Η γερμανική ταυτότητα, η δημοκρατία και η Ευρωπαϊκή Ένωση

Caspar David Friedrich – Before sunrise in the mountains (1830-1835)

Υπάρχει μια ιδιάζουσα ναυτία μέσα σε αυτήν την τεράστια ανωφέλεια. Η ναυτία ενός κόσμου που πολλαπλασιάζεται, γίνεται υπερτροφικός, αλλά δεν καταφέρνει να γεννήσει. Όλες αυτές οι μνήμες, όλα αυτά τα αρχεία, όλα αυτά τα συγκεντρωμένα τεκμήρια δεν καταφέρνουν να γεννήσουν μια ιδέα. (Jean Baudrillard  – Η διαφάνεια του κακού)

Από τη δεκαετία του ογδόντα και με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου η λεγόμενη κοινωνία των πολιτών (ενώσεις, επιχειρήσεις, ομάδες συμφερόντων, όμιλοι, οικογένειες, κ.ά.) αποκτά έναν όλο και πιο πρωταγωνιστικό ρόλο στις χώρες της Ευρώπης. Ο ρόλος αυτός εδραιώνεται ως κυρίαρχος κυρίως από τη δεκαετία του ’90 και έπειτα. Οι δημόσιοι θεσμοί σταδιακά εξαντλούνται σε μαζική κλίμακα και με τη σειρά της εξαντλείται και η πολιτική σφαίρα. Άλλωστε η έννοια της ταξικής συνείδησης μπαίνει στο συρτάρι της ιστορίας μαζί με οποιαδήποτε μορφή συνδεδεμένης πολιτικής συνείδησης. Μια σχετικά σύντομη ιστορική περίοδος οδηγεί στη σημερινή μαζική αποπολιτικοποίηση. Έχουμε μια μετάβαση από έναν -σε γενικές γραμμές- ενεργό πολίτη, σε έναν όλο και πιο παθητικό πολίτη. Αυτή η παθητικότητα εκφράζεται μέσα από τη «βαριεστημένη» και σποραδική συμμετοχή στις εθνικές εκλογές και άλλες μορφές πολιτικής δραστηριότητας (συλλαλητήρια, διαδηλώσεις, απεργίες, κ.λπ.). Η μαζική κοινωνία περιορίζεται στις ιδιωτικές της υποθέσεις, δεν θέλει να συμμετέχει, ούτε θεωρεί την συμμετοχή της ικανή να επηρεάσει την πολιτική πραγματικότητα η οποία βρίσκεται στα χέρια των αγορών. Επομένως, το κράτος και οι μηχανισμοί του χρειάζονται νέες μορφές νομιμοποίησης, όχι όμως μέσω του Δικαίου, αλλά κυρίως μέσω της αναστολής του. Αυτό γίνεται διατηρώντας το επίσημο-τυπικό σκέλος του Κράτους Δικαίου και προάγοντας παράλληλα την περαιτέρω εξάπλωση μεγάλων κομματικών συνασπισμών και τεχνικών κυβερνήσεων. Η διατήρηση της πολιτικής σταθερότητας γίνεται όλο και πιο δύσκολη, η αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης μειώνεται, έτσι οι γρήγορες και τεχνικές λύσεις μοιάζουν απαραίτητες και αναπόφευκτες.

