Ομοφυλόφιλία και παραδοσιακή ηθική: οι θέσεις των φιλοσόφων

(Jacques-Louis David (1748–1825), Patroclus, 1780. Oil on canvas, 122 x 170 cm).

Η στάση των φιλοσόφων προς την ομοφυλοφιλία δεν είναι ενιαία. Οι Πυθαγόρειοι και οι Κυνικοί (βλ. Διογένης Κυνικός)1 φαίνεται να είναι κατά της ομοφυλοφιλίας. Ειδικότερα οι Πυθαγόρειοι έχουμε πληροφορίες ότι απέρριπταν κάθε είδος άγονης σεξουαλικότητας και υποστήριζαν τη συνεύρεση ακόμη και μεταξύ αντρών και γυναικών μόνο με στόχο την τεκνοποίηση.2 Στους πλατωνικούς υπάρχει μία ανεκτικότητα και αποδοχή του φαινομένου, ενώ οι Στωικοί επέτρεπαν την ομοφυλοφιλία και τοποθετούσαν όλα όσα αφορούν τη σεξουαλικότητα, μαζί και την ομοφυλοφιλία, στα ουδέτερα. Όλα τα ρεύματα ωστόσο ήταν κατά των παθών και ειδικότερα στην περίπτωση αυτή, κατά της ακολασίας (είτε όσον αφορά την ετεροφυλοφιλία είτε την ομοφυλοφιλία). Τόσο οι Κυνικοί όσο και οι Στωικοί ήταν κατά των σωματικών ηδονών, ως μέρος του ασκητικού τρόπου ζωής.

Οι απόψεις των φιλοσόφων δεν είναι απαραίτητα υποδειγματικές, είναι όμως ίσως υποδειγματική η συλλογιστική και η προαίρεση τους. Ο έλεγχος της επιθυμίας και η μετρημένη ενασχόληση με τη σεξουαλική επιθυμία (που ανήκει στο επιθυμητικό μέρος της ψυχής), είναι προϋπόθεση για τη διαύγεια της σκέψης και την καλλιέργεια του λογιστικού μέρους, που έργο έχει την αναζήτηση της αλήθειας. Σε κάθε περίπτωση όμως οι φιλόσοφοι είναι κατά της βίας και υπέρ της αποδοχής της φύσης, που είναι κατά τους Στωικούς, η αρετή. Σε φιλελεύθερες και δημοκρατικές κοινωνίες είναι σημαντικό να προηγείται αποτελεσματική ενημέρωση όσον αφορά την αναγκαιότητα καινούριων νόμων και να μην καταφτάνουν οι νόμοι επιβεβλημένοι και ‘ουρανοκατέβατοι’ ειδικά όταν είναι σε ευθεία αντίθεση με παραδοσιακές αξίες. Η σύγχρονη ελληνική κοινωνία έχει το χαρακτηριστικό—ταυτόχρονα ίσως πλεονέκτημα και μειονέκτημα—της αφοσίωσης σε παραδοσιακές αξίες, σε σύγκριση με άλλες δυτικού τύπου κοινωνίες. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι το σύνολο της παραδοσιακά προωθούμενης εγχώριας ηθικής συνοψίζεται στην αποφυγή ειδικά της αντρικής ομοφυλοφιλίας. Νιώθει άρα το κοινωνικό μέλος ως άντρας συχνά ότι όλη η οφειλή του προς το σύνολο εξαντλείται στην αποφυγή της ομοφυλοφιλίας. Τίποτε άλλο δεν βιώνει ως υποχρέωση. Ενώ στις γυναίκες παρατηρείται ως βασική ίσως η επιδίωξη εύρεσης και προσκόλλησης σε έναν μη ομοφυλόφιλο άντρα και η μέριμνα για τη διατήρηση του, με την προσδοκία της ευδαιμονίας. Ασφαλώς πολλές είναι οι απογοητεύσεις που προκύπτουν από τις υπόρρητες αυτές κοινωνικές κατευθύνσεις. Οι αρετές που προτείνουν οι φιλόσοφοι, καθώς και άλλοι παρεμφερείς χώροι, είναι κάτι πολύ ευρύτερο και χρησιμότερο, που χρειάζεται άσκηση των μερών της ψυχής και δεν συνοψίζεται απλά στην αποφυγή της ομοφυλοφιλίας (βλ. λέξεις από ‘π’ στην ελληνική έχουν σημασίες που σχετίζονται με την ανεντιμότητα και όχι τη σεξουαλικότητα). Από τις αρετές των Στωικών που προτείνονται για όλα τα μέλη του κοινωνικού συνόλου παραθέτουμε ακολούθως.

