδή μια άλλη σχέση κοινωνίας και πολιτικής), αλλά πρέσβευε τον αγώνα μέσω εξωθεσμικών παρεμβάσεων για την κατοχύρωση κοινωνικών δικαιωμάτων και καλύτερων εργασιακών συνθηκών[2]. Με άλλα λόγια, οι σοσιαλιστικές  εργατικές δυνάμεις πίεζαν για την συμπερίληψή τους στο πολιτικό σύστημα και τη βελτίωση της θέσης του στον οικονομικό τομέα.

Η παραπάνω παρατήρηση μας οδηγεί στη διαπίστωση, ότι η σχέση κοινωνίας και πολιτικής διέπεται από το γνώρισμα της διαμεσολάβησης, καθώς η συνάντηση των δύο συντελείται στο παρελθόν στο επίπεδο της ιδεολογίας κατά εξωθεσμικό τρόπο[3]. Δηλαδή, καθώς το κεφάλαιο συσσωρευόταν και η εργατική δύναμη παραγόταν εντός του κράτους, ο φιλελεύθερος αστός, ο οποίος επιθυμούσε τη διευκόλυνση της επίτευξης των συμφερόντων του, ψήφιζε ακριβώς τις φιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις. Αντίστοιχα, ο σοσιαλιστής εργάτης ψήφιζε τις σοσιαλιστικές πολιτικές δυνάμεις ώστε να πιέσουν για πολιτικές συμβιβασμών, που θα επέφεραν οφέλη για τον εργατικό κόσμο. Επομένως, η ταύτιση πολιτικών και μέρους μιας κοινωνίας σε μια πολιτική ιδεολογία ήταν ο καθοριστικός παράγοντας ο οποίος επηρέαζε το περιεχόμενο των πολιτικών προς εφαρμογή.

Οι εξωθεσμικοί αγώνες του εργατικού κόσμου παρά τις θυσίες και τη βία που υπέστησαν από τις κατασταλτικές δυνάμεις του κράτους, οδήγησαν σε αρκετές κατακτήσεις, που αφορούσαν τη βελτίωση των συνθηκών της εργασίας, τη σταδιακή εγκαθίδρυση του κοινωνικού κράτους, την κατοχύρωση κοινωνικών δικαιωμάτων κλπ. Οι κατακτήσεις αυτές ήταν πολύ σημαντικές, καθώς εξαφάνισαν σε μεγάλο βαθμό το καθεστώς εκμετάλλευσης των εργατών και δημιούργησαν τους όρους μιας καλύτερης διαβίωσης. Άρα, ο βασικός πολιτικός διπολισμός αφορούσε τη σύγκρουση των δύο κυρίαρχων πολιτικών προτάσεων, οι οποίες συνέβαλαν στη μετάβαση του δυτικοευρωπαϊκού κόσμου από τη φεουδαρχία στον κοινοβουλευτισμό, δηλαδή σε μια πρώιμη φάση αναγνώρισης της ελευθερίας. Επομένως, οι εξωθεσμικές παρεμβάσεις της κοινωνίας και οι πιέσεις ενάντια στο πολιτικό προσωπικό ήταν αποτελεσματικές και καρποφόρες όσο το κεφάλαιο και η εργατική δύναμη παράγονταν εντός του κράτους.

Η κατάσταση αυτή αρχίζει να αλλάζει περίπου από τη δεκαετία του ‘90. Η παγκοσμιοποίηση, η οποία συνίσταται στην πλανητική (ή κοσμοσυστημική) επέκταση της οικονομικής δραστηριότητας και τεχνολογίας, οδήγησε στη διατάραξη των προηγούμενων συσχετισμών δύναμης ανάμεσα στην κοινωνία, το κράτος και την αγορά. Η δυνατότητα κάποιου να επεκτείνεται οικονομικά στο διεθνές στερέωμα του έδωσε το πλεονέκτημα να μην υπόκειται στις κρατικές υποδείξεις, αλλά να τις υπερβαίνει και να γίνεται ανεξάρτητος από αυτές. Η ανεξαρτησία του αυτή από τις παρεμβάσεις του κράτους του δίνει περαιτέρω τη δυνατότητα να υπαγορεύει και πολιτικές με αντάλλαγμα την ευνοϊκή δραστηριοποίηση στο εσωτερικό μιας χώρας. Άρα, το πολιτικό σύστημα που γέννησε η νεωτερικότητα συναινεί στη νέα κατάσταση και μάλιστα οι πολιτικές δυνάμεις δεν μπορούν να περιορίσουν την ανεξέλεγκτη επέλαση των οικονομικών δυνάμεων με αποτέλεσμα να δημιουργείται το εν λόγω χάσμα δύναμης. Η πολιτική εξουσία γνωρίζει τα όριά της αδυνατώντας να αναμετρηθεί με όσους έχουν καταφέρει να αυτονομηθούν από την πραγματικότητα του κράτους.

Επίσης, η νέα πραγματικότητα η οποία προέκυψε από την αυτονόμηση της αγοράς επέφερε μια σημαντική μεταβολή στον παλαιό πολιτικό διπολισμό. Οι φιλελεύθερες δυνάμεις, οι οποίες ευνοούσαν προηγουμένως τους παράγοντες του επιχειρηματικού κόσμου, πλέον τάσσονται υπέρ της ελεύθερης κίνησης του κεφαλαίου σε διεθνές επίπεδο. Η οβιδιακή μεταβολή συνέβη ωστόσο στην περίπτωση της Αριστεράς. Ενώ παλαιότερα υποστήριζε την παρεμβατικότητα του κράτους στην οικονομία και την εφαρμογή κοινωνικής πολιτικής μέσω εξωθεσμικών αγώνων, πλέον παραμένει δέσμια της νέας πραγματικότητας χωρίς να στοχάζεται για τη δυνατότητα αλλαγής του προτάγματός της. Η εμμονή της Αριστεράς στις μεθόδους του παρελθόντος δεν φέρνει κανένα αποτέλεσμα, διότι η εξισορρόπηση της διαρραγείσας σχέσης κοινωνίας, κράτους και αγοράς δεν μπορεί να επιτευχθεί με εξωθεσμικές παρεμβάσεις. Συνεπώς, η Αριστερά μένοντας προσκολλημένη στο παρελθόν αδυνατεί να ανατρέψει την εις βάρος των κοινωνιών κατάσταση, καθώς δεν παρουσιάζει εναλλακτική πρόταση αντιμετώπισης πέραν των εξωθεσμικών κοινωνικών διεκδικήσεων.

Η αδυναμία της Αριστεράς να κατανοήσει τη μετάβαση σε άλλη εποχή με τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί αφορά ωστόσο την πολιτική της συμπεριφορά όσο η ίδια είναι αντιπολιτευόμενη δύναμη. Όταν όμως αναδεικνύεται σε διαχειρίστρια της εξουσίας (η περίπτωση ΣΥΡΙΖΑ είναι χαρακτηριστική), προσφέρει νομιμοποίηση στις δυνάμεις των αγορών προκρίνοντας όχι μόνο την ελεύθερη κινητικότητα του κεφαλαίου αλλά και αυτήν της εργασίας, δηλαδή την απεριόριστη μετακίνηση πληθυσμών. Ως προς αυτήν την παρατήρηση, η περίπτωση της άρχουσας εκδοχής της Αριστεράς στην Ελλάδα, του ΣΥΡΙΖΑ, είναι χαρακτηριστική. Το εν προκειμένω πολιτικό κόμμα στο όνομα του ανθρωπισμού επέτρεψε την είσοδο χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών, σύμφωνα με τη λογική των ανοικτών συνόρων, χωρίς να έχει ετοιμάσει ένα οργανωμένο σχέδιο ελέγχου των ροών αυτών και κυρίως της ομαλής ένταξης και ενσωμάτωσής τους. Αντιθέτως, οι πρόσφυγες αφέθηκαν απελπισμένοι στα περίφημα hotspots σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης. Η τακτική της ελληνικής αριστεράς να καλεί μεγάλες ροές πληθυσμών χωρίς να συνεκτιμά την ενσωμάτωσή τους αλλά και την ευημερία της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας είναι κάτι που την ταξινομεί σε όσους συναινούν στη ζοφερή πραγματικότητα χωρίς να αντιτάξουν άλλο επιχείρημα.

Επίσης, η διαχείριση του προσφυγικού προβλήματος θα έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες, οι οποίες θα εμφανιστούν λόγω της απουσίας πολιτικών ενσωμάτωσης. Για παράδειγμα, η συνοχή μιας κοινωνίας μπορεί να βρεθεί σε κίνδυνο, όταν η Πολιτεία δεν καταφέρει να θέσει τους κανόνες της συνύπαρξης μιας νέας πολιτισμικής ομάδας με την κοινωνία που ζει ήδη στο εσωτερικό μιας επικράτειας. Οι αποκλεισμένες εθνοτικές ομάδες μπορεί να καταφύγουν μέχρι και στη δημιουργία γκέτο, τα οποία διαφεύγουν του ελέγχου του κράτους. Επομένως, η αποτυχία ή ελαττωματική διαχείριση του εν λόγω προβλήματος θα έχει αρνητικές επιπτώσεις μελλοντικά. Ακόμα, η συνθήκη αυτή φέρνει μεταβολές στην εργασία, καθώς η αξία της διολισθαίνει από αντικείμενο δημοσίου δικαίου που τελεί υπό προστασία σε αντικείμενο αξίας ενός τυπικού εμπορεύματος. Ήδη η αλλαγή αυτή στην εργασία επήλθε με την αυτονόμηση της αγοράς από τον έλεγχο του κράτους. Άρα, η οικονομική μετανάστευση επηρεάζει αρνητικά τις ήδη υπάρχουσες συνθήκες, κυρίως σε χώρες όπου η αξία της εργασίας είναι σχετικά υψηλή.

Γίνεται αντιληπτό, ότι η Αριστερά όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο, μπροστά στις ιστορικές αλλαγές που συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια, δεν μπορεί να προτείνει λύσεις, οι οποίες να αποτελούν μέρος ενός διαφορετικού προβληματισμού και προτάγματος, το οποίο να στοχεύει στην υπέρβαση των θεμελίων του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος. Ο ρόλος της παραμένει αυτός της παρακολούθησης των εξελίξεων, της συναίνεσης στη νέα πραγματικότητα και δυστυχώς της ευνοϊκής μεταχείρισής της. Επομένως, ο παλαιός πολιτικός διπολισμός, κατά τον οποίο η Αριστερά διεκδικούσε εναντίον των φιλελεύθερων δυνάμεων μια καλύτερη θέση για τον εργατικό κόσμο, έχει εξαφανιστεί, διότι η χρήση των πρωτο-ανθρωποκεντρικών εργαλείων δεν φέρνει κανένα αποτέλεσμα. Άρα, τολμώ να φρονώ, ότι και οι όποιες διαφορές υπήρχαν μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς δεν υφίστανται πλέον λόγω των αλλαγών που περιγράψαμε.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις εξελίξεις, παρατηρείται συνάμα τα τελευταία χρόνια (από το 2008 και μετά) η σταδιακή άνοδος πολιτικών κομμάτων και προσώπων, που κατατάσσονται στο χώρο της ακροδεξιάς (το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία, η Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα, ο Trump στις ΗΠΑ κ.λ.π). Ως προς τη ρητορική τους, οι πολιτικές δυνάμεις αυτού του χώρου προβάλλουν μια εναντίωση προς την παγκοσμιοποίηση, εγκρίνουν τον απομονωτισμό και τον οικονομικό προστατευτισμό, επικαλούνται συνεχώς την έννοια του έθνους και επίσης αποστρέφονται τα ομοσπονδιακά προτάγματα, τα οποία σχετίζονται και με τη συζήτηση για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο πολιτικός λόγος  με τα ανωτέρω γνωρίσματα σαφώς και δεν επαγγέλλεται κάτι νέο[4], αλλά την επιστροφή στο παλαιό εθνικό κράτος του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα. Δηλαδή, έχει ενδιαφέρον να σημειώσουμε στο σημείο αυτό και τη μεταβολή που έχει επέλθει στο περιεχόμενο των πολιτικών όρων, καθώς αυτοί που επιθυμούν την καθεστηκυία τάξη του 19ου αιώνα (συμφωνώντας με τους παρελθοντικούς κατόχους του πολιτικού συστήματος) σήμερα αποκαλούνται «εθνολαϊκιστές» και «ακροδεξιοί». Ακροδεξιός δε θεωρείται μόνο όποιος επαγγέλλεται ιδέες του φασισμού και του αντικοινοβουλευτισμού, αλλά όποιος επιθυμεί το κλειστό εθνικό κράτος[5] ή ακόμα και όποιος αναφέρεται αφηρημένα στην έννοια του έθνους.

Επίσης, οφείλω να τονίσω, ότι η ανάδειξη αυτών των αντισυμβατικών (και όχι αντισυστημικών) κομμάτων σε ποσοστά, τα οποία τους επιτρέπουν να αναμετρώνται στην πολιτική αντιπαράθεση επί ίσοις όροις, δεν οφείλεται κυρίως σε κάποια ξαφνική και ραγδαία άνοδο του εθνικισμού στο κοινωνικό σώμα. Είναι αληθές, ότι υπάρχουν τμήματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών, τα οποία ανέπτυξαν την πεποίθηση επιστροφής στο κλειστό εθνικό κράτος, της εναντίωσης στην Ε.Ε και της αόριστης αναφοράς στο έθνος, όμως οι πεποιθήσεις αυτές εμμένουν στην νεώτερη προσέγγιση του έθνους, που αφορά την κρατική του διαχείριση. Η πλειοψηφία των ψήφων, ωστόσο, που λαμβάνουν αυτές οι πολιτικές δυνάμεις προέρχεται από ένα αίσθημα διαμαρτυρίας απέναντι στις δυσμενείς συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί εις βάρος των κοινωνιών λόγω της διατάραξης της ισορροπίας μεταξύ κοινωνίας, κράτους και αγοράς. Η ανάδειξη των αντισυμβατικών σχηματισμών από τις κοινωνίες υποκρύπτει την πεποίθηση ότι το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί πλέον να ανταποκριθεί στο συμφέρον τους, καθώς οι παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις δεν μπορούν να προτείνουν καίριες λύσεις για τα θεμελιώδη προβλήματά τους.

