Tα στομωμένα ξυράφια της Σώτης Τριανταφύλλου

Erwin Wurm – Fat Car

Αφορμή για αυτό το κείμενο είναι το άρθρο της Σώτης Τριανταφύλλου «Φύγετε και αφήστε μας ήσυχους» για την Athens Voice, όπου επιχειρείται απολογισμός της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, και γίνεται αναφορά σε χαρακτηριστικά της αριστερής ιδεολογίας προκειμένου να αποδειχθεί η ανεπάρκεια και η επιβλαβής δράση της συγκεκριμένης κυβέρνησης. Θα γινει εδώ ανάλυση των προβληματικών σημείων του άρθρου, που είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον αριστερό αυταρχισμό, τις αξίες και την ιδεολογία της αριστεράς, την στάση του όσον αφορά το Ευρωπαϊκό ιδεώδες, και θα γίνει κριτική στην αποτελεσματικότητα ή μη του σκεπτικού του κειμένου. Χρησιμοποιείται το κείμενο της Τριανταφύλλου ως δείγμα προοδευτικής φιλελεύθερης αρθογραφίας, η οποία χαρακτηριστικά στον Ελληνικό χώρο εμφανίζει συγκεκριμένα προβλήματα όπως η ασαφής, ανεπαρκής ή λανθασμένη χρήση πολιτικών όρων, οι γενικεύσεις και τα συμπεράσματα χωρίς λογική συνέχεια, και ο ιδεολογικός παρωπιδισμός.

Έχοντας στόχο να κρτικάρει την αριστερή ιδεολογία, στην αρχή του άρθρου η συγγραφέας δίνει μια σειρά από στοιχεία που πιστεύει ότι χαρακτηρίζουν τον αριστερό αυταρχισμό: «ανικανότητα, συστηματικά ψέματα, προπαγανδιστικό σφυροκόπημα, μίσος για τους αντιπάλους («ταξικούς» και ιδεολογικούς), αμορφωσιά, θράσος, ασέβεια στους θεσμούς, πελατοκρατία». Το πρώτο που πρέπει να αναρωτηθεί κανείς είναι αν τα παραπάνω αποτελούν έναν συνεκτικό ορισμό ή περιγραφή του αυταρχισμού. Τι κάνει δηλαδή μια κυβέρνηση να είναι αυταρχική; Μια κυβέρνηση είναι αυταρχική όταν περιορίζει σε μεγάλο βαθμό ή ολοκληρωτικά τις πολιτικές ελευθερίες των πολιτών, ασκεί συγκεντρωτική εξουσία, και αν διατηρεί φιλελεύθερα στοιχεία αυτά διατηρούνται στις περισσότερες περιπτώσεις μόνο κατ’ επίφαση. Η κυβέρνηση της Κούβας είναι ένα παράδειγμα αριστερής αυταρχικής κυβέρνησης, όπου το Κομμουνιστικό Κόμμα ελέγχει εξολοκλήρου τον κρατικό μηχανισμό, δεν υφίσταται πολιτικός πλουραλισμός καθώς τα υπόλοιπα πολιτικά κόμματα υπάρχουν μεν αλλά είναι πρακτικά εξοβελισμένα από την άσκηση εξουσίας, τα ΜΜΕ βρίσκονται υπό τον έλεγχο του κράτους, δεν υφίστανται τα κλασικά φιλελεύθερα δικαιώματα (του συνέρχεσθαι, συνεταιρίζεσθαι κ.α.) και οι εργατικές απεργίες, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και ο ανεξάρτητος συνδικαλισμός απαγορεύονται δια νόμου. Αναγκαία δηλαδή συνθήκη για να χαρακτηριστεί μια κυβέρνηση αυταρχική είναι πολλά από τα παραπάνω στοιχεία, πράγμα που σημαίνει την κατ’ επίφαση διατήρηση ή την κατάργηση του πολιτικού και οικονομικού φιλελευθερισμού. 

Σαφέστατα λοιπόν υπάρχει ιστορικά καταγεγραμμένος αριστερός αυταρχισμός, γίνεται όμως φανερό ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν εφάρμοσε τα ιδεώδη μιας αυταρχικής κυβέρνησης καθώς η πολιτική της δεν πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω (δραστικός περιορισμός των ελευθεριών, προσωποκεντρική άσκηση εξουσίας). Επίσης, ο αριστερός αυταρχισμός δεν θα μπορούσε να περιλαμβάνει χαρακτηριστικά όπως ‘αμορφωσιά’, ‘ανικανότητα’, ‘θράσος’, που είναι μάλλον ηθικολογικού περιεχομένου – αμόρφωτο, ανίκανο ή θρασύ μπορεί να είναι οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα, κοινωνική ομάδα ή άτομο χωρίς να μπορεί να χαρακτηριστεί αυταρχικό. Ούτε η ψευδολογία, η πελατοκρατία και η προπαγάνδα αποτελούν στοιχεία του αυταρχισμού, αλλά είναι μάλλον στοιχεία πολιτικής διαφθοράς που εντοπίζονται σε διάφορα πολιτικά συστήματα, και υπάρχουν διαχρονικά στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες σε όλο το πολιτικό φάσμα.