Τῶν δ᾽ ἀρετῶν τὰς μὲν πρώτας, τὰς δὲ ταύταις ὑποτεταγμένας. πρώτας μὲν τάσδε, φρόνησιν, ἀνδρείαν, δικαιοσύνην, σωφροσύνην: ἐν εἴδει δὲ τούτων μεγαλοψυχίαν, ἐγκράτειαν, καρτερίαν, ἀγχίνοιαν, εὐβουλίαν: «Και από τις αρετές άλλες είναι πρωταρχικές και άλλες υπάγονται στις πρώτες. Οι πρώτες είναι η φρόνηση, η ανδρεία, η δικαιοσύνη, η σωφροσύνη. Σε αυτές υπάγονται η μεγαλοψυχία, η εγκράτεια, η καρτερία, η αγχίνοια και η ευβουλία.» (Διογένης Λαέρτιος 7.1.92)

Η σεξουαλικότητα είναι μέρος της πραγματικότητας που πρέπει να ρυθμίζεται με βάση τον ορθό λόγο και τη φρόνηση, εφόσον σε όλα τα ρεύματα των φιλοσόφων στόχος είναι η απαλλαγή από τα πάθη, όχι για την αποφυγή κάποιας μεταφυσικής τιμωρίας, αλλά γιατί το ίδιο το πάθος είναι νόσημα και τιμωρία από μόνο του. Η επιστήμη και η κοινωνία δεν μπορούν πάντα να βοηθήσουν όλα τα αδύναμα κοινωνικά μέλη, ούτε να αντιμετωπίσουν όλες τις περιπτώσεις παθολογιών. Μπορούν όμως να μην βλάπτουν τα μέλη και να μην τα κακοποιούν, όπως συνέβη τόσες φορές στο παρελθόν, αλλά και σήμερα με τη μειονότητα των ομοφυλοφίλων. Είδαμε ότι στους Στωικούς η φύση ταυτίζεται με την αρετή. Πόσο όμοια μπορεί να είναι φύση των ανθρώπων στο σύμπαν της ετερογένειας;

Τέλος, οι φιλόσοφοι δεν ανησυχούν πολύ για τους νόμους κάθε πολιτείας και κάθε κράτους, μολονότι προσπαθούν να είναι χρήσιμοι και να υποδεικνύουν το ἀγαθόν. Το νόμιμο δεν είναι απαραίτητα ηθικό, ούτε και το ηθικό είναι πάντα νόμιμο, ενώ η ίδια πράξη, ανάλογα με την προαίρεση και τις συνθήκες, μπορεί άλλοτε να είναι ενάρετη και άλλοτε όχι ή να αξιολογείται διαφορετικά (π.χ. φόνος σε περίπτωση πολέμου και σε περίπτωση ειρήνης, σε άμυνα, εν βρασμώ ή από επιλογή). Δεν υπάρχουν έτοιμες συνταγές από τους φιλοσόφους, πέρα από την άσκηση της φρόνησης.

1# Ἰδών ποτε νεανίσκον θηλυνόμενον, «οὐκ αἰσχύνῃ,» ἔφη, «χείρονα τῆς φύσεως περὶ σεαυτοῦ βουλευόμενος; ἡ μὲν γάρ σε ἄνδρα ἐποίησε, σὺ δὲ σεαυτὸν βιάζῃ γυναῖκα εἶναι. «Όταν κάποια φορά είδε έναν νέο να συμπεριφέρεται με γυναικείο τρόπο, είπε: ‘Δεν ντρέπεσαι να αποφασίζεις για τον εαυτό σου χειρότερα από αυτά που αποφάσισε η φύση; Γιατί η φύση σε έκανε άντρα, ενώ εσύ υποχρεώνεις τον εαυτό σου να είναι γυναίκα.» (πηγή: Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων 6.2.65). Δεν διαφεύγει εδώ η υπονοούμενη ιεράρχηση των φύλων με τη γυναίκα υποδεέστερη, ήταν όμως και η αρχαιοελληνική κοινωνία αρκετά σεξιστική κοινωνία, αλλά και αρκετά τακτικά σε εμπόλεμη κατάσταση. Διαδραμάτιζε άρα σημαντικό ρόλο στις κοινωνικές αυτές πεποιθήσεις η αυξημένη σωματική δύναμη του αντρικού φύλου, για την προστασία της μικρότερης ή ευρύτερης κοινότητας και ομάδας. Βλ. επίσης στον συλλογικό τόμο του Hubbard (2003).

2# Ενδεικτικά βλ. de Vogel (1966), πιο πρόσφατα Gaca (2003).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

de Vogel, Cornelia J. 1966. Pythagoras and early pythagoreanism: an interpretation of neglected evidence of the philosopher Pythagoras. Assen, Netherlands: Royal Van Gorcum.

Gaca, Kathy. 2003. The Making of Fornication: Eros, Ethics, and Political Reform in Greek Philosophy and Early Christianity. Berkeley:  University of California Press.

Hubbard, Thomas K. (επιμ.) 2003. Homosexuality in Greece and Rome: a sourcebook of basic documents. Berkley: University of California Press.