Το χάσμα, λοιπόν, το οποίο υπάρχει ανάμεσα στην αυτονόμηση της οικονομίας από το κράτος και το πολιτικό σύστημα, του οποίου οι αρχές ανάγονται ήδη στη μετάβαση από τη φεουδαρχία στο νεώτερο κόσμο, έχει γεννήσει έναν νέο πολιτικό διπολισμό, ο οποίος συνοπτικά συνίσταται στην υπεράσπιση δύο αντίθετων πολιτικών: των κλειστών συνόρων από τη μια, των ανοικτών από την άλλη. Οι μεν θιασώτες των κλειστών συνόρων ονειρεύονται την επιστροφή σ’ ένα παρελθόν, το οποίο ανήκει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, οι δε υπερασπιστές των ανοικτών συνόρων επιθυμούν τη δημιουργία μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας, χωρίς ωστόσο να προβάλλουν το αίτημα της ένταξης μιας άλλης πολιτισμικής ιδιαιτερότητας με ομαλό τρόπο σε μια συγκεκριμένη επικράτεια, καθώς ενδιαφέρονται απλώς και μόνο για τη ελεύθερη μετακίνηση φτηνού εργατικού δυναμικού.

Η ανάδυση του νέου πολιτικού διπολισμού θίγει τον χαρακτήρα του νεώτερου πολιτικού συστήματος και κυρίως αγγίζει το πρόβλημα της αλλαγής του. Δηλαδή, η ανάδειξη των αντισυμβατικών πολιτικών προσώπων σε σημαντικά εκλογικά ποσοστά υποκρύπτει όχι την αληθινή ταύτιση της βούλησης της κοινωνίας με τις απόψεις των πρώτων, αλλά τη δυσπιστία και τη διάθεση διαμαρτυρίας απέναντι στους πολιτικούς σχηματισμούς, οι οποίοι αδυνατούν να αναμετρηθούν με το συμφέρον των αγορών. Άρα, το ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι το ακόλουθο: εάν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες είχαν τη θεσμική δυνατότητα να αποφαίνονται για πολιτικές που θα εφαρμοστούν ή αν ήταν όντως εντολείς του πολιτικού προσωπικού με δυνατότητα τακτικής έκφρασης βούλησης, το μείγμα των αποφασισμένων πολιτικών θα ήταν το ίδιο; Η αρνητική απάντηση στο ερώτημα υποδεικνύει ότι για να υπάρχει η εξισορρόπηση ανάμεσα στο συμφέρον των αγορών και σε εκείνο των κοινωνιών, μόνη λύση είναι η μετατροπή των τελευταίων σε θεσμικούς εταίρους της πολιτείας. Η μετάβαση της οικονομίας στο μέλλον καθιστά επιτακτική την ανάγκη παραίτησης των κοινωνιών από το αξιακό και ιδεολογικό περιβάλλον του 19ου αιώνα και τη διεκδίκηση της τακτικής παρουσίας τους στα πολιτικά πράματα.

Συμπερασματικά, οι κοσμοϊστορικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί πλανητικά, κατά τη γνώμη μου, έχουν ως συνέπεια μια κρίση στο επίπεδο της ευημερίας των λαών, η οποία έχει προσωρινό χαρακτήρα. Η διαδικασία μετάβασης από το κλειστό εθνικό κράτος στην εποχή της θεσμικής ενσωμάτωσης της κοινωνίας αντιστοιχεί στην εμφάνιση ενός πολιτικού διπολισμού, ο οποίος συνίσταται στη σύγκρουση δύο πολιτικών, οι οποίες συμπίπτουν σε ό,τι αφορά το ρόλο της κοινωνίας στο πολιτικό σύστημα (αυτός του ιδιώτη). Ούτε αυτή τη φορά η εναλλακτική πρόταση δεν αποβλέπει στην αλλαγή των συσχετισμών δύναμης, αλλά στην προσπάθεια οπισθοδρόμησης της παγκοσμιοποίησης. Σίγουρα το μέλλον παρουσιάζει ενδιαφέρον, καθώς μένει να δούμε πόσο ακόμα θα διαρκέσει η αρχή της ενιαίας σκέψης σε επίπεδο πολιτικής ρητορικής.

[1] Η πρωταρχική σημασία που έχει η ατομική ελευθερία φαίνεται στο θεωρητικό υπόβαθρο του νεώτερου πολιτικού συστήματος, το οποίο προέρχεται από τα καίρια έργα των κλασικών φιλελεύθερων πολιτικών φιλοσόφων (Locke, Kant, Constant, Tocqueville, Mill).

[2] Μην ξεχνάμε ότι η έντονη παρεμβατικότητα του κράτους στην περίπτωση των ανατολικών χωρών οδήγησε στην εκτροπή της υποταγής του οικονομικού παράγοντα στο κράτος με αποτέλεσμα τον ολοκληρωτικό συγκεντρωτισμό του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού. Βέβαια το αν η εκτροπή αυτή ήταν τόσο απομονωμένη από τη μαρξιστική θεωρία, είναι ένα ζήτημα που έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον, αλλά με αυτό δε θα καταπιαστούμε εδώ.

[3] Κοντογιώργης Γεώργιος, Η δημοκρατία ως ελευθερία:Δημοκρατία και αντιπροσώπευση, Εκδόσεις Πατάκη: Αθήνα, 2007,σ. 417-424

[4] Χαρακτηριστικές ήταν οι εξαγγελίες του Donald Trump για τις μεταρρυθμίσεις των πρώτων 100 ημερών της διακυβέρνησής του.

[5] Επίσης έχει ενδιαφέρον το γεγονός, ότι τον τελευταίο καιρό στην πολιτική ατζέντα των φιλελευθέρων επιστρατεύεται η κατηγορία του εθνολαϊκισμού για όσες πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες ανεξαρτήτως προθέσεως αναφέρονται στο συλλογικό συμφέρον της κοινωνίας. Η στοχοποίηση εκ μέρους των ηγεμόνων όσων αντιτείνουν διαφορετικό πολιτικό λόγο είναι και απόδειξη της κρίσης της συναίνεσης στο φιλελεύθερο πολιτικό σύστημα.

Αναρτήθηκε στις: 22 Σεπτεμβρίου 2017
41 Σχόλια »
“Ο νέος πολιτικός διπολισμός”
  • Με όρους διπολισμού: το παλαιότερο συγκρουσιακό μοντέλο φιλελευθερισμός vs σοσιαλισμός (και οι αντίστοιχες ιδεολογίες) δίνει τη θέση του στο νέο εθνικισμός vs παγκοσμιοποίηση (κάτι αντίστοιχο υποστηρίζει και ο Harari)

    • Συμφωνώ απόλυτα. Μόνο που όπως όλοι οι δοτοί εκ των άνω προηγούμενοι διπολισμοί, έτσι και αυτή η «νέα» εκδοχή τους δεν θα μπορούσε να μην είναι εξίσου στημένη και εξίσου παγίδα. Τα εισαγωγικά τα έβαλα γιατί κατά τη γνώμη μου η παγίδα δεν είναι και τόσο νέα.
      Χωρίς καμμία διάθεση αυτοδιαφήμισης (απλώς επειδή δεν έβρισκα κάτι σχετικό στο διαδίκτυο κι έτσι αναγκάστηκα να γράψω εγώ κάτι πρόχειρο):
      ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ (ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ) ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ (ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ): ΟΙ ΔΥΟ ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ
      http://hypnovatis.blogspot.gr/2017/04/blog-post.html

  • Στο νεωτερικό πολιτικό πλαίσιο, το οποίο αρχίζει να εγκαθιδρύεται σταδιακά από τις αρχές του 19ου αιώνα, γεννιούνται οι δύο κύριες πολιτικές προτάσεις, ο φιλελευθερισμός και ο σοσιαλισμός. Ο πρώτος τάσσεται υπέρ ενός κοινοβουλευτικού πολιτεύματος με όλα τα θεμελιώδη γνωρίσματά του (κράτος δικαίου, ατομικά δικαιώματα, διάκριση των εξουσιών) και στο πεδίο της οικονομίας προτάσσει την ελεύθερη δραστηριοποίηση του ιδιώτη με περιορισμένη την παρεμβατικότητα του κράτους. Η ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας ενός ιδιώτη λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό της κρατικής πραγματικότητας. Η δεύτερη πολιτική πρόταση δεν υποστήριζε κάποιο άλλο πολιτικό σύστημα (δηλαδή μια άλλη σχέση κοινωνίας και πολιτικής), αλλά πρέσβευε τον αγώνα μέσω εξωθεσμικών παρεμβάσεων για την κατοχύρωση κοινωνικών δικαιωμάτων και καλύτερων εργασιακών συνθηκών[2]. Με άλλα λόγια, οι σοσιαλιστικές εργατικές δυνάμεις πίεζαν για την συμπερίληψή τους στο πολιτικό σύστημα και τη βελτίωση της θέσης του στον οικονομικό τομέα.

    Τι διαβάζουν τα ματάκια μας και δεν βγαίνουν! Ο σοσιαλισμός «δεν υποστήριζε κάποιο άλλο πολιτικό σύστημα» κατά τον 19ο αιώνα! Απλώς «οι σοσιαλιστικές εργατικές δυνάμεις πίεζαν για την συμπερίληψή τους στο πολιτικό σύστημα και τη βελτίωση της θέσης του στον οικονομικό τομέα»! Όλα αυτά τον αιώνα τού Μαρξ! Τον αιώνα τής Κομμούνας! Τον αιώνα τής 1ης και της 2ης Διεθνούς! Ποια επανάσταση; Ποια κοινωνική ιδιοκτησία τών μέσων παραγωγής;; Ποια δικτατορία τού προλεταριάτου;;; «[Ο]ι σοσιαλιστικές εργατικές δυνάμεις πίεζαν [απλώς!] για την συμπερίληψή τους στο πολιτικό σύστημα και τη βελτίωση της θέσης του στον οικονομικό τομέα.»!!!

    Απίστευτο! Όχι επειδή γράφτηκαν τέτοιες ανοησίες (όσο υπάρχουν άνθρωποι θα γράφονται και ανοησίες). Όχι επειδή δημοσιεύθηκαν (τα παιδιά εδώ είναι γνωστοί Εραστές τής Ελευθερίας τής Γνώμης –της βγάζουν τα μάτια κάθε βράδυ…). Αλλά που τέσσερις (4!) μερούλες τώρα δεν βρέθηκε κάποιος ή κάποια από το εδώ φιλομαθές κενό (της ομάδας τού ResPublica συμπεριλαμβανομένης) να τις επισημάνει!

  • @leftg700

    Δεν εχει διατυπωθεί σωστά . Θα μπορούσε όμως χωρίς να χαθεί καθόλου το νόημα. Οποτε το προσπερνάω εύκολα.

    Το ερώτημα μου δεν το απάντησες. Τα «αν και εφόσον» δεν τα καταλαβαίνω. Ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό στον πλανήτη ειναι ολιγαρχικοί, σε εσένα διακρίνω κάποιο κόλλημα αυτοπροσδιορισμού.

    Ναι , εχει σημασία το οτι δεν σε πείραξαν τα υπόλοιπα σημαντικότερα σημεία του άρθρου παρα μονο αυτο.

  • Στο νεωτερικό πολιτικό πλαίσιο, το οποίο αρχίζει να εγκαθιδρύεται σταδιακά από τις αρχές του 19ου αιώνα, γεννιούνται οι δύο κύριες πολιτικές προτάσεις, ο φιλελευθερισμός και ο σοσιαλισμός. […] Η δεύτερη πολιτική πρόταση δεν υποστήριζε κάποιο άλλο πολιτικό σύστημα (δηλαδή μια άλλη σχέση κοινωνίας και πολιτικής), αλλά πρέσβευε τον αγώνα μέσω εξωθεσμικών παρεμβάσεων για την κατοχύρωση κοινωνικών δικαιωμάτων και καλύτερων εργασιακών συνθηκών[2].

    H διατύπωση είναι προβληματική αλλά όχι απαραίτητα λανθασμένη. Προφανώς όταν ο συγγραφέας αναφέρεται στο νεωτερικό πολιτικό πλαίσιο (κοινοβουλευτισμός), το εννοεί στην πλήρη διαμόρφωσή του δηλ. χοντρικά μετά τα τέλη του 19ου αιώνα.
    Το ότι η «δεύτερη πολιτική πρόταση (δηλ. ο σοσιαλισμός) δεν υποστήριζε κάποιο άλλο πολιτικό σύστημα (δηλαδή μια άλλη σχέση κοινωνίας και πολιτικής), αλλά πρέσβευε τον αγώνα μέσω εξωθεσμικών παρεμβάσεων για την κατοχύρωση κοινωνικών δικαιωμάτων και καλύτερων εργασιακών συνθηκών», ισχύει απόλυτα από τη στιγμή που η αριστερά άρχισε να κατεβαίνει στις εκλογές. Με αυτή την έννοια, όσοι έκτοτε συνέχισαν να «υποστηρίζουν κάποιο άλλο πολιτικό σύστημα» (δηλ. όσοι παρέμειναν πιστοί στην κοινωνική επανάσταση) ήσαν κατά κύριο λόγο (για να μην πω αποκλειστικά) οι αναρχικοί.
    Νομίζω πάντως ότι, για να μην κάνουμε υποθέσεις, ο συγγραφέας θα έπρεπε να δώσει κάποιες διευκρινίσεις ως προς το τί εννοεί.