Η ευρωπαϊκή πολιτική πραγματικότητα του 21ου αιώνα χαρακτηρίζεται από δημοκρατικό έλλειμμα και από μια αυξανόμενη αντινομία που είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις λεγόμενες «φιλελεύθερες δημοκρατίες». Σε αυτές οι πολίτες «διαρθρωτικά», φύσει θα λέγαμε, μπορούν και διαφεύγουν, από τον κρατικό ζυγό και έλεγχο, επομένως το κράτος καλείται συνεχώς να αναδιοργανωθεί και να χρησιμοποιεί νέες μορφές επιτήρησης. Έτσι όμως αυτοαναιρείται το σκέλος της «φιλελεύθερης δημοκρατίας» που σχετίζεται με τις ελευθερίες και τα ατομικά δικαιώματα. Αξίζει να θυμηθούμε την υπόθεση Snowden και τα προγράμματα μαζικής παρακολούθησης, με όλη αυτή την επιμονή πάνω στο ζήτημα της προστασίας της ιδιωτικής ζωής (privacy). Ταυτόχρονα μεγάλα σκάνδαλα και ύποπτα γεγονότα, κυρίως με τη λογική της εξασφάλισης του διακυβερνητικού συνεχούς, καταλήγουν να εξαφανίζονται στις γκρίζες περιοχές του κρατικού ελέγχου και της δικαιοσύνης. Ιστορικά έχει επιβεβαιωθεί ότι η άνοδος του εθνικισμού, στον Ευρωπαϊκό χώρο, σημειώνεται σε περιόδους κρίσεως, πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής. Ένα ιστορικό γεγονός που δείχνει την ύπαρξη του φαινομένου αυτού, είναι η άνοδος της ναζιστικής Γερμανίας. Το φαινόμενο αυτό έχει αναλυθεί από σπουδαίους στοχαστές όπως η Hannah Arendt και δεν θα καταπιαστούμε με αυτό. Αυτό που θα μας απασχολήσει είναι η μακρόχρονη διαδικασία δημιουργίας και στη συνέχεια απώλειας της γερμανικής ταυτότητας, καθώς υποθέτουμε ότι στην «επανεφεύρεση» αυτής της τελευταίας θα μπορούσε να βασιστεί το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο Thomas Mann (Considérations d’un apolitique) υποστήριζε ότι «σε μια ενδεχόμενη συγχώνευση των εθνικών δημοκρατιών σε μια ευρωπαϊκή ή και παγκόσμια δημοκρατία, δεν θα έμενε τίποτε από τη γερμανική ουσία». Ήδη από το 1918 ο Mann φοβόταν ότι η διαδικασία δυτικοποίησης της Γερμανίας θα οδηγούσε σε μια οδυνηρή απογερμανοποίηση. Αυτή η οπτική του είναι βασική για την κατανόηση της έκτασης του προβλήματος της γερμανικής ταυτότητας σήμερα. Για τον Γερμανό συγγραφέα μια «δημοκρατία των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» και η ολοκλήρωση της δυτικοποίησης της Γερμανίας θα σήμαινε την εγκατάλειψη του πολιτισμού της (και όχι μόνο της πολιτικής της) που έδωσε τη σφραγίδα της γερμανικής εθνικής ταυτότητας και όλα εκείνα τα παραδείγματα που χαρακτήριζαν ανέκαθεν τον γερμανικό τρόπο (Typically German). Ο Mann αναφέρεται σε εκείνη την πολιτική-πολιτιστική ηγεμονία που αργότερα συνδέθηκε με την ιδέα του Ράιχ και του Πρωσσιανισμού από το τέλος του 19ου αιώνα. Ηγεμονία βαθιά ριζωμένη στην εθνική μυθολογία που σχημάτισε μια ισχυρή συλλογική συνείδηση. Πράγματι μετά τις νίκες της Πρωσίας στους πολέμους του 1864, στην εκστρατεία εναντίον της Αυστρίας το 1866 και στη σύγκρουση με τη Γαλλία το 1870-1871, κατέληξε η ενοποιητική διαδικασία με την διακήρυξη της Γερμανικής Αυτοκρατορίας το 1871. Μια διαδικασία που βασιζόταν σε ένα μείγμα συντηρητισμού και φιλελευθερισμού, επιδέξια συνδυασμένο από τον καγκελάριο Bismarck. Ισχύς και συνοχή μέσα από την πολιτιστική κοινότητα που ενήργησε ως υποστήριγμα της πολιτικής κοινότητας. Αυτός ο γερμανικός τρόπος βασίστηκε επομένως στις έννοιες του Κράτους (State), του Έθνους (Nation) και του Δεσμού (Link). Το έθνος-κράτος έδωσε έτσι ζωή στo Kulturnation, δηλαδή σε ένα έθνος με ισχυρούς δεσμούς σεντιμενταλισμου και ρομαντισμού, όπου ο πολιτικός φιλελευθερισμός μετριάζεται από μια μορφή συντηρητισμού.