Αναρτήθηκε στις: 26 Οκτωβρίου 2017
9 Σχόλια »
“Ομοφυλόφιλία και παραδοσιακή ηθική: οι θέσεις των φιλοσόφων”
  • Ενώ από τις πληροφορίες που υπάρχουν στο κείμενο μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε τι θα ψήφιζαν οι εκπρόσωποι των διαφόρων φιλοσοφικών ρευμάτων κατά την πρόσφατη ψήφιση του νομοσχεδίου για την αλλαγή ταυτότητας φύλου αν ήταν μέλη τού ελληνικού κοινοβουλίου, αντίθετα, δεν μας γίνεται καθαρό τι θα ψήφιζε η συγγραφέας του άρθρου αν ήταν μέλος τών 300. Ακόμα περισσότερο δεν γίνεται σαφές αν θεωρεί την ομοφυλοφιλία ένα είδος παθολογίας («Η επιστήμη και η κοινωνία δεν μπορούν πάντα να βοηθήσουν όλα τα αδύναμα κοινωνικά μέλη, ούτε να αντιμετωπίσουν όλες τις περιπτώσεις παθολογιών)

    Μπορούμε να έχουμε κάποιες διευκρινίσεις επ’ αυτών;

  • Κι εγώ θα ήθελα περισσότερες διευκρινίσεις για την αναγκαιότητα αυτού του νόμου όσον αφορά το όριο ηλικίας των 15 ετών. Είναι ίσως κρίσιμη η περίοδος αυτή για τη διαμόρφωση σεξουαλικής ταυτότητας; Και ποιος προστατεύει τα παιδιά από την επιρροή ενδεχομένως ανθρώπων που τα κατευθύνουν για την ικανοποίηση των προσωπικών τους ηδονών προς μια μη αναστρέψιμη απόφαση; Ένα απόσπασμα ως κατακλείδα στο κείμενο είναι η ρήση που αποδίδεται στον Αντισθένη, πατέρα της Κυνικής φιλοσοφίας: τὸν σοφὸν οὐ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους πολιτεύσεσθαι, ἀλλὰ κατὰ τὸν τῆς ἀρετῆς. «Ο σοφός δεν θα συμπεριφερθεί σύμφωνα με τους υπάρχοντες νόμους, αλλά σύμφωνα με τον νόμο της αρετής.» (πηγή: Διογένης Λαέρτιος, Βίοι φιλοσόφων 6.11). Άρα δεν έχει και πολύ σημασία η δική μου γνώμη ή γνώμη άλλων για το θέμα, μεταξύ άλλων και επειδή δεν είναι όλες οι περιπτώσεις ίδιες. Πρόσφατα (1974 είναι πρόσφατο για την ιστορία της επιστήμης) στον χώρο της Ψυχιατρικής η ομοφυλοφιλία δεν θεωρείται πλέον νόσημα. Τι ακριβώς είναι όμως ένα νόσημα; Είναι το κοινωνικά ανεπιθύμητο; Το θεωρούμενο επιβλαβές; Ή είναι απλά μια άλλη μορφή ύπαρξης; Στο βιβλίο του Στέφανου Τραχανά, ‘Το φάντασμα της όπερας’ (2014, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης), περιγράφεται μεταφορικά η ίδια η ζωή στο σύμπαν ως ‘νόσος της ύλης’. Δεν είναι άρα υποτιμητικός όρος η ‘παθολογία’, που μπορεί να ποικίλει το τι είναι παθολογικό και τι όχι ανά κοινωνία και άρα ανά κοινωνικό οργανισμό. Οι στόχοι του άρθρου είναι α. να δείξει ότι η ηθική κατά τους φιλοσόφους είναι κάτι πολύ ευρύτερο και κατά περίπτωση ανεξάρτητο από τη σεξουαλικότητα, β. να επισημάνει την αναγκαιότητα ενημέρωσης του κόσμου για διάφορα θέματα και όχι τη βίαιη θεσμοθέτηση νόμων που αντίκεινται στο κοινό αίσθημα ή την εκπεφρασμένη αντίθετη γνώμη μεγάλου μέρους του πληθυσμού και γ. να επισημάνει την ανεξαρτησία του νόμιμου, αλλά ακόμη και του κατά τόπους ηθικού από το όντως ενάρετο, κατά τους φιλοσόφους. Αλίμονο αν περιμέναμε τον κάθε νόμο του κάθε κράτους να θεμελιώσει και να περιφρουρήσει την ενάρετη συμπεριφορά.

    • Αγαπητή κ. Χατζοπούλου,

      Αφού πρώτα σάς ευχαριστήσω για τις διευκρινίσεις, επιτρέψτε μου ένα μικρό σχολιασμό.