  • Ειναι προφανές πως το κείμενο αναφέρεται στην «σοσιαλδημοκρατία», ούτε στα ιδιόκτητα νηματουργεία του Robert Owen στο Lancashire ούτε στα χριστιανόσπιτα των τολστοιστών ή την Народная воля που όλοι αυτοί τελειως άσχετοι μεταξύ τους λέγανε ότι ήταν σοσιαλιστές.

  • Παρακολούθησα τη συζήτηση με ενδιαφέρον και οφείλω να καταθέσω ορισμένες διευκρινίσεις για τον ισχυρισμό, ο οποίος συζητήθηκε κάτω από το άρθρο. Αρχικά, προς τον Left G700, ο οποίος ειρωνεύτηκε την τοποθέτησή μου (αλλά θα το παρακάμψω αυτό) πρέπει να τονίσω ότι στο σύνολο της αριστερής σκέψης δεν υπάρχει (τουλάχιστον απ’όσο έχω διαβάσει, δεν έχω δει κάτι τέτοιο) συγκροτημένη πολιτικοθεωρητική πρόταση. Τον Marx δεν τον ενδιέφερε η δημοκρατία, δηλαδή η μεταφορά της πολιτικής αρμοδιότητας στην κοινωνία, αλλά η κριτική στον καπιταλισμό, το κυρίαρχο οικονομικό σύστημα και η υπέρβασή του. Στόχος των αριστερών ήταν η ανατροπή του καπιταλισμού, διότι θεωρείται η αιτία της εκμετάλλευσης και της αδικίας. Δεν αναπτύχθηκε ένας δομημένος στοχασμός για το πολιτικό σύστημα καθ’ εαυτό. Με άλλα λόγια, και με μορφή ερωτήματος, στο φιλελεύθερο συνταγματικό κράτος υπήρξε η διατύπωση κάποιας εναλλακτικής, στην οποία η κοινωνία θα ενυπάρχει ως δήμος; Υπάρχει η έννοια της θεσμημένης συλλογικότητας στον μαρξισμό; Δηλαδή, υπάρχει κάποιος αριστερός στοχαστής που πρεσβεύει είτε τη μετατροπή της κοινωνίας σε εντολέα ( δηλαδή σε φορέα ο οποίος θα μπορεί ανακαλεί, να απονέμει ευθύνες και να αποφασίζει για το περιεχόμενο των πολιτικών, καθώς και να ερωτάται γι’ αυτές) χωρίς απλά να διαδηλώνει πιέζοντας για εργασιακά δικαιώματα είτε τη σύσταση της κοινωνίας σε πολιτικό σύστημα με την ίδια να αποτελεί το υποκείμενο της αυτοκυβέρνησης; Νομίζω πως όχι, διότι οι έννοιες της αντιπροσώπευσης, της σχέσης εντολέα-εντολοδόχου,της κοινωνίας των πολιτών ως δήμου, της πολιτικής ελευθερίας δεν ενυπάρχουν στο εννοιολογικό οπλοστάσιο της Αριστεράς. Αλλά ακόμα και αν υπάρχουν σε διατυπώσεις οι οποίες δεν προσέχτηκαν ίσως, δεν εφαρμόστηκε κάτι τέτοιο στην ιστορική πραγματικότητα. Ανέκαθεν η Αριστερά αγωνιζόταν εναντίον του καπιταλισμού χωρίς όμως να προβάλλει το πρόταγμα της πολιτικής ελευθερίας, δηλαδή της αυτονομίας στο πεδίο λήψης των πολιτικών αποφάσεων. Αναπόφευκτα, επειδή το πρόταγμα για ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής δεν επιτεύχθηκε, πίεζε για βελτίωση της θέσης του εργατικού κόσμου χωρίς να θίγει σε γνωσιολογική βάση τα θεμέλια του νεωτέρου πολιτικού συστήματος. Αναφερόταν στη δημοκρατία και εννοούσε κοινωνικά δικαιώματα, κράτος πρόνοιας, δηλαδή παρεμβατικότητα του κράτους με το πολιτικό σύστημα να παραμένει το ίδιο. Οι περισσότεροι αριστεροί στοχαστές μέχρι και σήμερα κατατάσσουν τυπολογικά το παρόν πολιτικό σύστημα στην «αντιπροσωπευτική δημοκρατία». Εκεί όμως όπου η οικονομία υποτάχθηκε ολόκληρη στο κράτος, είδαμε μοντέλα τύπου Σοβιετικής Ένωσης και άλλα. Δηλαδή, ο φιλελευθερισμός και ο σοσιαλισμός ως προς αυτό συνέπιπταν: δηλαδή στη θεώρηση για τη θέση του πολίτη ως απλού ιδιώτη και την ιδιοκτησία του συστήματος από το κράτος. Ο πολίτης για την Αριστερά δεν αποτέλεσε ποτέ εταίρο του πολιτικού συστήματος, παρά μόνο απεργός και διαδηλωτής. Υπήρχε πρόταγμα αυτοκυβέρνησης, δηλαδή συγκρότησης του λαού σε δήμο στην περίπτωση της 1ης και 2ης Διεθνούς; Αν γνωρίζετε κάτι ως προς αυτό, πείτε για να μου λυθεί η απορία. Ακόμα και ο Γκράμσι, ο οποίος θεωρείται μεγάλος αναθεωρητής του μαρξισμού, ήθελε από την Αριστερά την εκμετάλλευση του νεώτερου πολιτικού συστήματος για να επιτευχθεί ο στόχος της περίφημης ηγεμονίας, όντας ο μόνος (αυτό το αναγνωρίζω) που ανέπτυξε καθαρή πολιτική θεωρία δίνοντας έμφαση στο εποικοδόμημα. Άρα, στις μεγαλύτερες πτυχές της (και όχι μόνο στη σοσιαλδημοκρατία), στόχος της Αριστεράς ήταν η συμπερίληψη της βούλησης των αδυνάμων στο πολιτικό σύστημα. Απευθυνόταν σε άλλο κοινωνικό ακροατήριο και όντως κατάφερε μέσω εντατικών αγώνων να βελτιώσει τη θέση των εργατών. Δεν αναρωτιέστε πώς σήμερα ενώ έχει συμβεί η παγκοσμιοποίηση, η Αριστερά δεν έχει μεταβάλει στο παραμικρό το πρόταγμά της και συνεχίζει να συνομιλεί με τους ίδιους όρους, ενώ αυτή τη φορά δεν καταφέρνει τίποτα; Θυμηθείτε μόνο εκείνες τις περίφημες διαδηλώσεις στο Πόρτο Αλέγκρε, στις οποίες κυριαρχούσε η άποψη «περί παγκοσμιοποίησης του εργατικού κινήματος» ως απάντησης στην παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου. Μα είναι δυνατόν; Αντί να διαδηλώνουμε εντός του εθνικού κράτους, θα διαδηλώνουμε υπερεθνικά για να ανατρέψουμε το κεφάλαιο; Οι πανίσχυροι παίρνουν το αεροπλάνο όποτε θέλουν, συνεδριάζουν και λαμβάνουν γρήγορα τις δυσάρεστες αποφάσεις για όλους μας. Με υπερεθνικές διαδηλώσεις θα περιοριστεί το συμφέρον των αγορών;Από αυτό και μόνο είναι προφανές πώς δεν αγγίζουν το ζήτημα της συμμετοχής της κοινωνίας στις πολιτικές αποφάσεις, γιατί παραμένουν στο αξιακό περιβάλλον του 19ου αιώνα και διότι ανέκαθεν δεν ανέπτυξαν τυπολογία πολιτικών συστημάτων. Θα ήθελα πολύ να ακούσω μια γόνιμη απάντηση, η οποία να φανερώνει κάποια πτυχή της Αριστεράς στο επίπεδο της θεωρίας, αλλά και της πράξης, που εγώ δεν γνώριζα. Ευχαριστώ.

    • Φίλε Κωνσταντίνε Γρηγοριάδη,

      Κατ’ αρχήν, θα σε προέτρεπα τα εξής:

      α) Να διαβάσεις, με κάποια προσοχή όμως, το πενταπλό σχόλιό μου προς τον Αθανάσιο Γεωργιλά.

      β) Να ξαναδείς τις διατυπώσεις σου στο επίμαχο σημείο το οποίο αναπαρήγαγα και το οποίο σχολίασα.

      γ) Όταν τα κάνεις αυτά τα δύο, με σχόλιό σου εδώ είτε να μας μας ξεκαθαρίσεις ότι εμμένεις στις αρχικές σου απόψεις, όπως αυτές διατυπώθηκαν στο άρθρο σου στο επίμαχο σημείο, είτε να επανατοποθετηθείς κάπως αναλυτικά.

      Μετά θα μπορούμε να συζητήσουμε όσο θέλεις.

      Τα λέμε

      ΥΓ Μην είσαι τόσο μυγιάγγιχτος με την ειρωνεία (που δεν ήταν μόνο ειρωνεία· ήταν και ευθεία καταγγελία και απόρριψη των ισχυρισμών σου ως ανιστόρητων και παντελώς ανακριβών). Η ειρωνεία, με την προϋπόθεση ότι δεν είναι προσβλητική, είναι αναντικατάστατο όπλο στην πολιτική αντιπαράθεση. Κι εγώ, όπως κατάλαβες, δεν σχολίασα για να προβάλω δειλά-δειλά ή με comme il faut τρόπους κάποιες ενστάσεις, αλλά για να αντιπαρατεθώ ολοκληρωτικά και μετωπικά επί τού συγκεκριμένου.

  • ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΓΕΩΡΓΙΛΑ (σχόλιο 27 Σεπτεμβρίου 2017 στις 09:38)

    Α! κύριε, κύριε Γεωργιλά, ποιος πρώτος θα γελά;[*]

    Να με συμπαθάτε κ. Γεωργιλά που σας την πέφτω από τον τίτλο κιόλας, αλλά μού φαίνεται ότι το ζητάει ο οργανισμός σας. Οπότε, μισή ντροπή δική σας, μισή δική μου.

    Έρχεστε –θυμίζοντας, τηρουμένων των διαφορών, επαγγελματικό στέλεχος του ΚΚΕ που θα υπερασπιστεί την ορθότητα των γραφομένων στο Ριζοσπάστη ακόμα κι αν σε αυτά συμπεριλαμβάνεται και η εκ παραδρομής λανθασμένη ημερομηνία έκδοσης!– για να περισώσετε το ντροπαλό[1] συγγραφέα τού άρθρου από το ναυάγιο στο συγκεκριμένο σημείο που επισήμανα. Και μου καταθέτετε τι ως επιχείρημα; Την κριτική τού Μαρξ στο συμβιβαστικό[2] πρόγραμμα της Γκότα και αυτήν τού Ένγκελς στο Σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα που ψηφίστηκε στο Συνέδριο της Ερφούρτης το 1891.

    Δεν αυτοπροσδιορίζεστε ως αριστερός[3] κι έτσι δεν μπορώ να σας κατηγορήσω ότι δεν ξέρετε, ως μη οφείλετε, πού πάνε τα τέσσερα από την ιστορία τού ίδιου τού κινήματος που υπερασπίζεστε. Οπότε, εντελώς πληροφοριακά μιλώντας, σας γνωστοποιώ τα κάτωθι:

    α) Το όντως συμβιβαστικό και μακριά από το στόχο τής ριζικής κοινωνικής αλλαγής σύμφωνα με τη μαρξική κοσμοθεωρία πρόγραμμα της Γκότα εγκαταλείφθηκε προς αριστερή κατεύθυνση (λαϊκιστί: πήγε άκλαυτο) λίγα χρόνια αργότερα, όταν η επιρροή τών λασαλιστών είχε φθίνει έως φθίσης, στο Συνέδριο της Χάγης.

    β) Ανεξάρτητα και πέρα από την όποια κριτική άσκησε ο Ένγκελς στο πρόγραμμα της Ερφούρτης, συζήτηση στην οποία δεν έχει νόημα να μπω γιατί δεν βοηθάει στο συζητούμενο θέμα, διαβάστε τι, ανάμεσα σε άλλα, γραφόταν σε αυτό στο αρχικό εισαγωγικό του τμήμα:

    Το χάσμα μεταξύ κατεχόντων και ακτημόνων διευρύνεται ακόμη περισσότερο από τις κρίσεις που έχουν την αιτία τους μέσα στη φύση τού καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που γίνονται διαρκώς πιο πλατιές και πιο καταστρεπτικές, υψώνουν τη γενική αβεβαιότητα σε ομαλή κατάσταση της κοινωνίας και αποδεικνύουν ότι οι παραγωγικές δυνάμεις ξεπέρασαν τα όρια της σημερινής κοινωνίας ότι η ατομική ιδιοκτησία τών μέσων παραγωγής δεν συμβιβάζεται πια με τη σκόπιμη χρησιμοποίηση και την πλήρη εξέλιξή των.

    Η ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα τής παραγωγής που άλλοτε ήταν το μέσο εξασφάλισης της ιδιοκτησίας τού παραγωγού πάνω στο προϊόν του, έγινε σήμερα μέσο απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας τών χωρικών, των χειροτεχνών και των μικρεμπόρων και μέσο που καθιστά τους μη εργάτες –τους καπιταλιστές και τους μεγαλογαιοκτήμονες– κατόχους τού προϊόντων τών εργατών. Μόνο η μεταβολή τής ατομικής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας πάνω στα μέσα τής παραγωγής –γη, μεταλλεία, πρώτες ύλες, εργαλεία, μηχανές, μέσα συγκοινωνίας– σε κοινωνική ιδιοκτησία και η μεταβολή τής εμπορευματικής παραγωγής σε σοσιαλιστική, σε παραγωγή γινόμενη από και για την κοινωνία, μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα η μεγάλη επιχείρηση και η διαρκώς αύξουσα αποδοτικότητα της κοινωνικής εργασίας να καταστεί για τις ως τα τώρα εκμεταλλευόμενες τάξεις από πηγή αθλιότητας και καταπίεσης σε πηγή τής πιο μεγάλης ευδαιμονίας και αρμονικής από κάθε άποψη τελείωσης.