Αυτή η κληρονομιά αντιπροσωπεύεται από μια ολόκληρη σειρά ρευμάτων και πολιτικών κινημάτων που οι ερευνητές ονόμασαν συντηρητική επανάσταση, συντελεστές της οποίας, εκτός από τον Mann, ήταν ο Ernst Von Salomon, ο Oswald Spengler, ο Ernst Jünger, ο Carl Schmitt και πολλοί άλλοι. Μια συγκεκριμένη ιστοριογραφία εντόπισε σε αυτόν τον συντηρητικό χαρακτήρα, και σε αυτό το πολιτιστικό υλικό, το λίκνο του ναζισμού. Ωστόσο, μόνο ελάχιστοι από τους εκφραστές αυτής της επανάστασης, με εξαίρεση τον Schmitt, προσχώρησαν στον γερμανικό εθνικοσοσιαλισμό. Ορισμένοι μάλιστα διώχθηκαν από τους ναζί. Ο ίδιος ο Mann είχε προβλέψει και προειδοποιήσει για την άνοδο του φασισμού στη διάρκεια της δημοκρατίας της Βαϊμάρης και συνέχισε να αγωνίζεται εναντίον του µε φυλλάδια και ομιλίες από τις Η.Π.Α καθ’ όλο τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Παρόλα αυτά, ακόμα και κατά τη διάρκεια της πολιτικής και συγγραφικής του ωριμότητας, ο Mann ποτέ δεν αμφισβήτησε το όραμά του για ένα καθαρά γερμανικό πνεύμα και έναν γερμανικό πολιτισμό, ούτε καν στα αντιναζιστικά του γραπτά, δεν φαίνεται να αισθάνεται καμία αλληλοεπικάλυψη μεταξύ συντηρητικού πατριωτισμού και ναζισμού. Ωστόσο ο φυλετικός Γερμανικός εθνορομαντισμός είναι ένα υπαρκτό ρεύμα στην ιστορία της Γερμανικής φιλοσοφίας και πολιτικής σκέψης. Υιοθετήθηκε ως αντίδοτο στη βιομηχανοποίηση, και στην ουσία αντιπροτάσσει έναν εθνικισμό που αναπαράγει σύσσωμη μια θυματοποίηση που θεωρεί ότι τη Γερμανική φυλή επιβουλεύονται συνεχώς οι «άλλοι» (οι Γάλλοι, οι ξένοι, οι Εβραίοι, ο Σατανάς, κ.ά.). Τα παραπάνω μας δείχνουν ότι, όπως οι φιλελεύθεροι, έτσι και ο Mann πιθανόν δεν είχε καταλάβει ότι τελικά οι διεθνείς σχέσεις οδηγούν σε συγκρούσεις, σε αντίθεση με τον πολιτικό ρεαλισμό που αναγνωρίζει την τάση κάθε κράτους να προσπαθεί να επιβάλλεται στα άλλα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο πατριωτισμός (από την λατινική λέξη patria, «πατρίδα» και αρχικά τη λέξη πατήρ) είναι ένα συναίσθημα, μια ψυχολογική πρόσδεση στο έθνος, δηλαδή μια αγάπη για την πατρίδα (τον τόπο). Δυνητικά ο πατριωτισμός μπορεί να στηρίξει όλες τις μορφές εθνικισμού (φιλελεύθερο, συντηρητικό, επεκτατικό). Ο πατριωτισμός είναι επομένως κάτι πολύ αφηρημένο όταν εκφέρεται χωρίς το επίθετό του, αλλά συνάμα και κάτι πολύ δυνατό και σημαντικό για να αγνοείται και να λοιδορείται: αμέτρητα εγκλήματα έχουν γίνει στο όνομά του και αμέτρητες φορές αυτός έχει εκφυλιστεί για κεντρικούς/κρατικούς σκοπούς και μικροπολιτικές σκοπιμότητες. Ταυτόχρονα, ο πατριωτισμός μπορεί να υποδηλώνει ένα ήπιο συναίσθημα εντοπιότητας, μια ιδιοσυγκρασιακή ποιότητα που διαχωρίζει ένα σύνολο πληθυσμού από κάποιο άλλο, προσδίδει κάποια χαρακτηριστικά που καθιστούν μια ανθρώπινη κοινότητα ευδιάκριτη. Αυτή η κοινότητα μπορεί να λειτουργήσει ως δημοκρατικό σώμα, και άρα συνεπάγεται πως ένας υγιής πατριωτισμός (δημοκρατικός) είναι απαραίτητος για μια δημοκρατία. Ο κρατικός πατριωτισμός από την άλλη, δεν μπορεί να στεριώσει «ζωντανές εμπειρίες», και ταυτόχρονα δεν μπορεί να δημιουργήσει δημοκρατικές κοινότητες, εφόσον δεν βασίζεται στη γειτονιά, στο τοπικό στοιχείο, αλλά σε ένα μεγάλο μέγεθος, στο έθνος-κράτος.