      Απ’ όσο καταλαβαίνω η ένστασή σας για το νομοσχέδιο αλλαγής ταυτότητας φύλου αφορά στο όριο ηλικίας. Είμαστε σύμφωνοι επ’ αυτού. Να διευκρινίσω μόνο ότι η δική μου ένσταση βασίζεται σε ένα κατά τη γνώμη μου κενό που υπάρχει στο νομοσχέδιο, κενό το οποίο, πάλι κατά τη γνώμη μου, δεν αφορά μόνο στα άτομα ηλικίας 15, 16 ή 17 ετών αλλά σε κάθε άτομο ανεξαρτήτως ηλικίας: δεν απαιτείται γνωμάτευση ψυχολόγων, ψυχιάτρων κ.λπ., κάτι που εγώ θεωρώ απαραίτητο.

      Έρχομαι στο ζήτημα της παθολογίας. Από όσα γράφετε σχετικά, σχηματίζω την εντύπωση ότι υποπτεύεστε πως τσίνησα επειδή εμμέσως φαίνεται να κατατάσσετε την ομοφυλοφιλία στις παθολογικές καταστάσεις. Ουδέν αναληθέστερον. Όπως, υποθέτω, γνωρίζετε, ο σύγχρονος και πιο ‘‘προωθημένος’’[1] όρος ο οποίος περιγράφει τα άτομα που έρχονται σε μετωπική σύγκρουση με το βιολογικό τους φύλο είναι «δυσφορία φύλου», μία λιγότερο ‘‘παθολογίζουσα’’ διατύπωση του όρου «διαταραχή ή αναταραχή ταυτότητας φύλου» («gender identity disorder»). Από την ομοφυλοφιλία ως νόσο στην προ του 1974 εποχή έχουμε φτάσει σε αυτό. Στα παλιότερα των υποδημάτων μου. Λυπάμαι που θα στενοχωρήσω κάποιους από το αναγνωστικό κοινό οι οποίοι ενδεχομένως ανήκουν στην εν λόγω κατηγορία, αλλά με την ευρεία έννοια του όρου «παθολογία» και των παραγώγων του, ναι, νομίζω ότι ο όρος δεν τους αδικεί. Το γεγονός ότι η ομοφυλοφιλία είναι μία κατά φύση παθολογία, με την έννοια ότι εντάσσεται στις εξαιρέσεις που κι αυτές υπάρχουν φυσικώ των τρόπω (φυσικώ τω τρόπω δεν γεννιέται κάποιος με έλλειψη ενός ενζύμου ή με συγγενή καρδιοπάθεια; φυσικώ τω τρόπω δεν παρουσιάζεται η καρκινογένεση;) δεν είναι αρκετό για να διαγραφεί από τις εν γένει και εν τη ευρεία εννοία, όπως ήδη διευκρίνισα, παθολογικές καταστάσεις.

      Κατά τα άλλα θα συμφωνήσω με τους φιλοσόφους και, υποθέτω, εσάς ότι το ζήτημα της ταυτότητας φύλου, της σεξουαλικότητας κ.λπ. δεν συνδέεται σε καμία περίπτωση με την ηθική ή και την αρετή καθώς και με την άποψη για «την ανεξαρτησία του νόμιμου, αλλά ακόμη και του κατά τόπους ηθικού από το όντως ενάρετο, κατά τους φιλοσόφους».

      Τέλος, επιτρέψτε μου μία μικρή προσθήκη στην ακροτελεύτια φράση τού σχολίου σας.

      Γράφετε:

      «Αλίμονο αν περιμέναμε τον κάθε νόμο του κάθε κράτους να θεμελιώσει και να περιφρουρήσει την ενάρετη συμπεριφορά.»

      Προσθέτω:

      «Αλίμονο αν δεν απαιτούμε ο κάθε νόμος του κάθε κράτους να συμβαδίζει με και να παρωθεί προς την ενάρετη συμπεριφορά.»

      Τα λέμε

      [1] ‘‘Προωθημένος’’ από τη σκοπιά των LGBTIQ+ ατόμων που ιδανικά θα ήθελαν να μην υπάρχει καν ιδιαίτερος περιγραφικός όρος για την κατηγορία τους

  • Ο τίτλος του άρθρου παραπέμπει σε κάτι γενικότερο. Τελικά όμως περιορίζεται στους αρχαίους και ειδικά στους Στωικούς.
    Να υποθέσω ότι έτσι ενισχύεται η θέση της συγγραφέως? Και σε τι εξυπηρετεί την τρέχουσα επικαιρότητα η παράθεση των ανωτέρω φιλοσοφικών απόψεων, όταν στο μεταξύ (χρονικά) έχουν ανακύψει ψυχολογία, ιατρική, κλπ επιστήμες? Τι ωφελεί να θεωρούμε ως (σχεδόν) θέσφατα αυτά που ειπώθηκαν (και γράφτηκαν) πριν τόσους αιώνες, δίχως να τα θέτουμε υπό διαρκή κριτική διερεύνηση?
    Όσο για το «κοινό αίσθημα» ή την «εκπεφρασμένη αντίθετη γνώμη μεγάλου μέρους του πληθυσμού», τι να πω!
    Επιχειρήματα επιπέδου κατηχητικού. Λες και η «κοινή γνώμη» είναι κάτι συμπαγές, αναλλοίωτο, και διαχρονικό.
    Ή μήπως οι σύγχρονοι «φιλοσοφούντες» στην προσπάθειά τους να αποδείξουν την αξία των εμμονών τους, οδηγούνται σε λάθος δρόμους?