    […]

    Ο αγώνας τής εργατικής τάξης εναντίον τής καπιταλιστικής εκμετάλλευσης είναι αναγκαστικά πολιτικός αγώνας. Η εργατική τάξη δεν μπορεί να διεξάγει τους οικονομικούς της αγώνες ούτε και να αναπτύξει την οικονομική της οργάνωση χωρίς να έχει πολιτικά δικαιώματα. Δεν μπορεί να επιτύχει το πέρασμα των μέσων παραγωγής στην κατοχή τής ολότητας, χωρίς να κατακτήσει την πολιτική εξουσία.

    Και τώρα, πείτε μου, αγαπητέ κ. Γεωργιλά –και εδώ κάνω έκκληση στο ελεύθερο κριτικό πνέβμα σας, για να μην πω και στην ηθική σας– σάς μοιάζουν όλα αυτά[4] με λόγια σοσιαλιστικών εργατικών δυνάμεων που απλώς «πίεζαν για την συμπερίληψή τους στο πολιτικό σύστημα και τη βελτίωση της θέσης του στον οικονομικό τομέα»;;;

    [*] Ποιος πρώτος θα γελά από όσους ξέρουν την αριστερή αλφαβήτα και διαβάσουν. Εμπνευσμένο βεβαίως βεβαίως (αλλά γυρισμένο τα μέσα έξω) από το γνωστό ακροτελεύτιο στίχο τού Κώστα Καρυωτάκη στο ποίημά του «Μικρή Ἀσυμφωνία εἰς Α Μεῖζον» που είχε στόχο τον Μιλτιάδη Μαλακάση: «Ἄ! κύριε, κύριε Μαλακάση, ποιός τελευταῖος θά γελάσει;»

    [1] Πού αλλού να αποδώσω τη μη εμφάνισή του εδώ για να υπερασπιστεί τα γραφτά του; Η αλήθεια είναι ότι κάνω και κάποιες πιο δυσάρεστες σκέψεις, αλλά ας μη βαρύνω την ατμόσφαιρα…

    [2] Συμβιβασμός μεταξύ τών λασαλιστών τής «Γενικής Εργατικής Ένωσης» και των κατά βάση μαρξιστών τού «Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος». Ο συμβιβασμός υπήρξε ετεροβαρής και ξεκάθαρα υπέρ τών πρώτων.

    [3] Η αλήθεια είναι, απ’ όσο έχω καταλάβει μέχρι τώρα, ότι δεν αυτοπροσδιορίζεστε και ως κάτι, οτιδήποτε (δεξιός, κεντροδεξιός, φιλελεύθερος, σοσιαλφιλελεύθερος, ορντοφιλελεύθερος, κεντρώος, κεντροαριστερός, αμεσοδημοκράτης, αναρχικός, αναρχοαυτόνομος ή κάτι άλλο, έστω και καινοφανές), αλλά αρέσκεστε να παρουσιάζεστε σαν ανεξάρτητο κριτικό πνεύμα, κινούμενο ελεύθερα μεταξύ ουρανού και γης, σήμερα κάπου εδώ στο στερέωμα και αύριο κάπου αλλού και γενικώς όπου σας βγάλει η κάθε φορά άκρη. Δεν θα με εξέπληττε αν σε κάποιον, άγνωστο μέχρι χθες, πλανήτη δοθεί το όνομά σας. :-)

    [4] Όλα αυτά που δεν τα έγραψε κανένας «πραξικοπηματίας αντιδημοκράτης» Λένιν και κανένας «αιμοσταγής φαιοκόκκινος τύραννος» τύπου Στάλιν.

    ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

  • ΣΥΝΕΧΕΙΑ

    Αλλά, στην προσπάθειά σας να με αποστομώσετε,[5] δεν σας έφταναν οι Μαρξ και Ένγκελς. Είπατε να καταφύγετε και στον Μεγάλο! Τι το θέλατε; Εδώ κι αν βγάλατε τα ματάκια σας με τα χεράκια σας!

    Πρώτα-πρώτα βγάζετε τα ματάκια σας από τον ίδιο τον τίτλο τής μπροσούρας τού Λένιν που επικαλείστε! Τι λέει ο τίτλος; «Η χρεοκοπία τής Β´ Διεθνούς». Χρε-ο-κο-πί-α! Ξέρετε εσείς να χρεοκοπεί κάτι ανύπαρκτο, κάτι που δεν λειτούργησε ποτέ, κάτι που δεν έπαιξε ποτέ το ρόλο για τον οποίο δημιουργήθηκε;

    Δεν σας κάνει αυτό ως επιχείρημα; Το βρίσκετε σόφισμα, ντρίμπλα, τεχνική διαλόγου βγαλμένη από εγχειρίδια τύπου «πώς να βγαίνετε πάντα από πάνω στις διαφωνίες»; Κανένα πρόβλημα. Ορίστε το ίδιο επιχείρημα, αναλυμένο λίγο περισσότερο με τα ίδια τα λόγια τού Λένιν:

    Η Β´ Διεθνής πέθανε νικημένη από τον οπορτουνισμό… Η Β´ Διεθνής προσέφερε το μερτικό της στην ωφέλιμη προπαρασκευαστική δουλειά για την προκαταρκτική οργάνωση των προλεταριακών μαζών στη μακρόχρονη «ειρηνική» εποχή της πιο σκληρής καπιταλιστικής σκλαβιάς και της πιο γοργής καπιταλιστικής προόδου του τελευταίου τρίτου του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα.[6]

    Ξέρετε κάτι να πεθαίνει, αγαπητέ κ. Γεωργιλά, αν δεν έχει προηγουμένως υπάρξει εν ζωή; Τι τον περάσατε τον Λένιν; Υπερεπαναστάτη-κορόιδο τύπου Υπνοβάτη που μηδενίζει τα πάντα και τα κάνει όλα ίσωμα, αδυνατώντας να ξεχωρίσει την ήρα από το στάρι και το πλυμένο μωρό από τα μπουγαδόνερα του μπάνιου του;

    Παραπέρα, να σας δώσω λίγο ακόμα «πληροφορίες και υλικό». Ξέρετε γιατί μιλάει για «χρεοκοπία» ο Λένιν και γιατί μίλαγε πολύ πιο συχνά για «προδοσία» τής Β´ Διεθνούς; Γιατί στις διακηρύξεις της, ακόμα και λίγο πριν το ξέσπασμα του Α´ ΠΠ και τη συμπαράταξη των σοσιαλδημοκρατικών ευρωπαϊκών κομμάτων με τις αστικές τάξεις τών χωρών τους, εξέφραζε συνεπείς επαναστατικές απόψεις. Ναι! Ακόμα και το 1912, στο τελευταίο της Συνέδριο στη Βασιλεία, όταν πια, σύμφωνα με τα λόγια τού Λένιν, είχε επικρατήσει ο οπορτουνισμός που αρχικά εμφανίστηκε «σαν διάθεση, έπειτα σαν κατεύθυνση και τέλος σαν ομάδα ή στρώμα της εργατικής γραφειοκρατίας και των μικροαστών συνοδοιπόρων», ξέρετε για ποια πράγματα γινόταν λόγος στο πόρισμα του Συνεδρίου; Πάλι με τα λόγια τού Λένιν[7] (λίγο μακροσκελές το απόσπασμα, αλλά δεν σας φοβάμαι: εσείς διαβάζετε πολύ– άλλο αν παραλείπετε να το κάνετε για πηγές που συστήνετε σε άλλους, άνθρωπος είσαστε, δεν θα σας στείλουμε δα και σε γκουλάγκ γι’ αυτό…):

    [5] Όποιος έχει μάτια διαβάζει –κατά το «όποιος έχει μάτια βλέπει» τού γνωστού ανεκδότου με τον «αράπη και τον πιτσιρίκο». :-)

    [6] 1 Β. Ι. Λένιν: «Η κατάσταση και τα καθήκοντα της Σοσιαλιστικής Διεθνούς», «Άπαντα», εκδόσεις ΣΕ, τόμος 26, σελ. 42.

    [7] «Ο οπορτουνισμός και η χρεοκοπία της ΙΙ Διεθνούς» Δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 1916 στο περιοδικό «Vorbote», τεύχος 1

    ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

  • ΣΥΝΕΧΕΙΑ

    Κατάρρευσε πραγματικά η ΙΙ Διεθνής; Αυτό το αρνούνται επίμονα οι αυθεντικότεροι εκπρόσωποί της, σαν τον Κάουτσκι και τον Βαντερβέλντε. Δεν συνέβηκε τίποτε, εκτός απ’ τη διακοπή των συνδέσεων, όλα είναι εντάξει. Αυτή είναι η άποψή τους.

    Για να βρούμε την αλήθεια, ας στραφούμε στη Διακήρυξη του συνεδρίου της Βασιλείας του 1912, που αναφέρεται ακριβώς στο σημερινό ιμπεριαλιστικό παγκόσμιο πόλεμο και έγινε δεκτή από τα σοσιαλιστικά κόμματα όλου του κόσμου. Αξιοσημείωτο είναι πως στη θεωρία κανένας σοσιαλιστής δεν τολμά ν’ αρνηθεί ότι είναι ανάγκη κάθε πόλεμος να εκτιμιέται συγκεκριμένα-ιστορικά.

    Τώρα που ξέσπασε ο πόλεμος, ούτε οι ανοιχτοί οπορτουνιστές ούτε οι καουτσκιστές τολμούν ν’ αρνηθούν τη Διακήρυξη της Βασιλείας και να ελέγξουν με βάση τις απαιτήσεις της τη στάση των σοσιαλιστικών κομμάτων στη διάρκεια του πολέμου. Γιατί; Γιατί η Διακήρυξη ξεσκεπάζει πέρα για πέρα και τους πρώτους και τους δεύτερους.

    Η Διακήρυξη δεν λέει λέξη ούτε για την υπεράσπιση της πατρίδας, ούτε για τη διαφορά ανάμεσα στον επιθετικό και τον αμυντικό πόλεμο˙ ούτε λέξη για όσα διασαλπίζουν τώρα σε όλα τα σταυροδρόμια του κόσμου οι οπορτουνιστές και οι καουτσκιστές[8] της Γερμανίας και της τετραπλής συνεννόησης. Η Διακήρυξη δεν μπορούσε να μιλάει για αυτά, γιατί όσα λέει αποκλείουν εντελώς τη χρησιμοποίηση τέτοιων εννοιών. Κατονομάζει εντελώς συγκεκριμένα μια σειρά οικονομικές και πολιτικές συγκρούσεις, που ολόκληρες δεκαετίες προετοίμαζαν αυτό τον πόλεμο, που εκδηλώθηκαν ολοκληρωτικά και οριστικά το 1912 και προκάλεσαν τον πόλεμο του 1914. Η Διακήρυξη αναφέρει λ.χ. τη ρωσοαυστριακή σύγκρουση για την «ηγεμονία στα Βαλκάνια», τη σύγκρουση ανάμεσα «στην Αγγλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία» (ανάμεσα σ’ όλες αυτές τις χώρες!) εξαιτίας της «κατακτητικής τους πολιτικής στη Μικρά Ασία», στην αυστροϊταλική σύγκρουση, απ’ αφορμή τις «τάσεις για κυριαρχία» στην Αλβανία κτλ. Η Διακήρυξη χαρακτηρίζει με μια λέξη όλες αυτές τις συγκρούσεις, σαν συγκρούσεις πάνω στο έδαφος του «καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού». Έτσι, η Διακήρυξη διαπιστώνει πεντακάθαρα τον κατακτητικό, ιμπεριαλιστικό, αντιδραστικό, δουλοκτητικό χαρακτήρα του σημερινού πολέμου, δηλαδή το χαρακτήρα που μετατρέπει το επιτρεπτό της υπεράσπισης της πατρίδας σε θεωρητικό παραλογισμό και σε πρακτική ανοησία. Πολεμούν μεταξύ τους οι μεγάλοι καρχαρίες για την καταβρόχθιση ξένων «πατρίδων». Η Διακήρυξη βγάζει τα αναπόφευκτα συμπεράσματα από τα αδιαφιλονίκητα ιστορικά γεγονότα: ο πόλεμος αυτός «δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε με το παραμικρότερο πρόσχημα ενός οποιουδήποτε λαϊκού συμφέροντος»˙ προετοιμάζεται «για τα κέρδη των καπιταλιστών και για τις φιλοδοξίες των δυναστειών». Θα ήταν «έγκλημα», αν οι εργάτες «αρχίσουν να πυροβολούν ο ένας τον άλλον». Αυτά λέει η Διακήρυξη.