Η έλευση του ναζισμού, εκτός από το κολοσσιαίο ιστορικό δράμα που υπήρξε, δημιούργησε και μια επική ρήξη στη γερμανική πολιτιστική ιστορία, εμποδίζοντας τη φυσική επεξεργασία της εθνικής της ταυτότητας σε συνάρτηση με τη νεωτερικότητα. Με άλλα λόγια, η εθνική γερμανική ιστορία διαβάστηκε μονοσήμαντα απλά και μόνο ως μια περίοδος επώασης του ναζισμού, ενώ η έμφαση στην έννοια του Λαού και στον γερμανικό τρόπο που χαρακτήριζαν τη γερμανική ψυχή, έγιναν ισχυρά ταμπού. Στη μεταναζιστική και μεταπολεμική Γερμανία με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου φαίνεται να ολοκληρώνεται αυτή η διαδικασία. Η γερμανική δυτικοποίηση, από φαινόμενο εκσυγχρονισμού και προσαρμογής στο ευρω-ατλαντικό πλαίσιο, έγινε αναγκαστική διαγραφή και ακύρωση των πολιτιστικών της ριζών. Η χώρα από μια κουλτούρα της Μνήμης περνάει σε μια κουλτούρα της Ενοχής, που καταργεί οποιαδήποτε αναφορά σε πατριωτισμό. Από Κράτος-Έθνος/Κράτος Εξουσίας (State Power) μεταβαίνει στο πρότυπο του Κράτους ως Civilian Power. Η υποψία οποιουδήποτε εθνικού/εθνικιστικού στοιχείου μεταγγίζεται και αφομοιώνεται από αυτόν που ονομάζεται «συνταγματικός πατριωτισμός». Ο λεγόμενος «συνταγματικός πατριωτισμός» σημαίνει αντικατάσταση μιας ταυτότητας που βασίζεται σε εθνο-πολιτισμικά στοιχεία (όπως η γλώσσα και η ιστορία) με μια κυρίως νομικο-συνταγματική ταυτότητα, η οποία υπερτονίζει το Κράτος Δικαίου, την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας και, γενικά, τον πολιτικό χαρακτήρα του κράτους. Το πλαίσιο από το οποίο προέκυψαν αυτές οι νέες κατευθύνσεις είναι αυτό της μεταπολεμικής Γερμανίας που στρέφεται στην δύση, ώστε να γίνει οικονομική δύναμη, αλλά έχοντας πάντα την ανάγκη να νομιμοποιείται από τους συμμάχους της. Ανεξάρτητα από το αυτονόητο οικονομικό συμφέρον, μια κουλτούρα της Ενοχής δεν μπορεί παρά να συνδέεται με την ανάγκη για Λήθη. Έτσι δεν θέλει να ανατρέξει στο φρικαλέο της παρελθόν, αναγνωρίζοντας, για παράδειγμα, τις πολεμικές αποζημιώσεις που οφείλει σε μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα, ενώ δυσκολεύεται να κατανοήσει την αγάπη που τρέφουν άλλοι λαοί για την πατρίδα τους.

Έτσι μπορεί να εξηγηθεί το έντονα φιλοευρωπαϊκό και δυτικό αποτύπωμα της δυτικής Γερμανίας στη μεταπολεμική περίοδο. Αυτή η ρήξη με τη δική της ιστορία συνεχίστηκε, πιο πρόσφατα, ειδικά από την φιλελεύθερη Αριστερά, διανοητικά εκπροσωπούμενη από τον Γερμανό φιλόσοφο Jürgen Habermas, σύμφωνα με την οποία «μια πεπεισμένη προσήλωση στις δυτικές καθολικές και συνταγματικές αρχές έγινε δυνατή στους Γερμανούς μόνο μετά από το Άουσβιτς». Από την άλλη στην ανατολική πλευρά συνέβη ένας άλλος τύπος ιστορικής ρήξης. Ο αντιφασισμός της ανατολικής Γερμανίας και ο πόλεμος εναντίον των βιομηχάνων και των μεγαλογαιοκτημόνων που συνδέονται με την άνοδο του Χίτλερ, οδήγησαν τόσο στην καταστροφή του εθνικού πολιτισμού, όσο και της θεμελιώδους ιστορίας της αστικής τάξης. Είναι αλήθεια ότι στο πρώτο συνταγματικό κείμενο της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Λ.Δ.Γ.) αναφέρεται το «Σοσιαλιστικό Κράτος του γερμανικού έθνους», αλλά η έκφραση αυτή εγκαταλείφθηκε το 1974 υπέρ της «Σοσιαλιστικό Κράτος των εργατών και των αγροτών», θέτοντας σε αντίθεση με τη γερμανική ιστορία την κομμουνιστική αποστολή. Δύο καθολικότητες με διαφορετικές επομένως σφραγίδες: πολιτική-τυπική στη Δύση και σοσιαλιστική στην Ανατολή, και οι δύο όμως σε προβληματική σχέση με τη γερμανική πολιτισμική παράδοση, βυθίζονται σε ένα φαινόμενο απομάκρυνσης από τις ρίζες (όπως θα έλεγε η Simone Weil).