  • Είναι διαχρονικά γνωστό ότι η κοινή γνώμη «άγεται και φέρεται». Είναι όμως άλλο πράγμα η «κοινή γνώμη» και άλλο πράγμα η κοινή λογική ή το κοινό αίσθημα. Η πρώτη σαφώς και είναι ευμετάβλητο στοιχείο. Όσο όμως και αν επιμένει η μόδα της εποχής η κοινή λογική υπάρχει, όπως καθώς και το κοινό αίσθημα, και την επιβεβαιώνει η τάξη της καθημερινότητας. Κανείς δεν θέλει να τρώμε για πρωινό τα μικρά βρέφη. Έτσι δεν είναι; Άρα μια κοινή βάση που λέγεται «λογική ή αίσθημα» και μετουσιώνεται σε «γνώμη» υπάρχει και δεν έχουμε γίνει ακόμα οτινανοκομείο.

    Ειναι καλό λοιπόν, πριν βιαστούμε να μιλήσουμε για «επιχειρήματα επιπέδου κατηχητικού» να λάβουμε υπόψη μας ότι υπάρχουν κάποιες πολύ θεμέλιες βάσεις τις οποίες όσο και αν επιδιώξουμε να τις αποδομήσουμε, ακολουθώντας έτσι την μόδα της εποχής (δηλαδή την κοινή γνώμη), μάλλον θα επιβεβαιώσουμε την σταθερότητα τους στον χρόνο παρά θα δικαιώσουμε την αποτελεσματικότητα της κριτικής μας ικανότητας.

    Η θέση για παράδειγμα ότι «η κοινή γνώμη είναι μεταβλητή» ήταν μια κατεξοχήν φιλοσοφική θέση και εκφράστηκε εξαρχής από τους κλασικούς. Τώρα πλασάρεται ως μοντερνισμός. Θα πρότεινα σε όσους θέλουνε να είναι πραγματικά ριζοσπαστικοί, και όχι να αλιεύουν δεξιά και αριστερά επιχειρήματα από το πεδίο της φιλοσοφίας που εξυπηρετούν τις ιδιωτικές τους αντζέντες, να διερευνήσουν πρώτα το κατά πόσο υπάρχει ή όχι μια αναλλοίωτη και σταθερή αλήθεια των πραγμάτων μέσα στους αιώνες, την οποία και μπορεί να επικαλεστεί η κοινή λογική και το κοινό αίσθημα, ή όλα εντέλει είναι σχετικά και η φιλοσοφία είναι απλά και αυτή μια «άποψη» ανάμεσα στις άλλες.

  • Κατ’ αρχάς, ας μή βιαστούμε να απορρίψουμε μονομιάς φιλοσόφους και στοχαστές των οποίων η σκέψη εξακολουθεί να αντανακλάται σε ποικίλα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής μας και σε πολιτικές θεωρίες που καθημερινά διαμορφώνουν ένα συγκεκριμένο πλαίσιο δράσης. Και μόνο το γεγονός ότι οι συλλογισμοί αυτών των ανθρώπων που έζησαν και έδρασαν ορισμένες χιλιετίες πριν συνεχίζουν να απασχολούν τη σκέψη μας και το μυαλό μας επιβεβαιώνει αυτό ακριβώς που ισχυρίζεται ο Αθανάσιος στο παραπάνω σχόλιο, ότι πιθανότατα υπάρχει «μια αναλλοίωτη και σταθερή αλήθεια των πραγμάτων μέσα στους αιώνες» (αυτό σε αντίθεση με τις ανοησίες των κονστρουκτιβιστών, πως δήθεν όλα είναι κοινωνικές κατασκευές, και καμία σταθερή πραγματικότητα δεν υφίσταται στον κόσμο των ανθρώπων). Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως η έννοια της αρετής απασχολεί το ανθρώπινο γένος εδώ και αιώνες, έπειτα από την εγκατάλειψη της φυσικής κατάστασης (state of nature). Από τα πανάρχαια κείμενα των πρώτων Κινέζων φιλοσόφων μέχρι τον Όμηρο και αρχαίους Έλληνες/Ρωμαίους, τους Στωικούς, τον Μακιαβέλλι, τους Διαφωτιστές και τους νεωτεριστές η έννοια της αρετής, της αλήθειας, του ωραίου και του δικαίου συνεχίζουν να αποτελούν επίκεντρα σφοδρών αντιπαραθέσεων, όχι σε κάποιο αυθαίρετο και ακαθόριστο φιλοσοφικό βασίλειο, αλλά πάνω σε πράγματα που αφορούν τον ατομικό και συλλογικό μας βίο.