    Η εποχή του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού είναι εποχή του ώριμου και υπερώριμου καπιταλισμού, που βρίσκεται στις παραμονές της κατάρρευσής του, που έγινε τόσο ώριμος, ώστε να παραχωρήσει τη θέση του στο σοσιαλισμό. Η περίοδος 1789-1871 ήταν η εποχή του προοδευτικού καπιταλισμού, τότε που στην ημερήσια διάταξη της ιστορίας βρισκόταν το γκρέμισμα της φεουδαρχίας, του απολυταρχισμού, η αποτίναξη του ξένου ζυγού. Πάνω σ’ αυτό το έδαφος, και μόνο πάνω σ’ αυτό, επιτρεπόταν η «υπεράσπιση της πατρίδας», δηλαδή υπεράσπιση ενάντια στην καταπίεση. Η έννοια αυτή θα μπορούσε να έχει εφαρμογή και τώρα σ’ έναν πόλεμο ενάντια στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις, θα ήταν όμως παραλογισμός να εφαρμοστεί στον πόλεμο ανάμεσα στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές Δυνάμεις, σ’ έναν πόλεμο που γίνεται, για το ποιος θα μπορέσει να ληστέψει περισσότερο τις Βαλκανικές χώρες, τη Μικρά Ασία κτλ. Γι’ αυτό δεν πρέπει ν’ απορούμε, γιατί οι «σοσιαλιστές», που παραδέχονται την «υπεράσπιση της πατρίδας» σ’ αυτό τον πόλεμο, αποφεύγουν τη Διακήρυξη της Βασιλείας, όπως ο κλέφτης τον τόπο που έκανε την κλεψιά. Η Διακήρυξη όμως αποδείχνει ότι αυτοί είναι σοσιαλσοβινιστές, δηλαδή σοσιαλιστές στα λόγια και σοβινιστές στην πράξη, που βοηθούν τη «δική τους» αστική τάξη να ληστεύει ξένες χώρες και να υποδουλώνει άλλα έθνη. Κι αυτό ακριβώς είναι το ουσιαστικό στην έννοια του «σοβινισμού», ότι δηλαδή υπερασπίζουν τη «δική τους» πατρίδα ακόμη και τότε, όταν οι πράξεις της αποσκοπούν στην υποδούλωση ξένων πατρίδων.

    [8] Δεν πρόκειται για τους οπαδούς του Κάουτσκι στη Γερμανία σαν πρόσωπα, μα για το διεθνή εκείνο τύπο των δήθεν μαρξιστών, που ταλαντεύονται ανάμεσα στον οπορτουνισμό και στο ριζοσπαστισμό, ενώ στην πραγματικότητα χρησιμεύουν μονάχα σαν φύλλο συκής για τον οπορτουνισμό. (Υποσημείωση του Λένιν από το πρωτότυπο άρθρο.)

    ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

  • ΣΥΝΕΧΕΙΑ

    Από την αναγνώριση του πολέμου σαν εθνικοαπελευθερωτικού απορρέει μια ορισμένη τακτική, από την αναγνώρισή του σαν ιμπεριαλιστικού απορρέει μια άλλη. Η Διακήρυξη υποδείχνει ξεκάθαρα αυτή τη δεύτερη τακτική. Ο πόλεμος «θα προκαλέσει οικονομική και πολιτική κρίση», που πρέπει «να χρησιμοποιηθεί»: όχι για το μετριασμό της κρίσης, όχι για την υπεράσπιση της πατρίδας, μα αντίθετα, για «να τρανταχτούν» οι μάζες, «για να επιταχυνθεί η πτώση της κυριαρχίας του κεφαλαίου». Δεν μπορεί να επιταχύνει κανείς κάτι, για το οποίο δεν έχουν ακόμη ωριμάσει οι ιστορικές προϋποθέσεις. Η Διακήρυξη αναγνώριζε ότι η κοινωνική επανάσταση είναι πραγματοποιήσιμη, ότι οι προϋποθέσεις της έχουν ωριμάσει, ότι θα έρθει ακριβώς σε σύνδεση με τον πόλεμο: «οι κυρίαρχες τάξεις» φοβούνται «την προλεταριακή επανάσταση», δηλώνει η Διακήρυξη, αναφερόμενη στο παράδειγμα της Κομμούνας του Παρισιού και της επανάστασης του 1905 στη Ρωσία, δηλαδή στο παράδειγμα των μαζικών απεργιών και του εμφυλίου πολέμου. Είναι ψέμα όταν ισχυρίζονται, σαν τον Κάουτσκι, ότι δεν είχε ξεκαθαριστεί η στάση του σοσιαλισμού απέναντι σ’ αυτό τον πόλεμο. Το πρόβλημα αυτό όχι μόνο συζητήθηκε, αλλά και είχε λυθεί στη Βασιλεία, όπου ψηφίστηκε η τακτική της επαναστατικής-προλεταριακής μαζικής πάλης.

    Είναι εξοργιστική υποκρισία όταν παρακάμπτουν ολότελα, ή στα πιο ουσιαστικά της σημεία, τη Διακήρυξη της Βασιλείας και στη θέση της αναφέρουν αποσπάσματα από λόγους αρχηγών ή από αποφάσεις ορισμένων κομμάτων, που πρώτο, έχουν ειπωθεί πριν από τη Βασιλεία, δεύτερο, δεν αποτελούν αποφάσεις των κομμάτων όλου του κόσμου, τρίτο, αναφέρονται σε διάφορους ενδεχόμενους πολέμους και μόνο σε τούτο τον πόλεμο δεν αναφέρονται. Η ουσία του ζητήματος βρίσκεται στο ότι η εποχή των εθνικών πολέμων ανάμεσα στις ευρωπαϊκές μεγάλες Δυνάμεις παραχώρησε τη θέση της στην εποχή των ιμπεριαλιστικών πολέμων ανάμεσα σ’ αυτές και στο ότι η Διακήρυξη της Βασιλείας έπρεπε για πρώτη φορά να παραδεχτεί επίσημα αυτό το γεγονός.

    Θα ήταν λάθος να υποθέσουμε ότι η Διακήρυξη της Βασιλείας είναι μια κούφια μεγαλοστομία, τυπική φράση, όχι σοβαρή απειλή. Έτσι θα ήθελαν να βάλουν το ζήτημα εκείνοι, τους οποίους ξεσκεπάζει η Διακήρυξη αυτή. Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια. Η Διακήρυξη είναι μόνο το αποτέλεσμα της μεγάλης προπαγανδιστικής δουλειάς όλης της εποχής της ΙΙ Διεθνούς, είναι μόνο η συνόψιση όλων, όσων διέδιδαν οι σοσιαλιστές στις μάζες με εκατοντάδες χιλιάδες λόγους τους, άρθρα και εκκλήσεις σ’ όλες τις γλώσσες. Απλώς επαναλαμβάνει όσα έγραψε, λόγου χάρη, ο Ζυλ Γκεντ το 1899, όταν μαστίγωνε το μινιστεριαλισμό των σοσιαλιστών σε περίπτωση πολέμου: μιλούσε για έναν πόλεμο, που τον χάλκευαν «οι καπιταλιστές πειρατές» («En garde!», σελ. 175)˙ απλώς επαναλαμβάνει όσα έγραφε ο Κάουτσκι το 1909 στο «Δρόμο προς την εξουσία», όπου αναγνώριζε το τέλος της «ειρηνικής» εποχής και την έναρξη της εποχής των πολέμων και των επαναστάσεων. Όταν παρουσιάζει κανείς τη Διακήρυξη της Βασιλείας σαν φράση ή σαν πλάνη σημαίνει ότι βλέπει σαν φράση ή σαν πλάνη όλη τη δουλειά των σοσιαλιστών στα τελευταία 25 χρόνια. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είναι τόσο ανυπόφορη για τους οπορτουνιστές και τους καουτσκιστές η αντίφαση ανάμεσα στη Διακήρυξη και στη μη εφαρμογή της, γιατί φανερώνει τη βαθύτατη αντίφαση που υπάρχει στη δουλειά της ΙΙ Διεθνούς. Ο σχετικά «ειρηνικός» χαρακτήρας της περιόδου 1871-1914 έθρεψε τον οπορτουνισμό στην αρχή σαν διάθεση, έπειτα σαν κατεύθυνση και τέλος σαν ομάδα ή στρώμα της εργατικής γραφειοκρατίας και των μικροαστών συνοδοιπόρων. Τα στοιχεία αυτά μπόρεσαν να επιβληθούν στο εργατικό κίνημα μόνο γιατί στα λόγια παραδέχονταν τους επαναστατικούς σκοπούς και την επαναστατική τακτική. Μπόρεσαν να κατακτήσουν την εμπιστοσύνη των μαζών γιατί ορκίζονταν πως όλη η «ειρηνική» δουλειά είναι τάχα μόνο προετοιμασία για την προλεταριακή επανάσταση. Η αντίφαση αυτή ήταν ένα απόστημα, που κάποτε έπρεπε να σπάσει και έσπασε. Όλο το ζήτημα είναι αν πρέπει να προσπαθεί κανείς, όπως κάνουν οι Κάουτσκι και Σία, να ξαναμπάσει στον οργανισμό αυτό το πύο χάρη της «ενότητας» (με το πύο) – ή αν πρέπει, για να βοηθήσει να εξυγιανθεί πέρα για πέρα ο οργανισμός του εργατικού κινήματος, να βγάλει όσο το δυνατό πιο γρήγορα και πιο προσεκτικά αυτό το πύο παρ’ όλο τον προσωρινό οξύ πόνο που προκαλεί αυτή η διαδικασία.

    Είναι ολοφάνερο ότι πρόδωσαν το σοσιαλισμό αυτοί που ψήφισαν τις πολεμικές πιστώσεις, μπήκαν στις κυβερνήσεις και υπεράσπισαν την ιδέα της άμυνας της πατρίδας στα 1914-1915. Μονάχα υποκριτές μπορούν ν’ αρνούνται αυτό το γεγονός.

    ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

  • ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ

    Αντί επιλόγου

    Ακούστε κ. Γεωργιλά κάτι. Κάτι που θα το ξέρατε αν ήσασταν αριστερός, αλλά δεν βλάπτει να το μάθετε και όντας αυτό που είσαστε (ό,τι είσαστε τέλος πάντων), θα σας βοηθήσει να μην εκτίθεστε υπερασπιζόμενος απολύτως μη υπερασπίσιμους ισχυρισμούς, σαν αυτούς τού φίλου μας του Κωνσταντίνου Γρηγοριάδη.

    Από την πρώτη μέρα τής γέννησης του επαναστατικού εργατικού κινήματος όπως αυτό διαμορφώθηκε στην Ευρώπη κατά τον 19ο αιώνα κάτω από τη μεγάλη επίδραση των ιδεών τού Μαρξ, από την πρώτη στιγμή, συνυπήρχαν στο εσωτερικό του, τόσο οι «αριστερές» επαναστατικές απόψεις, όσο και οι συμβιβαστικές, αυτές που είτε από αυταπάτη είτε προσχηματικά καλλιεργούσαν την ιδέα τής (το λέω χοντρικά και σχηματοποιώντας αναγκαστικά) ταξικής ειρηνικής συνύπαρξης. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι αρχικά, πριν από τη μετάλλαξη της σοσιαλδημοκρατίας που γέννησε τα κομμουνιστικά κόμματα και την Γ´ Διεθνή, υποστηριζόταν ότι αυτή η ειρηνική συνύπαρξη θα οδηγούσε στον α λα Μαρξ σοσιαλισμό. Θεωρούνταν δηλαδή ένας άλλος δρόμος μέσα από τον οποίο θα μπορούσε να πραγματωθεί το μαρξικό όραμα. Φυσικά, όπως μπορεί να σκεφτεί και ένας μέτριας νοημοσύνης αλλά επιμελής μαθητής Λυκείου, αυτή η κατάτμηση στο εσωτερικό τού εργατικού επαναστατικού κινήματος είναι κάτι που συναντάται σε οποιαδήποτε πολιτική συλλογικότητα από τη στιγμή που μετά την ίδρυσή της και τις πρώτες καταστατικές διακηρύξεις της μπει στην πράξη τού πολιτικού αγώνα: αυτομάτως, θα παρουσιαστούν οι εσωτερικές τάσεις, μία «αριστερή», μία «δεξιά» και, αργά ή γρήγορα, θα σκάσει μούρη και η «κεντριστική».

    Τώρα, τι έκανε ο φίλος μας και συνεργάτης σας Κωνσταντίνος Γρηγοριάδης;

    Είτε από ογκώδη άγνοια είτε από κτηνώδη διαστρέβλωση (θέλω να ελπίζω ότι ισχύει το πρώτο) έπιασε και τσουβάλιασε όλο το σοσιαλιστικό εργατικό κίνημα του 19ου αιώνα στο τσουβάλι τής δεξιάς πτέρυγάς του. Σαν να λέμε, (με όρους οπωροκηπευτικούς) χαρακτήρισε ένα ολόκληρο καλάθι με μήλα, από τα οποία μερικά μόνο είχαν σκουληκιάσει, «ακατάλληλο προς βρώση» και το έστειλε όλο στη χωματερή!

    Ε, μετά από όλο αυτό δεν άξιξε να φάει λίγες ξυλιές (με την καλή έννοια βεβαίως βεβαίως, την πολιτική) στα χεράκια που γράφουν τέτοια ανιστόρητα πράγματα; Και δεν άξιζε παρόμοια τύχη και σε όσους έσπευσαν να υπερασπιστούν τα τερατουργήματα που βγήκαν από το ποντίκι του; ;-) :-)

    Όχι, πείτε μου (με το χέρι στην καρδιά όμως! :-) ).

    Τα λέμε

    • Αγαπητέ Left είσαι σε παραλήρημα και κάνεις σαν κάποιος να σου πάτησε τον κάλο. Ολοκληρη πενταπολική κρίση για να πεις ότι το εργατικό κινημα του 19ου αιώνα δεν ταυτίζεται με την σοσιαλδημοκρατία του Λασάλ; Ηρέμησε άνθρωπε μην σε χάσουμε και πώς θα πιάσουμε μετά το 3%.