Διαδικασία απομάκρυνσης που, μετά την ενοποίηση και την πτώση του Τείχους, θα οδηγήσει στη φαγοκυττάρωση της ιστορικής εμπειρίας της Λ.Δ.Γ. Η ταυτότητα της επανενωμένης Γερμανίας δεν θεωρείται πλέον ως αδελφότητα μεταξύ Ανατολής και Δύσης, στο όνομα ενός κοινού πολιτισμού, αλλά ως κοινή απόρριψη δύο ολοκληρωτισμών: του ναζιστικού και του κομμουνιστικού. Μόνο κατά τα τελευταία είκοσι χρόνια ορισμένοι ερευνητές αρχίζουν να υπογραμμίζουν την κρισιμότητα αυτή της συγκρουσιακής σχέσης με την ιστορία. Πράγματι αυτή η προβληματική σχέση εκφράζεται μέσα από φαινόμενα νοσταλγίας για ορισμένες πτυχές της ζωής κατά τη διάρκεια της Λ.Δ.Γ. και μέσα από νεοθνικιστικές φωνές, που ενώ δεν συμπίπτουν κατ’ ανάγκη με την νεοναζί ακροδεξιά, συνδέονται με μια συντηρητική κουλτούρα. Ένα παράδειγμα είναι το λαϊκίστικό κίνημα Pegida/Pegada, που στην ουσία αποτελείται από μικροαστούς και μεσοαστούς σε σύγκρουση με αυτό που ονομάζουν αμερικανισμό και εξισλαμισμό της γερμανικής κοινωνίας.

Καταπιανόμαστε με τη γερμανική ταυτότητα γιατί το θέμα που μας απασχολεί είναι ότι μια πολιτική ταυτότητα, όπως αυτή του «συνταγματικού πατριωτισμού», κινδυνεύει να γίνει εύθραυστο έδαφος πάνω στο οποίο αναμένεται να σχηματιστεί μια σταθερή πολιτική κοινότητα. Με άλλα λόγια, κινδυνεύει να είναι κατά κύριο λόγο μια διανοητική επινόηση και ένα σύστημα που όμως δεν έχει βαθιές επιπτώσεις στον πληθυσμό, ο οποίος πολύ συχνά αγνοεί πλήρως το περιεχόμενο του συντάγματος. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των συνεπειών αυτής της ασταθούς ταυτότητας, είναι το πρόβλημα του μεταναστευτικού-προσφυγικού. Ο «συνταγματικός πατριωτισμός» είναι ένα μοντέλο που συμβαδίζει με την πολυπολιτισμικότητα: αυτό σημαίνει ελάχιστα επιλεκτικές πολιτικές μετανάστευσης και μηδαμινές προσπάθειες αφομοίωσης των μεταναστών/προσφύγων στον πολιτιστικό πυρήνα της χώρας προορισμού -αυτόν δηλαδή που μπορεί να ονομαστεί βασικός πολιτισμός. Αυτό το μοντέλο στηρίχθηκε στον τεράστιο ρόλο που έπαιξε η οικονομική και γενικότερη ευημερία που λειτούργησε ως σύνδεσμος ανάμεσα στην εποχή του Bismarck και την μεταναζιστική εποχή. Η ευημερία γίνεται έτσι ένα πραγματικό και αποτελεσματικό στοιχείο συνοχής. Όμως την εποχή κατά την οποία το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας πέφτει σε κρίση, όπως συμβαίνει σήμερα, οι διάφορες κοινωνικές ομάδες βρίσκονται χωρίς μια σταθερή ταυτότητα που θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν συνεκτικό μέσο (όπως στην περίπτωση της Ελλάδας), και αυτό οδηγεί σε συγκρούσεις λόγω του κοινωνικού ανταγωνισμού και της φτώχειας.