    Επί της ουσίας, την πιθανότητα αυτή προσπαθούμε να εξερευνήσουμε, και γι’ αυτόν τον ακριβώς λόγο, επειδή μιλάμε για «πιθανότητα» δεν μπορούμε να εκλάβουμε ούτε ως θέσφατα τα λεγόμενα των Στωικών, μήτε όμως θα ήταν ορθό να τους απομακρύνουμε από τις καθημερινές μας μελέτες. Επί της ουσίας, το γεγονός ότι έχουμε τα όπλα της επιστήμης, αυτό δεν έρχεται να αναιρέσει την αξία της φιλοσοφίας. Άλλωστε, προσπερνώντας τον χυδαίο θετικισμό των επιστημόνων, εξακολουθεί να τίθεται το ερώτημα αν η ίδια η επιστήμη εξασφάλισε αυτό που είχε υποσχεθεί, την ευτυχία και την αλήθεια (αυτό το ερώτημα το έχουν θίξει ουκ ολίγοι στοχαστές: Simone Weil, Jacques Ellul, Zygmunt Bauman, και αν δεν κάνω λάθος η ίδια η Hannah Arendt στον πρώτο τόμο του The Life of The Mind μιλά για την ανικανότητα τόσο της επιστήμης όσο και της φιλοσοφίας να ερμηνεύσει τον κόσμο, για την μή επάρκεια αυτό που θα ονομάζαμε common sense reasoning). Το να τεθεί εκ νέου συζήτηση με όρους βιολογίας δεν θα ήταν παρά μια νίκη του «σχετικισμού», καθώς απαντάμε στην μερικότητα της κονστρουκτιβιστικής προσέγγισης που οι σύγχρονοι ισοπεδωτές στοχαστές αναπαράγουν, με τη μερικότητα του βιολογισμού, ανάγοντας τα πάντα στην εξέλιξη και το DNA, με στόχο να αποδείξουμε το αυταπόδεικτο, δηλαδή ότι ο άνθρωπος είναι (και) φυσικό ον, και ότι, επίσης, το «αφύσικο» στοιχείο είναι στοιχείο της φύσης του ανθρώπου, ότι τελικά ο άνθρωπος μόνο έξω απ’ τη φύση μπορεί να ζήσει. Το συμπέρασμα πως ο άνθρωπος μόνο εκτός της φύσης μπορεί να ζήσει σηματοδοτεί αποδοχή της ύπαρξης ενός συνόλου κανόνων που διαχωρίζει την φυσική κατάσταση από την πολιτειακή ή κοινωνική. Ποιοί θα είναι όμως αυτοί οι κανόνες που διέπουν την πολιτειακή ή κοινωνική οργάνωση; Πού θα βασίζονται; Οι Στωικοί θίγουν το ζήτημα των ηδονών, όπως ακριβώς το είχαν θίξει και οι διάφορες (μονοθεϊστικές ή όχι) θρησκείες, όπως το είχαν θίξει και άλλα φιλοσοφικά ρεύματα, από τον αρχαίο κόσμο μέχρι και σήμερα (αν και πιο σωστό θα ήταν να πούμε ότι τα σύγχρονα «φιλοσοφικά» ρεύματα όχι μόνο δεν θίγουν τις ηδονές, αλλά τις ανάγουν σε πρόταγμα μέσα στα πλαίσια της απόλυτης εκμηδένισης του ανθρώπινου εαυτού, όμως αυτό δεν είναι της παρούσης).

    Είναι πραγματικά πολύ τολμηρό σήμερα να μπορεί κανείς να μιλά για την μερικότητα της επιστήμης, για την ανεπάρκειά της. Είναι άλλωστε αναμενόμενο πως σε μια εποχή όπου κάθε μέτρο εκλείπει, στα πλαίσια της επικράτησης της «ανθρώπινης παντοδυναμίας», το μόνο που θα τολμούσε να θίξει τούτο τον υβριστικό πολιτισμό, η φιλοσοφία, η σκέψη και ο στοχασμός, διώκεται ως «παρωχημένο» και «ξεπερασμένο». Ευτυχώς η ιστορία μας διδάσκει πως οι εκρήξεις δεν ήταν πάντα αποτέλεσμα της «καινοτομίας» και της πεφωτισμένης μειοψηφίας της θετικιστικής απολυταρχίας, αλλά μάλλον οι «οπισθοδρομικοί άξεστοι και αγράμματοι» θα σηκώνουν τις πιο πολλές φορές το κεφάλι σ’ αυτόν τον παραλογισμό. Και είναι καθήκον μας να απευθυνόμαστε σε αυτούς αντί να τα περιμένουμε από τους επιστήμονες και τους τεχνολόγους.