      Μόνο δύο παρατηρήσεις.
      α. Ζητάς, και το έχεις κάνει αρκετές φορές, οπότε σε νοιάζει, οι άλλοι να προσέχουν και να διαβάζουν τα όσα γράφεις. Πώς όμως ζητάς κάτι που δεν δίνεις; Η προσοχή και το ενδιαφέρον ειναι δανεικά, μακάρι να ήταν αλλιώς και να είχες στο τσεπάκι σου την προσοχή και την ακροαματικότητά μας. Αν πρόσεχες τα προηγούμενα σχόλια θα διαπίστωνες ότι όντως όλοι συμφωνούμε ότι το επίμαχο σημείο για τον «σοσιαλισμό» ήταν υπερβολική γενίκευση ή αμα ικανοποιεί το καταπιεσμένο σου Εγώ «κτηνώδη διαστρέβλωση».
      β. Μόνο μια παρατήρηση σε όσα έγραψες στο πενταπολικό σου σχόλιο. Το πρόγραμμα της Γκότα δεν εγκαταλείφθηκε ακριβώς. Για να είμαστε πιο συγκεκριμένοι έγινε το πρόγραμμα του ΛΑΕ.

      • Φίλε κ. Αθανάσιε Γεωργιλά,

        Ειλικρινά και χωρίς καμία διάθεση υπερβολής ή δημιουργίας εντυπώσεων, το σχόλιό σας αυτό προκαλεί μεγάλη θλίψη. Για να είμαι ειλικρινής, δεν περίμενα ότι θα δείχνατε την απαιτούμενη (μεγάλη) γενναιότητα να παραδεχθείτε ότι τα επιχειρήματα που καταθέσατε (και τι επιχειρήματα! ολόκληρα βιβλία) για να αντικρούσετε τις επισημάνσεις μου σας τα έδωσα να τα φάτε με το κουταλάκι τού γλυκού[1] και να πείτε κι ένα τραγούδι. Αλλά και τέτοια κατάντια;

        Ώστε «παραλήρημα»; Και γιατί, παρακαλώ, «παραλήρημα»; Επειδή σας έτριψα κατά πρόσωπο τα επιχειρήματά σας (ο Θεός να τα κάνει επιχειρήματα, θα έλεγε ο Μεγάλος), παραθέτοντας αποσπάσματα κλειδιά που καθιστούσαν τη βιβλιογραφία στην οποία με παραπέμψατε ένα ωραιότατο μπούμερανγκ το οποίο προσγειώθηκε ανωμάλως στο κεφαλάκι σας; Αντί να μου πείτε ευχαριστώ που σας άνοιξα τα ματάκια και σας προφύλαξα, ενδεχομένως, από ένα μελλοντικό παρόμοιο ρεζίλεμα, χαρακτηρίζετε τα γραφτά μου παραληρηματικά; Πού πήγαν οι καλοί σας (μικρο)αστικοί τρόποι;

        Αν πρόσεχες τα προηγούμενα σχόλια θα διαπίστωνες ότι όντως όλοι συμφωνούμε ότι το επίμαχο σημείο για τον «σοσιαλισμό» ήταν υπερβολική γενίκευση ή αμα ικανοποιεί το καταπιεσμένο σου Εγώ «κτηνώδη διαστρέβλωση».

        Μα τον Τουτάτη, πρέπει να πίνετε (πολύ) βαριά ποτά και να καπνίζετε (πολύ) βαριά τσιγάρα! Για πείτε μου αλήθεια, εσείς που προσέξατε τα προηγούμενα σχόλια, ποιοι είναι αυτοί οι όλοι που συμφωνούν ότι το επίμαχο σημείο για τον «σοσιαλισμό» ήταν υπερβολική γενίκευση ή και κτηνώδης διαστρέβλωση;

        Εγώ βλέπω να γίνεται λόγος για μη σωστή διατύπωση (Μ. Παναγιώτης) και για «διατύπωση προβληματική αλλά όχι απαραίτητα λανθασμένη» (sic!!!) του γνωστού και μη εξαιρετέου Υπνοβάτη. Καμία νύξη για υπερβολική γενίκευση ή διαστρέβλωση έστω και όχι κτηνώδη αλλά ελαφρά όσο πατάει η γάτα. Λάθος βλέπω; Να πάω να τσεκάρω τη μυωπία μου;

        Τέλος, βλέπω και το δικό σας σχόλιο. Εδώ κι αν είναι η μεγάλη πλάκα! Χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό, χωρίς ίχνος αυτοσεβασμού, κατατάσσετε και το δικό σας σχόλιο σε αυτά (τα ανύπαρκτα όπως είδαμε) που συμφωνούν ότι το επίμαχο απόσπασμα στο οποίο εστίασα την κριτική μου ήταν «υπερβολική γενίκευση» ή «διαστρέβλωση». Αλήθεια, τα δύο βιβλιαράκια που μπουμπουνίσατε τα ποστάρατε προς επίρρωση της κριτική μου; Ναι; Θα μου κάνετε τη χάρη να πάτε μέχρι τη γωνία να δείτε αν έρχομαι;

        Το κερασάκι στην τούρτα (που δεν τρώγεται με τίποτε): Η αναφορά σας σε «πενταπολική κρίση» και «καταπιεσμένο Εγώ». Τι μικρότητα, Θεέ μου![2] Και πόσο χοντροκομμένη, αφελής και άτεχνη απόπειρα ψυχιατρικοποίησης και ψυχολογισμού!

        Αντί επιλόγου

        Λυπάμαι πολύ για λογαριασμό σας. Και το χειρότερο είναι πως έχω αρχίσει να φοβάμαι ότι δεν μπορείτε καλύτερα…

        (Παρ’ όλα αυτά) Τα λέμε

        [1] Θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω και κουτάλι τής σούπας. Αλλά, ομολογώ, όταν έρχομαι αντιμέτωπος με τέτοια τζάμπα αλαζονεία σαν τη δική σας, που μου πετάξατε στη μούρη τα δύο βιβλία, χωρίς, προφανώς, να έχετε διαβάσει ούτε καν τους προλόγους τους, τόσο σίγουρος ότι θα με κάνατε σκόνη ώστε να μη μπείτε στον κόπο να γράψετε δυο συνοδευτικά λόγια, σε τέτοιες περιστάσεις, λοιπόν, με πιάνουν τα σαδιστικά μου και προτιμώ το κουταλάκι τού γλυκού για να παρατείνω το μαρτύριο του κάθε αδιάβαστου και άσχετου εξυπνάκια.

        [2] Σκεφτήκατε ποτέ ότι με τα ίδια ανύπαρκτα στοιχεία (μάλλον με λίγο περισσότερα: την ηλικία σας), θα μπορούσα κι εγώ να υποστηρίξω ότι πάσχετε από βαριά στυτική δυσλειτουργία κι ότι αφού καταπίνατε επί μήνες τα Viagra με τις χούφτες και δεν είδατε προκοπή το έχετε ρίξει στα Prosac που αυτά τα κατεβάζετε πλέον με τους κουβάδες χωρίς και πάλι να συνέρχεστε από την κατάθλιψη; Τι θα ενδιέφερε την κουβέντα αυτό, τι θα της προσέθετε και, τελευταίο αλλά όχι ασήμαντο, πώς θα με χαρακτήριζε ως άνθρωπο;

  • Αγαπητέ Left G700,
    Εμμένω στις αρχικές μου θέσεις, τις οποίες διευκρίνισα με εκτενές σχόλιο ως απάντηση στις επικρίσεις σου. Διάβασα το πενταπλό σου σχόλιο. Η μόνη προσθήκη, στην οποία ίσως θα προχωρούσα είναι η αναγνώριση των φωνών, που επιθυμούσαν τον ριζοσπαστικό αγώνα για ανατροπή του καπιταλισμού. Αλλά στην ουσία τους, οι αρχικές μου θέσεις παραμένουν οι ίδιες. Αν έχεις κάποια απορία ή ένσταση σχετικά με το σχόλιο μου παραπάνω, με χαρά να την ακούσω.

    • Φίλε Κωνσταντίνε Γρηγοριάδη,

      Καλώς. Εφ’ όσον εμμένεις στις απόψεις σου δεν έχω και πολλά πράγματα να προσθέσω. Τι άλλο να πω εγώ περισσότερο και καλύτερα από τα λόγια τών ίδιων τών πρωταγωνιστών τού σοσιαλιστικού κινήματος κατά το 19ο αιώνα όπως αυτά που παρέθεσα από άρθρα και κομματικά ντοκουμέντα τής εποχής για την οποία μιλάμε;

      Ωστόσο, κάποια πράγματα πρέπει να σου ειπωθούν. Κι επειδή δεν νομίζω ότι θα στα πει κάποιος άλλος από το φιλοθεάμον και φιλομαθές κενό τύπου Υπνοβάτη και Μ.Παναγιώτη ή κάποιο από τα ελέφθερα πνέβματα τής ομάδας που κουμαντάρει το παρόν ιστολόγιο, ας μπω σε έναν παραπάνω κόπο να στα πω εγώ.

      Λες ότι ακολούθησες την προτροπή μου και διάβασες προσεκτικά το πενταπλό μου σχόλιο. ΟΚ. Κι εγώ τότε, ως άλλος Μέγας Βασίλειος, σου απαντώ: Ανέγνως αλλ’ ουκ έγνως, ει γαρ έγνως, ουκ αν κατέγνως. Ει γαρ έγνως, φίλε μου, θα συνειδητοποιούσες πως και μόνο το γεγονός ότι ακόμα και άνθρωποι που ξεπούλησαν το εργατικό σοσιαλιστικό κίνημα στέλνοντας τους συντρόφους τους στο Μεγάλο Σφαγείο τού Α´ ΠΠ ήταν υποχρεωμένοι, ακόμα και λίγο πριν το ξεπουλήσουν, να προβάλουν στα λόγια αυτό ακριβώς το πρόγραμμα που εσύ λες ότι δεν υπήρχε (της εκ βάθρων διαφορετικής σοσιαλιστικής κοινωνίας, με την εξουσία στην εργατική τάξη και το πέρασμα των μέσων παραγωγής από την ιδιωτική ιδιοκτησία τών λίγων στην κατοχή και υπηρεσία ολόκληρης της κοινωνίας), θα συνειδητοποιούσες ότι και μόνο αυτό το γεγονός κατεδαφίζει έως πλήρους ισοπέδωσης τους γελοία ανιστόρητους ισχυρισμούς σου. Και, επιπλέον, αφήνει εντελώς τελείως μετέωρη τη δειλή («ίσως») μικροδιόρθωση που κάνεις τώρα, προχωρώντας στην «αναγνώριση των φωνών, που επιθυμούσαν τον ριζοσπαστικό αγώνα για ανατροπή του καπιταλισμού». Ποιες «ριζοσπαστικές φωνές»; Εδώ απέδειξα –στον Αθανάσιο Γεωργιλά, σε σένα ή σε οποιονδήποτε άλλον «καλοθελητή»– ότι ακόμα και τα πουλητάρια υιοθετούσαν και προπαγάνδιζαν ένα πρόγραμμα κατά τα άλλα …«ανύπαρκτο»!

      Πώς κατάντησες σε αυτά τα χάλια; Εννοώ τα χάλια να υπογράφεις τέτοιες και τόσο χονδροειδείς ανακρίβειες και να έρχεσαι να τις υπερασπιστείς κι από πάνω, αντί να κλειστείς στο σπίτι σου και να μη βγαίνεις ούτε για τσιγάρα από την κατάθλιψη; Και πώς να μην καταντούσες; –λέω εγώ. Φυσική και μοιραία συνέπεια για κάποιον που προφανώς αγνοεί πως, όταν μιλάμε για σοσιαλιστικό εργατικό κίνημα του 19ου αιώνα, μιλάμε κατά κύριο λόγο γι’ αυτό όπως διαμορφώθηκε στο δεύτερο μισό τού αιώνα, κάτω από την καταλυτική επίδραση των μαρξικών ιδεών και των οπαδών του. Ιδέες που, όπως όλοι όσοι ξέρουν πού τους πάνε τα τέσσερα, ακόμα κι αν δεν είναι αριστεροί, γνωρίζουν, είχαν ως τελικό σκοπό όχι απλώς «τη συμπερίληψη της εργατικής τάξης στο πολιτικό [καπιταλιστικό] σύστημα» ή «τη βελτίωση της θέσης της στον [καπιταλιστικό] οικονομικό τομέα» μόνο, αλλά μια ριζικά, δομικά και εκ βάθρων διαφορετική κοινωνία, με την εργατική τάξη στην εξουσία (= δικτατορία τού προλεταριάτου) και τα μέσα παραγωγής υπό κοινωνική ιδιοκτησία.

      Ας τα αφήσουμε όλα αυτά. Όπως σε κόβω, τα λόγια μου χάνω, γιατί είσαι τής διαδεδομένης εν Ελλάδι νοοτροπίας «ου με πείσεις καν με πείσεις». Ας πάμε σε ένα άλλο ζήτημα, το οποίο, ίσως και να αποδεικνύει εκ των υστέρων ότι η γωνία υπό την οποία πρόσβαλα τις απόψεις σου δεν ήταν και η πιο χρειαζούμενη. Εξηγούμαι:

      Υπάρχουν ορισμένα σημεία στο χθεσινό σχόλιό σου (27 Σεπτεμβρίου 2017 στις 17:32), ένα σχόλιο χωρίς αρχή, μέση και τέλος, όπως και το άρθρο σου, όπου έννοιες και ιδέες ρίχνονται φύρδην μίγδην στο χαρτί, εν προκειμένω στην οθόνη, που δείχνουν, εκτός τής ογκώδους άγνοιάς σου,[1] ότι το δοντάκι σου διόλου δεν πονά για μία πραγματική και συνεπή Αριστερά που θα οδηγήσει τις κοινωνίες στο πραγματικά διαφορετικό σύστημα από το υπάρχον όπως αυτή το εννοεί και το προτείνει στις θεωρίες της και (υποτίθεται) σε βρίσκει σύμφωνο, αλλά για ένα σύστημα άλλο, όπως εσύ το επιθυμείς, ένα σύστημα όπου βασιλεύει το ομιχλώδες πρόθεμα αυτο-. Τα σημεία:

      Ανέκαθεν η Αριστερά αγωνιζόταν εναντίον του καπιταλισμού χωρίς όμως να προβάλλει το πρόταγμα της πολιτικής ελευθερίας, δηλαδή της αυτονομίας στο πεδίο λήψης των πολιτικών αποφάσεων.