Σήμερα, η Γερμανία φαίνεται να έχει ξεπεράσει το λεγόμενο σύμπλεγμα επιτήρησης που είχε ζήσει μετά τον πόλεμο, αλλά η ουσία της εθνικής της ταυτότητας και οι πληγές που άφησε στο συλλογικό ασυνείδητο, στρεβλώνουν την κρατική συνείδηση. Η ισχύς της εκφράζεται μέσα από την οικονομική της δύναμη, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες- κυρίως αυτές του νότου. Από τον συνεργατικό ευρωπαϊσμό που εφαρμόστηκε κατά την δυτικοποίηση της Γερμανίας, περάσαμε σε έναν ευρωπαϊσμό που πλέον στηρίζεται στην οικονομική γερμανοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλάζοντας την διαλεκτική μεταξύ ΕΕ και χωρών μελών. Η Γερμανία σήμερα πάσχει από αυτή την βαθιά ρήξη: την αποτυχία να επεξεργαστεί τις ιστορικές της ρίζες και την επακόλουθη στρέβλωση της ταυτότητάς της. Ποια θα είναι λοιπόν μελλοντικά η γερμανική ταυτότητα αναφοράς; Πώς θα ανακτήσει τον εθνικό της χαρακτήρα καταφέρνοντας να αντιμετωπίσει την ιστορική πληγή ενός Άουσβιτς, χωρίς να υπερεκτιμήσει ή να υποτιμήσει το τεράστιο αυτό δράμα; Πώς θα προχωρήσει με την ενσωμάτωσή της σε ένα ευρω-ατλαντικό πλαίσιο, χωρίς να αισθάνεται υπό ειδική παρακολούθηση ή στη θέση του δεσπότη-οικονομικού ηγεμόνα;

Παρά το γεγονός ότι η στάση της Γερμανίας δεν εμπνέει καμία αισιοδοξία, η νεότερη ιστορία τείνει να καταδείξει ότι δεν έχει ακόμη βρεθεί ένα θεσμικό μοντέλο που να εγγυάται εξίσου κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα. Επιπροσθέτως σήμερα είναι ανούσια οποιαδήποτε κουβέντα περί διεθνισμού καθώς θα μας ανάγκαζε να μιλήσουμε με σοσιαλιστικούς-προλεταριακούς όρους που, εκτός από ιστορικά επικίνδυνοι, είναι απαρχαιωμένοι και ανεδαφικοί.  Επίσης η θέση που θέλει την ανθρώπινη κοινωνία, από τότε που εμφανίστηκε να βαδίζει συνεχώς και αδιάλειπτα προς την ενοποίηση είναι ανιστόρητη και παιδαριώδης, γιατί βασίζεται σε έναν αναπόδεικτο εξελικτισμό. Ακόμη και στην υπόθεση όπου ο «συνταγματικός πατριωτισμός» θα μπορούσε να αποτελέσει μια «χρυσή» λύση, αυτός δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να επιβληθεί ούτε με «δεσποτικά», ούτε με «πεφωτισμένα» μέσα. Το ζητούμενο επομένως θα ήταν ένας λαϊκός οικουμενισμός που θα αναγνωρίζει την εθνική ιδιαιτερότητα των λαών, χωρίς να θεωρεί κατώτερους τους υπόλοιπους και που θα προάγει πολιτικές συνεργασίας και ομοσπονδοποίησης, σε αντίθεση με τον πόλεμο όλων εναντίον όλων και τον αλόγιστο οικονομικό επεκτατισμό και τη μεγέθυνση. Ένας λαϊκός οικουμενισμός ο οποίος θα αναζητά την ισορροπία ανάμεσα στο πολιτικό αφηρημένο (που μιλά για έναν αόριστο κόσμο και μια ανθρωπότητα) και το πολιτικό συγκεκριμένο (που αναφέρεται στα κοντινά και στα οικεία). Θα μπορούσε έτσι να αναπτυχθεί ένας δημοκρατικός πατριωτισμός που θα προτείνει την ενότητα (χωρική και χρονική) με βάση θεσμούς συμμετοχής στα κοινά, και την αποδοχή κάποιων εθιμικών αξιών και αρχών που συμβαδίζουν με το δημοκρατικό πολίτευμα. Ο συνεπακόλουθος επαναπροσδιορισμός της κοινωνίας των πολιτών και της εξουσίας θα μπορούσε να περιορίσει τις ανάγκες επιτήρησης κα να εστιάσει σε τοπικές-πραγματιστικές πολιτικές ευημερίας, αλλά και περιορισμού της ύβρεως. Ο George Orwell στο England Your England μας λέει ξεκάθαρα ότι «χρειάζεται ένας λαός να υπάρχει κάπου ως κάτι». Και προσθέτουμε ότι ο πολιτικός ρεαλισμός μας διδάσκει ότι κάθε λαός είναι ικανός για το χειρότερο και για το καλύτερο, ενώ, όπως και οι αγορές, δεν χορεύει σε όποιον παίξει τον ζουρνά.