    • Το να τεθεί εκ νέου συζήτηση με όρους βιολογίας δεν θα ήταν παρά μια νίκη του «σχετικισμού», καθώς απαντάμε στην μερικότητα της κονστρουκτιβιστικής προσέγγισης που οι σύγχρονοι ισοπεδωτές στοχαστές αναπαράγουν, με τη μερικότητα του βιολογισμού, ανάγοντας τα πάντα στην εξέλιξη και το DNA, με στόχο να αποδείξουμε το αυταπόδεικτο, δηλαδή ότι ο άνθρωπος είναι (και) φυσικό ον, και ότι, επίσης, το «αφύσικο» στοιχείο είναι στοιχείο της φύσης του ανθρώπου, […].

      Φίλε Μιχάλη,

      Δεν νομίζω ότι η θεωρία τού (κοινωνικού) κονστρουκτιβισμού μπορεί να χαρακτηριστεί «μερική». Βασικό της αξίωμα είναι ότι κάθε κοινωνική πραγματικότητα, από την οικογένεια μέχρι τη φυλή κι από την εθνική ταυτότητα (ή οποιαδήποτε άλλη ταυτότητα) μέχρι το φύλο, όλα είναι κοινωνικές κατασκευές που υπόκεινται στις ανά εποχές επικρατούσες αντιλήψεις και πεποιθήσεις.[1] Από την άλλη, επίσης διαφωνώ με την άποψη ότι ο βιολογισμός, στη συγκεκριμένη υποέννοια στην οποία αναφέρεσαι,[2] η επίκληση δηλαδή του φυσικώς δοσμένου, μπορεί να χαρακτηριστεί ολιστική θεωρία ή, εν πάση περιπτώσει, στον ίδιο βαθμό ολιστική με τον κοινωνικό κονστρουκτιβισμό, δεδομένου ότι, με την εξαίρεση των τρελαμένων οπαδών τού χυδαίου (βιολογικού) ρατσισμού, δεν ανάγει όλες τις κατά κοινωνίες και τόπους κοινωνικές ιδιομορφίες στο διαφορετικό DNA.

      Τέλος, ένα μικρό απόσπασμα, από το βιβλίο τού Terry Eagleton «Γιατί ο Μαρξ είχε δίκιο» σχετικό με τα συζητούμενα εδώ, αλλά και με τις εχθρικές αντιλήψεις τής ομάδας σας για τη μετανεωτερικότητα, την εχθρότητα των οποίων συμμερίζομαι στον υπέρτατο βαθμό:

      Αυτός ο «παντοτινός, επιβαλλόμενος από τη φύση όρος τής ανθρώπινης ύπαρξης», όπως τον αποκαλεί ο Μαρξ, μπορεί να αντιπαραβληθεί με την απώθηση του φυσικού, υλικού σώματος από τους μετανεωτεριστές, οι οποίοι επιζητούν να το εξαφανίσουν μέσα στην κουλτούρα. Και μόνο η λέξη «φυσικό» προκαλεί πολιτικά ορθό σύγκρυο. Η οποιαδήποτε ενασχόληση με την κοινή μας βιολογική υπόσταση καθίσταται το διανοητικό έγκλημα που αποκαλείται «βιολογισμός». Ο μετανεωτερισμός αισθάνεται άβολα με το της Φύσης.

      [1] Αυτήν την άποψη φαίνεται να έχεις κι εσύ λίγες γραμμές παραπάνω, όταν γράφεις: […] (αυτό σε αντίθεση με τις ανοησίες των κονστρουκτιβιστών, πως δήθεν όλα είναι κοινωνικές κατασκευές, και καμία σταθερή πραγματικότητα δεν υφίσταται στον κόσμο των ανθρώπων). Το γιατί την εγκαταλείπεις μερικές αράδες παρακάτω και βαφτίζεις τον κοινωνικό κονστρουκτιβισμό μερική και όχι ολιστική κοινωνική θεωρία είναι ανεξήγητο, τουλάχιστον για το δικό μου μυαλό.

      [2] Όπως είμαι σίγουρος ότι γνωρίζεις, η αρχική έννοια του όρου «βιολογισμός» δεν είναι αυτή τής αναγωγής πάντων τών ανθρώπινων στο DNA, αλλά η μεταφορά βιολογικών εννοιών σε πεδία που δεν σχετίζονται με τη βιολογία και η προσπάθεια να εξαχθούν συμπεράσματα (κοινωνικά, ιστορικά, κ.λπ.) κατ’ αναλογίαν τών φαινομένων που παρατηρούνται στο βιολογικό κόσμο.

  • Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία διαφοροποιείται από κυρίαρχες σύγχρονες ιδεολογίες όσον αφορά την αξιολόγηση της πραγματικότητας. Ο κόσμος είναι καθολικά καλός (υποστηρίζουν από τον Θαλή μέχρι τον Χρύσιππο), όπως θα έρθει να στηρίξει πολύ αργότερα και ο Λάιμνιτς. Οι αρχαίοι φιλόσοφοι διαφοροποιούνται από τους μεταναγεννησιακούς φιλοσόφους σε σημαντικό βαθμό πρώτα απ’ όλα με το κριτήριο της ευδαιμονίας: Ήταν ευδαίμονες ο Νίτσε, ο Σοπενχάουερ, ο Σάρτρ; Δεν τους απαξιώνουμε, κάθε άλλο. Πάντως ευδαίμονες δεν φαίνεται να ήταν. Η ποιότητα και η υγεία που αναδύεται από τη σκέψη των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς τον χρόνο της ενασχόλησης και της γνωριμίας με το περιεχόμενο της σκέψης τους. Η διαδικασία αυτή κατανοητά προσκρούει προς τη νοητική αδράνεια και διανοητική οκνηρία που προωθούν τη στάση του δυστυχούς κατασταλαγμένου, που βλέπει την πρόοδο με καχυποψία, γιατί είναι πεπεισμένος για το κοινωνικό κακό. Ας σκεφτεί όμως κανείς: ‘Υπάρχει καμία περίπτωση να κάνουμε λάθος;’ ή ακόμη καλύτερα ‘Υπάρχουν θέματα να απασχολήσουμε τη σκέψη μας εκτός από το ποδόσφαιρο και την προσωπική ζωή των τραγουδιστών;’

    Η στάση που προωθεί η αρχαία ελληνική φιλοσοφία δεν είναι αυτή του αδικημένου κακομοίρη (η αίσθηση του ‘αδικημένου’ φαίνεται προωθείται από όλους τους πολιτικούς χώρους γενικά στις δυτικού τύπου κοινωνίες), ούτε του πολιτισμικού τζαμπατζή (που δεν μπορεί να ξεπεράσει το ‘γιατί όλοι οι προηγούμενοι δεν ετοίμασαν για μας την τέλεια κοινωνία’), που επιδιώκει την ατομική του πρόοδο, αναμένοντας και διαβλέποντας την καθολική επιδείνωση των πραγμάτων. Στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία προωθείται η στάση του ευγνώμονος αγωνιστή, που εντοπίζει συγκεκριμένα περιθώρια βελτίωσης, εξετάζει, προτείνει και επιδιώκει το τι χρειάζεται να γίνει, ερμηνεύει μετριοπαθώς, χωρίς φανατισμό και με επίγνωση του εξαρτάται και τι δεν εξαρτάται από το άτομο. Και κυρίως με ευγνωμοσύνη, διότι δεν μας χρωστούσε κανένας κάτι και διότι είμαστε αποδέκτες ενός τεράστιου τεχνολογικού πολιτισμού, με πρώτη απ’ όλα την ανθρώπινη ομιλία. Έχουμε οφειλή σε πάρα πολλούς ανθρώπους για όλα όσα δυσαρεστημένα απολαμβάνουμε, υλικά και θεσμικά, και αυτή η οφειλή υποδεικνύει την προσπάθεια περαιτέρω βελτίωσης.

    Η κατανόηση των φιλοσοφικών κειμένων για όποιον θα ενδιέφερε (και είναι πολλοί που ενδιαφέρονται, αν μπορούν να υπάρξουν και αυτοί), χρειάζεται (α) ομολογία άγνοιας και (β) πεποίθηση στην αγαθότητα της αλήθειας. Το παγιωμένο σκεπτικό είναι πρόβλημα, ειδικά όταν συνοδεύεται από δυσαρέσκεια και δυσμενή πρόσληψη της πραγματικότητας. Ένας και μοναδικός φαίνεται να είναι ο φόβος των φιλοσόφων (και εννοούμε τους αρχαίους): ο φόβος της πλάνης. Χρειάζεται ενασχόληση και μελέτη των κειμένων για να τα διαπιστώσει κανείς αυτά, δεν μπορεί να βοηθηθεί όποιος ούτε εμπιστεύεται, ούτε θέλει να ασχοληθεί.

    • Αφου ασχολη8ατε σεις…εξετάσατε,ερμηνεύσατε μετριοπαθώς και προτείνετε και επιδιώκετε τωρα πως αυτο που χρειάζεται να γίνει ειναι να μην ακολου8ισουμε το πνευμα των αρχαιων φιλοσοφων διοτι η ανδρεια ητο αναγκαιοτις τοτε ενω τωρα οχι..!?καταλαβα καλα την κατακλειδα προταση!?κι αν οχι αυτη πια ειναι εντελη η δικη σας προταση μετα απο τοση μελετη κυρια Κατερινα?Συμφωνουμε οτι χρειαζεται ξεκαθαρη προταση..σωστα??

Σχολίασε

Go to top