      Υπήρχε πρόταγμα αυτοκυβέρνησης, δηλαδή συγκρότησης του λαού σε δήμο στην περίπτωση της 1ης και 2ης Διεθνούς; Αν γνωρίζετε κάτι ως προς αυτό, πείτε για να μου λυθεί η απορία.

      Για πες μου τώρα, για να έχω και το καλό ρώτημα:

      α) Η «αυτονομία» είναι το αντίθετο της «ετερονομίας», σωστά; Σωστά. Για προσδιόρισέ μου αυτά τα «έτερα» από τα οποία θεωρείς ότι πρέπει να απαλλαχθούν οι κοινωνίες.

      β) Παρόμοια, η «αυτοκυβέρνηση» είναι το αντίθετο της «ετεροκυβέρνησης». Προσδιόρισέ μου επίσης αυτά τα ξένα (έτερα) στοιχεία που ακυρώνουν την αυτοκυβέρνηση.

      Ρε φίλε, δεν μας το έλεγες τόσες ώρες που συζητάμε ότι, όπως συμβαίνει σε σημαντικό βαθμό και με την ομάδα εδώ, σε έχει γοητεύσει κι εσένα ο καράφλας[2] να μην καίει τζάμπα η λάμπα;

      Τα λέμε

      [1] «[Ο]ι έννοιες της αντιπροσώπευσης, της σχέσης εντολέα-εντολοδόχου,της κοινωνίας των πολιτών ως δήμου, της πολιτικής ελευθερίας δεν ενυπάρχουν στο εννοιολογικό οπλοστάσιο της Αριστεράς.»!!!

      [2] Κ.Κ. Κορνήλιος Καστοριάδης.

  • @Left G700

    Υπερεπαναστάτη-κορόιδο τύπου Υπνοβάτη που μηδενίζει τα πάντα και τα κάνει όλα ίσωμα, αδυνατώντας να ξεχωρίσει την ήρα από το στάρι και το πλυμένο μωρό από τα μπουγαδόνερα του μπάνιου του;

    Το «αντικομμουνιστής» όπως με αποκάλεσες αλλού, τί απέγινε; Το ξέχασες;

    @Κωνσταντίνος Γρηγοριάδης
    Ευχαριστώ για τις διευκρινίσεις με τις οποίες φυσικά συμφωνώ. Τα μαρξιτζίδικα απαντητικά «σεντόνια» γεμάτα με τσιτάτα απ’ τα «ιερά βιβλία», αποτελούν για μένα μια πρόσθετη επιβεβαίωση. Στις διευκρινίσεις επαυξάνω παρατηρώντας ότι τόσο στα μαρξικά όσο και στα μαρξιστικά κείμενα δεν αναφέρεται ούτε μια φορά η λέξη «ελευθερία».

    • Διόλου δεν το ξέχασα. Και να ήθελα, δεν θα με άφηνε ο Μεγάλος:

      Δεύτερο, κύριοι αστοί ατομικιστές, πρέπει να σας πούμε ότι οι λόγοι σας για απόλυτη ελευθερία είναι απλώς υποκρισία. Σε μια κοινωνία που στηρίζεται στην εξουσία τού χρήματος, σε μια κοινωνία που οι μάζες τών εργαζομένων δυστυχούν ενώ μια χούφτα ζάπλουτων ζουν σαν κηφήνες, δεν μπορεί να υπάρχει πραγματική και αληθινή «ελευθερία». […] Μα αυτή η απόλυτη ελευθερία είναι είτε αστική είτε αναρχική φράση (γιατί, σαν κοσμοθεωρία, ο αναρχισμός είναι αστισμός γυρισμένος από την ανάποδη).[*]

      [*] Β.Ι.Λένιν, «Κομματική οργάνωση και κομματική φιλολογία», δημοσιευμένο στη «Νόβαγια Ζιζν», αρ. φύλλου 12, 13 Νοεμβρίου 1905.

  • Λοιπόν, δίνω την τελευταία απάντησή μου διότι Left G700 μιλάς με αγένεια, δεν έχεις όρεξη για γόνιμο διάλογο, προσβάλλεις τους ισχυρισμούς μου χωρίς καν να μπεις στον κόπο να αντιτείνεις άποψη με κομψό τρόπο, μου μιλάς λες και γνωριζόμαστε χρόνια και κυρίως δεν μου ζητάς διευκρινίσεις για τις έννοιες που χρησιμοποιώ (το έκανες μόλις στο τελευταίο σου σχόλιο). Πρώτον,την άποψη την οποία κατέθεσες σχετικά με το πέρασμα των μέσων παραγωγής από την ιδιωτική ιδιοκτησία στην κοινωνία αποδεικνύει ακριβώς τον ισχυρισμό μου, αλλά δυστυχώς δεν το αντιλήφθηκες καν. Ο λόγος είναι απλός: η άποψη που κατέθεσες στο πενταπλό σου σχόλιο αφορά , το ξαναλέω, την ανατροπή του καπιταλισμού, ο οποίος αποτελεί οικονομικό σύστημα. Άρα, το αίτημα αυτό είναι οικονομικό, και όχι πολιτικό, διότι δεν υπάρχει πρόταγμα περί της ορθής πολιτείας, περί ενός οργανωμένου τρόπου λήψης πολιτικών αποφάσεων. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ρίζα της κριτικής μου: πάλευε η Αριστερά να ανατρέψει τον καπιταλισμό χρησιμοποιώντας όμως τα εργαλεία του κοινοβουλευτικού συστήματος (διαδηλώσεις, απεργίες, χρήση της γλώσσας των δικαιωμάτων) χωρίς να σκεφτεί ότι η συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων θα περιορίσει το συμφέρον των κεφαλαιοκρατών. Στην πραγματικότητα όμως, αυτό που κατάφερε δεν ήταν σαφώς η ανατροπή του καπιταλισμού, αλλά η δημιουργία του κράτους πρόνοιας και του κοινωνικού κράτους ως πρόσθετου τμήματος του νεώτερου κράτους. Και απ’ ότι φάνηκε στον 20ο αιώνα, ο προβληματισμός της Αριστεράς δεν στράφηκε στην ιδιοκτησία του συστήματος (οικονομικού και πολιτικού), δηλαδή στο γεγονός ότι η εκμετάλλευση απορρέει από την εξουσιαστική δόμηση του συστήματος, αλλά μόνο στην ιδιωτική ιδιοκτησία. Έτσι, αυτό που συνέβη ήταν η μεταφορά της ιδιοκτησίας του οικονομικού συστήματος από τον ιδιώτη στο κράτος με αποτέλεσμα να εγκαθιδρυθεί ο υπαρκτός σοσιαλισμός και όλα τα υπόλοιπα αυταρχικά καθεστώτα, τα οποία είναι γνωστά. Αντί να μεταφερθεί το σύστημα στην κοινωνία, η κατάργηση των κοινωνικών τάξεων επήλθε με την υποταγή της οικονομίας στο κράτος, χωρίς να παύσει η εκμετάλλευση. Άρα, ως προς το πολιτικό αποτέλεσμα, η Αριστερά δεν πέτυχε τίποτα προοδευτικότερο από αυτό που εγκαθίδρυσε ο φιλελευθερισμός.
    Η έννοια της αυτονομίας, για την οποία ρώτησες, όπως και της αυτοκυβέρνησης, ορίζει την ελευθερία του ανθρώπου στο επίπεδο λήψης των πολιτικών αποφάσεων. Δηλαδή, ελεύθερος πολιτικά είναι όποιος έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει ή και να είναι ο καθοριστικός συντελεστής όταν λαμβάνονται οι πολιτικές αποφάσεις. Με άλλα λόγια, σήμερα δεν συντρέχει η πολιτική ελευθερία, διότι τις πολιτικές αποφάσεις τις λαμβάνει το πολιτικό προσωπικό που εκλέγεται. Πολιτική αυτονομία θα είχαμε εάν αποτελούσαμε θεσμημένη συλλογικότητα (δήμος) και προχωρούσαμε σε διαβούλευση για να πάρουμε πολιτικές αποφάσεις εμείς χωρίς να τις λαμβάνει κάποιος άλλος για μας. Γι’ αυτό και το πολιτικό σύστημα ενσαρκώνεται από το κράτος, όχι από την κοινωνία, καθώς αυτή είναι ιδιώτης. Ξαναρωτώ, υπάρχει τέτοιος προβληματισμός στην Αριστερά; Τέλος, με αυτές τις επισημάνσεις πιστεύω να κατάλαβες ότι όχι μόνο δεν πονά το δοντάκι μου για μια συνεπή Αριστερά, αλλά σου δηλώνω ότι η Αριστερά δεν έχει να πει τίποτα απολύτως για τα σημερινά προβλήματα του ανθρώπου. Εδώ δεν επέτυχε την ανατροπή του καπιταλισμού στο κλειστό εθνικό κράτος του 19ου αιώνα, θα τον πετύχει με τις ίδιες απόψεις, τα ίδια επιχειρήματα και την ίδια νοοτροπία στο σημερινό περιβάλλον της παντοδυναμίας των αγορών; Επίσης δεν είμαι δεξιός και δεν είμαι οπαδός του Καστοριάδη. Αυτά ως απάντηση στις επικρίσεις σου. Σου λέω ξεκάθαρα ξανά, ότι δε θα απαντήσω καθόλου σε ανταπάντησή σου. Με κούρασε ο «διάλογος» αυτός.

    • Φίλε μου, και να ήθελες δεν επρόκειτο να συνεχίσω την απ’ ευθείας συζήτηση μαζί σου. Διότι όταν μυρίζεσαι ότι μπορεί να φας κάνα γκολάκι, αντί να οργανώσεις την άμυνά σου όσο καλύτερα μπορείς, καταφεύγεις στο γνωστό κολπάκι της μετατόπισης του τέρματος: Την ίδια στιγμή που κατηγορείς εμένα για άγονο διάλογο απαντάς σε δύο σαφή ερωτήματα που σου έθεσα όχι όπως σου ζητήθηκε αλλά όπως σε βολεύει. Δεν σου ζήτησα να μου ορίσεις την αυτονομία/αυτοκυβέρνηση. Σου ζήτησα να μου ορίσεις τα στοιχεία που κατά την άποψή σου τις ακυρώνουν. Αποφεύγεις να το κάνεις. Γιατί; Ντρέπεσαι να μας πεις ότι ψηλά-ψηλά στη λίστα τών ακυρωτικών στοιχείων όπως τα έχεις στο μυαλό σου φιγουράρουν τα κόμματα και οι ιδεολογίες; Κατά τα άλλα:

      Πώς τον εννοείς το γόνιμο διάλογο; Άσε, μη μου απαντήσεις. Βλέπω το διάλογό σου με τον Μ. Παναγιώτη και καταλαβαίνω: διάλογο μεταξύ ομοφωνούντων. Όμως, όπως ήδη σου έχω πει, εγώ δεν σχολίασα ως συμπολιτευόμενος, αλλά από θέση αντιπολίτευσης. Λυπάμαι που βρίσκεις την αντιπολιτευτική μου πρακτική αγενή και άκομψη (όσο αληθεύει η άποψή σου ότι το σοσιαλιστικό εργατικό κίνημα του 19ου αιώνα δεν είχε στόχο μια ριζικά διαφορετική κοινωνία από την καπιταλιστική, άλλο τόσο αληθεύει κι αυτό) αλλά αυτήν ακολουθώ κι άλλη δεν έχω.

      ΥΓ Δεν είσαι αριστερός, δεν είσαι δεξιός, δεν είσαι Καστοριαδικός. ΟΚ. Θα μας πεις τι είσαι; Κοντογεωργικός; Κι αυτός τι είναι;

  • αγαπητέ Κ. Γρηγοριάδη

    Πολυ καλο και το σχόλιο και το κείμενο και βλέπω οτι οι απόψεις σου ταυτίζονται με του Γ.Κοντογιωργη. Ειχα μια διαφωνία με τον Γ.Κοντογιώργη όσον αφορά την πολιτική ωριμότητα της κοινωνίας και την σχέση της με τον χρόνο (μου τα έψαλλε με το δίκιο του σε κάποια σημεία).

    Αν υπάρχει κάποιο κείμενο σου για αυτο το θεμα θα το ήθελα

    • Αγαπητέ Μ. Παναγιώτη,
      είναι επηρεασμένες οι απόψεις μου από εκείνες του κ. Κοντογιώργη σε μεγάλο βαθμό. Συμφωνώ κυρίως με την τυπολογία πολιτικών συστημάτων την οποία έχει διατυπώσει στο έργο του «Η δημοκρατία ως ελευθερία» και επίσης έχει ενδιαφέρον τόσο η οικοδόμηση του ελληνικού κοσμοσυστήματος όσο και η ερμηνεία του στην αιτία της ελληνικής κρίσης, αλλά και η πρότασή του για ένα αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα. Για το ζήτημα της πολιτικής ωριμότητας της κοινωνίας δεν έχω γράψει κάτι, αλλά είναι κάτι με το οποίο θα ασχοληθώ σίγουρα στο μέλλον με κείμενο στον ιστότοπο.

  • Νομίζω ότι χάσαμε αρκετά τον χρόνο μας (=παγιδευτήκαμε) ασχολούμενοι με ιδεολογικο-θεολογικές γραφικότητες (απόλυτες αλήθειες, ιερά κείμενα κλπ.) που αφορούν στον 19ο αιώνα. Για το πολύ ενδιαφέρον θέμα του νέου πολιτικού διπολισμού μεταξύ νεο(φασιστο)φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και νεοεθνικισμού θα πούμε κάτι; Θεωρώ ότι πρόκειται για ζήτημα που έχει συζητηθεί ελάχιστα (ή για την ακρίβεια καθόλου) στο ελληνόφωνο διαδίκτυο ή τύπο.