Το μοντέλο του έθνους-κράτους, όπως μας το περιγράφει η ιστορία, ασφαλώς δεν είναι κάτι το ιδανικό, διότι η ισορροπία ανάμεσα στο πολιτικό-πολιτειακό και στο πολιτισμικό-εθνοτικό σκέλος είναι μια ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση: συχνά παράγει μίσος, έναν δογματισμό που θεωρεί μόνο το έθνος κεντρική αρχή πολιτικής οργάνωσης, ανατροφοδοτεί υποθέσεις φυλετικής ανωτερότητας, ακραία αντι-πολυπολιτισμικότητα, θεοκρατικές αντιλήψεις, θρησκόληπτες στάσεις και επεκτατισμό. Είναι ιστορικό γεγονός ότι όταν το έθνος γίνει η κεντρική και μοναδική αρχή πολιτικής οργάνωσης, τότε ανθίζουν οι λογικές που θέλουν κάποια έθνη ανώτερα και επομένως προορισμένα να εξουσιάζουν και κάποια κατώτερα που πρέπει να εξουσιάζονται (αποικιοκρατικά ή αλλιώς). Μέσα στις κοινωνίες υπάρχουν πάντα πολλοί μικροί και μεγαλύτεροι Nicola Chauvin (από το όνομα αυτού του αφοσιωμένου στρατιώτη στον Ναπολέοντα, προέρχεται η λέξη «σοβινισμός»), δηλαδή άτομα που φτάνουν να περιγράφουν τη δημοκρατία σαν φορέα αδυναμίας και διαφθοράς και να ονειρεύονται παλινορθώσεις ακόμη και μέσω της μοναρχίας. Ωστόσο σήμερα το έθνος-κράτος φαίνεται προτιμότερο από το υπερμοντέρνο υπερκράτος το οποίο, φορώντας φιλελεύθερη μάσκα, προάγει νέα μοντέλα επεκτατικού εθνικισμού (ενώ ταυτόχρονα διατείνεται ότι είναι υπέρ ενός ήπιου, ορθολογικού και ανεκτικού εθνικισμού). Πράγματι σήμερα στην ουσία ο Ευρωπαϊσμός δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένας συγκεκαλυμμένος γερμανικός εθνικισμός, μπολιασμένος με κοσμοπολιτισμό και πολιτικό φιλελευθερισμό (σε αντιπαράθεση με τον παραδοσιακό και ρομαντικό εθνικισμό των Γερμανών). Ο τρόπος που λειτουργεί η ΕΕ οδηγεί στην περαιτέρω ισχυροποίηση των θέσεων του ήδη ισχυρού. Σήμερα τα εθνικά κράτη είναι τύποις κυρίαρχα καθώς όλες τις σημαντικές δημοσιονομικές αποφάσεις παίρνει η Γερμανική γραφειοκρατία των Βρυξελλών σε συνεργασία και εξάρτηση από τις αγορές. Φαίνεται βάσιμη η άποψη που λέει ότι όσο περισσότερα είναι τα πολιτικά σώματα, τόσες περισσότερες είναι και οι πιθανότητες ελέγχου, σταθερότητας και δικαιοσύνης. Στην υπόθεση δηλαδή όπου η Ευρώπη δεν είχε 27 κράτη αλλά μικρότερες ομοσπονδιακές δημοκρατίες, μάλλον θα ήταν πιο δύσκολο για ένα ισχυρό οικονομικο-πολιτικό σώμα, όπως το γερμανικό σήμερα, να τις «καταπιεί» όλες.