    • Έχεις δίκιο ότι το θέμα αυτό έχει απασχολήσει λίγο έως ελάχιστο τον δημόσιο λόγο. Αν δεν έχεις αντίρρηση η γνώμη μου είναι πως ο διάλογος αυτός, όπου και από όποιους γινει, θα πρέπει να γινει χωρίς προδιαγραφόμενους προσδιορισμούς. Με το να προκαταλαμβανεις την συζήτηση κάνοντας λόγο για νεο(φασιστο)φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και νεοεθνικισμό νομίζω ότι ο διάλογος είναι ανευ λόγου. Με την άδεια σου λοιπόν θα μπορούσαμε να συζητήσουμε στην αντικειμενική διάσταση τους τις αξιακές εννοιες της «οικουμενικότητας» και της «κοσμόπολης» καθώς και την έννοια της «κοινότητας» και της «εγγύτητας» επάνω στις οποίες εκτιμώ ότι στηρίζονται οι πολιτικες της παγκοσμιοποίησης και του εθνικου κράτους.

      Ο διπολισμός για τον οποίο μιλαει το κείμενο του Κωνσταντίνου είναι μεν μια νέα μορφή πολιτικής αντιπαράθεσης αλλά όχι κάτι νέο στην ιστορία των ιδεών. Στο blog σου έκανες ήδη λόγο για την ρωμαική ιδεά του πολιτισμένου κόσμου και το αποστολικό όραμα του χριστιανισμού. Στην ιστορία του δυτικού πνευματος η έννοια «οικουμενικός» είναι ταυτόσημη με τον μονισμό του δυτικού πολιτισμού. Αν θέλετε λοιπόν να κάνουμε μια συζήτηση αυτή προτεινω να γίνει χωρίς να λέμε απο την αρχή ότι όποιος τοποθετηθει υπερ της παγκοσμιοποίησης είναι «νεο-φασίστας» και όποιος τοποθετηθεί υπερ του εθνους κράτους είναι «παλαιο-φασίστας». Όπως ειπες πολύ σωστά αυτές οι «απολυτότητες» μας παγιδεύουν.

      Ως τεκμήριο των παραπάνω και ως ερώτημα για όποιον θέλει να απαντήσει θέτω το, κατά την γνώμη μου, ενδιαφέρον πολιτικό γεγονός του δημοψηφίσματος στην Καταλωνία. Από ότι έχω εισπράξει, με βάση τον νέο διπολισμό, οι καταλανοί αυτονομιστές τοποθετούνται στην κατάταξη του «παλαιο-φασίστα» και όλοι σχεδόν αναφέρονται σε αυτούς ως «εθνικιστές» αντιπαραθέτοντας τους προφανώς στο Ισπανικό κράτος το οποίο αν καταλαβαίνω καλά, συμφωνα με το σχήμα του νεοδιπολισμού, είναι διεθνιστικό.
      http://www.naftemporiki.gr/stream/2374/dimopsifisma-gia-tin-aneksartisia-tis-katalonias

      • Ομολογώ ότι βλέπω το θέμα με αρνητισμό. Αυτό οφείλεται στο ότι θεωρώ τον διπολισμό ως ψευδοδίλημμα δοτό εκ των άνω. Δηλ. δεν θεωρώ τα στοιχεία του ως φυσιολογικά προκύψαντα από τις διαδικασίες και τις ζυμώσεις της πραγματικής κοινωνίας (βλ. εργατικό κίνημα του 19ου αιώνα).
        Αλλά δεν έχω αντίρρηση να συζητήσουμε και με βάση πιο αποφορτισμένες έννοιες σαν αυτές που εισηγήθηκες.

  • Κατά τη γνώμη μου η συζήτηση για τον «νέο πολιτικό διπολισμό», που περιγράφει ο Κωνσταντίνος στο κείμενό του, θα πρέπει να ξεκινήσει όχι τόσο από τα δύο σκέλη (παγκοσμιοποίηση & εθνικισμός) αλλά αρχικά από το εάν είναι όντως κάτι «νέο». Νομίζω ότι τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο δεν είναι κάτι νέο (δηλαδή κάτι που προέκυψε πολύ πρόσφατα και με τρόπο απότομο). Μάλλον για την ιστορική εξέλιξη ενός θεωρητικού «μοντέλου» πρόκειται. Πράγματι το θεωρητικό μέρος αυτής της κουβέντας έχει ήδη ανοίξει από τη δεκαετία του 60’ (όταν ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος ήταν σχετικά φρέσκος) με την εισαγωγή του όρου «εθνοπλουραλισμός». Η έννοια του εθνοπλουραλισμού αναλύθηκε κυρίως από τον Guy Héraud στο βιβλίο του «Les principes du federalisme et la Federation europeenne» αλλά συζητήθηκε και από άλλους θεωρητικούς της εποχής όπως ο Weber και ο Barth. Θα έλεγα επομένως να δούμε κυρίως την εξέλιξη του φαινομένου.

    Στην πραγματικότητα το πολιτικό κομμάτι -και η συνεπακόλουθη ρητορική- μάλλον υποδεικνύει πως κατά βάση βρίσκεται σε εξέλιξη ένα διαζύγιο ανάμεσα στους εκσυγχρονιστές (ας πούμε τις ελίτ του συστήματος που συχνά αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικοί και την άλλη ως φιλελεύθεροι) που οραματίζονται και προωθούν έναν υπερμοντέρνο κόσμο τύπου «Silicon Valley» και την όλο και αυξανόμενη απόρριψη αυτού του κόσμου από διάφορες κοινωνικές ομάδες (πολυάριθμες αλλά και ορισμένες ισχυρές). Σε αυτή μας την ανάλυση όμως θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί γιατί μπορεί εσφαλμένα να θεωρήσουμε την «κοινωνία» ως μια ομοιογενή ομάδα, όπως πολλοί -επίσης εσφαλμένα- θεωρούν μια ομοιογενή ομάδα την «δεξιά» (νέα και παλιά) που ιστορικά είναι η πλέον πλουραλιστική ομάδα και περιλαμβάνει σχεδόν τα πάντα. Θα πρότεινα να δούμε το θέμα σε ένα ευρύτερο επίπεδο με κέντρο τα δύο βασικά σημεία που αναφέρονται και στο άρθρο από την μια την ελευθερία και από την άλλη την αυτονόμηση της αγοράς (και τον καπιταλισμό επομένως). Ας σκεφτούμε ότι Ο G.Debord είχε γράψει πολύ εύστοχα ότι: «Όταν το να είσαι απολύτως μοντέρνος επιβληθεί με ειδικό νόμο και διακηρυχθεί από τον τύραννο, αυτό που θα φοβάται κάθε έντιμος σκλάβος, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι ότι μπορεί να κατηγορηθεί για παραδοσιοκρατία».

  • Εννοώ αν πρόκειται για ιδεολογικές σχηματοποιήσεις (παγκοσμιοποίηση εναντίον εθνικισμού) που προκύπτουν από συγκρούσεις συμφερόντων εντός των ελίτ, οι οποίες (ελίτ) τις «ρίχνουν» (τις ιδεολογικές σχηματοποιήσεις τους) στην κοινωνία προκειμένου να προσεταιριστούν τα λαοποίμνια που κατέχουν.

    • γω πάλι αυτό που κατάλαβα, είναι πως οι ελιτ δεν θέλουν να’χουν επαφές με τις κοινωνίες που εξουσιάζουν..γιαυτό και παρουσιάζουν την αγορά και τους νόμους της σαν υπέρτατη εξουσία..

    • Δεν ξέρω εάν πρόκειται, όπως λες, μόνο για ιδεολογικές σχηματοποιήσεις που εντάθηκαν ως αποτέλεσμα των συγκρούσεων που βρίσκονται σε εξέλιξη μεταξύ των διαφόρων ελίτ. Πάντα υπάρχουν ελίτ φυσικά, αλλά σήμερα σε συνθήκες μαζικής κοινωνίας δεν είναι τόσο απλό και εύκολο να μιλάμε ξεκάθαρα για ελίτ όπως στο παρελθόν. Ωστόσο ο παραδοσιακός προπολεμικός ανταγωνισμός, για παράδειγμα, ανάμεσα στον αγροτικό συνδικαλισμό των ευγενών μεγαλοϊδιοκτητών γης και τον γιακωβίνικο ριζοσπαστικό συνδικαλισμό, έχει εξαλειφθεί οριστικά εδώ και πολλά χρόνια και προς το παρόν δεν φαίνεται να υπάρχει κάτι άλλο, παρόμοιο. Τείνω να πιστεύω ότι είναι τέτοια η μαζικότητα των σύγχρονων κοινωνιών που η πορεία προς την πρόοδο και τον εκσυγχρονισμό μοιάζει ασυγκράτητη και προκειμένου αυτή να συνεχιστεί, στο τέλος θα μετατραπούν όλοι τους σε «καθησυχαστικά» κεντρώα κόμματα. Μέχρι τότε φυσικά θα δούμε πολλά «φρούτα» να ωριμάζουν και να πέφτουν, όπως για παράδειγμα το γερμανικό AfD.

  • Νομίζω πως καταλαβαίνω κάπως την επιφύλαξη σου Υπνοβάτη να δεχτείς την συζήτηση των ιδεοεννοιών «οικουμενικότητα vs έθνος κράτος» χωρίς να είσαι αρνητικός και στις δύο. Στην αρχή νόμισα ότι εβλεπες αυτό το δίπολο απλώς στο απεσπασμένο του ορίζοντα της μικροεποχής μας και όχι στην υπεριστορική του διάσταση. Όμως από ότι κατάλαβα από την απάντηση σου, και διόρθωσε με αν κάνω λάθος, εντέλει αυτό που βρίσκεις να συμβάλει πιο αποφασιστικά στον σχηματισμό των διπόλων είναι η συμβολή των «ενδοεξουσιαστικών πόλων» παρά τα θεωρείς ότι προηγούνται από αυτούς ή/και τους καθορίζουν.

    Πράγματι δεν μπορεί κανείς να μην πει ότι όσο υπάρχουν ελιτ θα υπάρχουν και συγκρούσεις. Όμως το να καταλήγουμε σε ένα υπεριστορικό συμπέρασμα ότι όλων των ειδών οι διπολισμοί είναι απλώς «ιδεολογικές σχηματοποιήσεις που προκύπτουν από συγκρούσεις συμφερόντων εντός των ελίτ», είναι νομίζω τραβηγμένο και κινδυνεύει μετά να γίνει κάτοπτρο με το οποίο να αναλύεται όλη η ιστορια και όλα πραγματα και μετά όλα που γινονται στον κόσμο ειτε ειναι διπολισμοί ή τριπολισμοί ή τετραπολισμοί να εξηγούνται, αρκεί οι ελίτ να είναι χωρισμένες σε δύο, τρία ή τέσσερα στρατόπεδα.

    Όχι ότι έχεις απολύτως άδικο. Δεν θα διαφωνήσω καθόλου ότι σε κάθε ιστορικό διπολισμό, πχ μονοθεισμός vs παγανισμός ή επιστημονισμός vs αντιεμβολιαστικό κίνημα, υποκρύπτονται και συμφέροντα και συγκρούσεις των ελίτ. Εξάλου μιλώντας για ελίτ δεν ειναι να εννοούμε πάντοτε «τις» ελιτ που κυριαρχούν στον κόσμο. Δίπολα και ελιτ μπορείς να βρεις και στο χωριό του Δον Καμίλο και του Πεπόνε. Με τα παραπάνω θέλω να πω ότι οι «ενδοεξουσιαστικες συκρούσεις των ελιτ» μπορεί να είναι ένα φαινόμενο που συναντάται σε κάθε διπολισμό δεν είναι όμως βέβαιο αν όντως είναι οι συγκρούσεις των ελίτ που δημιουργούν το δίπολο ή το αντίθετο.

    Εδώ έχουμε δηλαδή δύο σχήματα. Είτε οι ελιτ έχουν διαφορετικές αντζέντες πχ. το διεθνές κεφάλαιο με τα ντόπια καθυστερημένα κεφάλαια και δημιουργουν μια «ιδεολογική σχηματοποιήση» για να εντάξουν τους «από έξω» στις «ενδοεξουσιαστικές τους συγκρούσεις», ειτε οι συγκρούσεις των ελίτ υπόκεινται και αυτές, όπως όλοι μας, σε ιδεολογικές ενορμήσεις και ιδεότυπους και ακολουθούν περιπλοκότερα σχήματα εννοιών από απλώς να εξυπηρετούν μόνο τα υλικά τους συμφέροντα.

    Καταλαβαίνω λοιπόν το εξής πρόβλημα να συζητήσουμε τον διπολισμό «οικουμενισμό vs κοινότητα» αν δεν έχουμε πρώτα ξεκαθαρίσει αν αυτός ο διπολισμος είναι απλώς μια «ενδοεξουσιαστική κατασκευή» ή μια «υπεριστορική ιδεοέννοια».

    Δεν λέω ότι δεν μπορούν να ισχύουν και τα δύο. Λέω όμως πως είναι κρίσιμα σημαντικό αν αποκλείσουμε την μία από τις δύο περιπτώσεις.

  • Ακριβώς οι δύο τελευταίες παράγραφοί σου. Πάντως δεν ισχυρίζομαι ότι όλοι οι διπολισμοί είναι δοτοί εκ των ελιτιστικών άνω. Απλά ο συγκεκριμένος μου φαίνεται τέτοιος.

Σχολίασε

Go to top