Οι παραπάνω σκέψεις συνιστούν απλές υποθέσεις και όχι κάποιο συνεκτικό ιδεολόγημα που προτείνεται να αντικαταστήσει τα προηγούμενα, με στόχο το τέλειο μοντέλο. Αντιθέτως σήμερα υπάρχει τεράστια ανάγκη να μιλήσουμε όχι για την δυνατότητα μιας νέας κοινωνίας, τέλειας και αψεγάδιαστης, αλλά για την αδυναμία μας να χτίσουμε μια τέτοια κοινωνία. Η ιστορική πραγματικότητα υποδεικνύει ότι μπορούμε να υπερβούμε προβλήματα, και πρέπει να το κάνουμε, αλλά δεν θα λυτρωθούμε οριστικά από τα πάθη και τις αδυναμίες μας, ούτε από την βαρβαρότητα που φύσει γεννάει η ανέχεια και η αδικία. Αξίζει να θυμηθούμε την ερώτηση του Jean-Paul Marat, στην αρχή της Γαλλικής Επανάστασης, προς τον Camille Desmoulins: «Τι να την κάνουν την πολιτική ελευθερία όσοι δεν έχουν ψωμί;». Και να αναρωτηθούμε «μήπως δίχως πολιτικές ελευθερίες, κι αν έχεις ψωμί πάντα κάποιοι θα αποφασίζουν να στ’αρπάξουν;». Μπορεί πολλοί να γνωρίζουμε (οι περισσότεροι πάνω-κάτω και κυρίως ετυμολογικά) πώς θα έπρεπε να είναι μια δημοκρατία, όμως πρέπει να παραδεχτούμε ότι γνωρίζουμε πολύ λίγα για τις προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες για την επίτευξη μιας ενδεχόμενης δημοκρατίας, δηλαδή μιας πραγματικής δημοκρατίας που λειτουργεί θέτοντας σε προτεραιότητα το πολιτικό σε σχέση με το οικονομικό.

Σε αυτό το σημείο είναι χρήσιμη η διατύπωση του Γιώργου Ν. Οικονόμου όταν γράφει: «Η δημοκρατία (άμεση) είναι το μοναδικό πολίτευμα που έχει ως προϋπόθεση τη συμμετοχή όλων των ανθρώπων, απαιτεί την άμεση συμμετοχή τους, οφείλεται στη συμμετοχή τους, λειτουργεί και διατηρείται χάρις στη συμμετοχή τους και έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, την πραγματική συμμετοχή των ανθρώπων […] Όμως δεν στοχεύει στην τέλεια και την ιδανική κοινωνία, αλλά σε μία όσο το δυνατόν δίκαιη κοινωνία, στην οποία συμμετέχουν όλοι στην εξουσία, στη λήψη των αποφάσεων, στη θέσπιση των νόμων, στη δημιουργία και την απονομή του δικαίου, στον ενδελεχή και διαρκή έλεγχο κάθε ρητής εξουσίας».

Η «επανεφεύρεση» της γερμανικής ταυτότητας θα μπορούσε όχι μόνο να επηρεάσει καθοριστικά την πορεία της ΕΕ, αλλά και να δώσει -για πρώτη φορά στην νεότερη ιστορία της- ένα ηχηρό και ελπιδοφόρο παράδειγμα, δείχνοντας στην πράξη ότι ένας άλλος, καλύτερος, πολιτικός τρόπος είναι εφικτός, διότι πάντα υπάρχει μια εναλλακτική. Ενδεχομένως οι ευρωπαϊκοί λαοί να αποφάσιζαν να πιστέψουν ξανά στην πολιτική, να άρχιζαν να συμμετέχουν ενεργά σε πολιτικά σώματα, που τους εκφράζουν και τους δεσμεύουν, χωρίς όμως να τους υποτάσσουν, να τους φορτώνουν με μίσος ή να τους ξεριζώνουν. Με άλλα λόγια να ξεκινούσαν την πραγμάτωση των δημοκρατιών τους. Τότε ίσως η ανάγκη για «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη», μαζί με την υποκρισία που κουβαλάει, να έμπαινε, μαζί με αυτή την ΕΕ, στο συρτάρι της ιστορίας. Ευσεβείς πόθοι, καθώς και πάλι ο πολιτικός ρεαλισμός δείχνει ότι η Γερμανία θα συνεχίσει την πορεία που έχει χαράξει και που ωφελεί οικονομικά μόνον την ίδια και τις Βρυξέλλες. Θα επαναλάβει δηλαδή τα τραγικά λάθη που κάνει εδώ και σχεδόν δυο αιώνες όταν αισθάνεται δυνατή, μεταλαμπαδεύοντας στις επόμενες γενιές την τυπική κουλτούρα της Ενοχής μιας παράδοξης Γερμανίας που γεννά τεράστια μυαλά, αλλά δεν μαθαίνει.