Παρακάτω στο ίδιο άρθρο, η Τριανταφύλλου αναφέρει ορθά κάποια από τα στοιχεία του αριστερού αυταρχισμού: «συνωμοτικότητα, προσωπολατρία, […] εχθρότητα προς τη δημοκρατία», με τον όρο δημοκρατία εννοώντας τον πολιτικό φιλελευθερισμό. Γίνεται και πάλι ξεκάθαρο ότι αυτά τα στοιχεία χαρακτηρίζουν μεν τα διάφορα αριστερά αυταρχικά καθεστώτα, αλλά δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι εντοπίζονται στις πρακτικές που εφάρμοσε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Επίσης, για να στηρίξει την άποψή της, αναφέρεται σε θεωρητικούς που ασχολήθηκαν με τον αριστερό αυταρχισμό/φασισμό (Χάμπερμας, Λένιν, Λίπσετ), χωρίς να δίνει συγκεκριμένα παραδείγματα στα οποία να γίνεται φανερή η σύνδεση της αριστερής αυταρχικής ιδεολογίας με την ελληνική περίπτωση. Υποθέτει απλώς ότι αφού ο σοσιαλιστικός συνδικαλισμός μιας χώρας υπήρξε αυταρχικός, το ίδιο θα πρέπει να συμβαίνει και εντός κάθε αριστερού κόμματος ή κυβέρνησης, κάτι που δεν αποδεικνύεται στην πράξη. 

Ένα ακόμα στοιχείο που η Τριανταφύλλου προσάπτει στον ΣΥΡΙΖΑ είναι ο αντιευρωπαϊσμός. Το επιχείρημα είναι ότι η αριστερά στην Ευρώπη εν γένει ευθυγραμμίζεται με την αντιευρωπαϊκή, λαϊκή δεξιά (εξου και η συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ) αφού συμφωνούν σε ζητήματα οικονομίας και παγκοσμιοποίησης, παρόλο που διαφωνούν όσον αφορά το μεταναστευτικό. Δεν αναφέρει ωστόσο (έστω και επιγραμματικά στο πλαίσιο ενός σύντομου άρθρου) ποια είναι τα σημεία σύγκλισης αριστεράς-δεξιάς όσον αφορά την οικονομία και την παγκοσμιοποίηση. Η αριστερά σε θεωρητικό επίπεδο θεωρεί προβληματική την ανισοκατανομή του πλούτου, τις κοινωνικές ανισότητες εν γένει, και έχει σαν προγραμματικό στόχο τον έλεγχο του μεγάλου κεφαλαίου και την ενίσχυση της τοπικής, μικρομεσαίας οικονομίας, με εμφανή ωστόσο την απροθυμία να εφαρμόσει στην πράξη κάτι από τα παραπάνω. Η λαϊκή δεξιά υποστηρίζει παρόμοιες θέσεις, συγκεντρώνοντας την ψήφο των μικρομεσαίων στρωμάτων που δεν συμπαθούν πολιτικά ή πολιτισμικά την αριστερά. Τα παραπάνω ωστόσο δεν καθιστούν την αριστερά αντι-ευρωπαϊκή, καθώς η αριστερά παρουσιάζεται μεν ως ο «υπερασπιστής των οικονομικά αδυνάτων», αλλά ταυτόχρονα προωθεί το όραμα μιας άλλης Ευρώπης, αυτής της «αρμονικής συνύπαρξης των λαών» οι οποίοι δεν πρέπει να παραμένουν απομονωμένοι αλλά να «αγωνίζονται μαζί για περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη». Ένα μικρό κομμάτι της (εξω)κοινοβουλευτικής αριστεράς στρέφεται ξεκάθαρα κατά της Ε.Ε. (με ρητορική παρόμοια με του ΚΚΕ), ωστόσο τα περισσότερα αριστερά κόμματα στην Ευρώπη είναι σαφώς φιλο-ευρωπαϊκά, προερχόμενα ως επί το πλείστον από την παράδοση του Ευρωκομμουνισμού, που προσπαθεί να συνδυάσει τον ευρωπαϊσμό με έναν υποτιθέμενο δρόμο προς τον σοσιαλισμό, με φιλολαϊκές δηλαδή πολιτικές (τις οποίες στις περισσότερες περιπτώσεις φυσικά δεν εφαρμόζει).

Από την άλλη, η συγγραφέας δεν εξηγεί για ποιο λόγο ο αντιευρωπαϊσμός θα αποτελούσε πρόβλημα για μια κυβέρνηση ή ως γενικότερη πολιτική θέση, τι είναι αυτό που θα έκανε διαφορετικό μια κυβέρνηση υπέρ της Ε.Ε. όπως την οραματίζεται η ίδια, και με ποιο τρόπο μπορεί η υποστήριξη της Ε.Ε. και ο κοσμοπολιτισμός ως συλλογική ή ατομική στάση ζωής να αντιμετωπίσει τα κοινωνικά/οικονομικά μας προβλήματα. Δεν προσπαθεί να αντικρούσει – αν όχι στο πλαίσιο ενός άρθρου, τότε στο σύνολο του έργου της – βασικά επιχειρήματα της αντίθεσης στην Ε.Ε., όπως ο πολιτικός συγκεντρωτισμός που αφαιρεί την δυνατότητα λήψης αποφάσεων από τον φυσικό του χώρο, δηλαδή το τοπικό επίπεδο, και η εξαιρετικά άνιση μεταχείριση που επιφυλάσσει η κεντρική διοίκηση της Ε.Ε. στις πιο αδύναμες οικονομικά χώρες, οι οποίες υπόκεινται σε πιέσεις όσον αφορά την φορολογία και την νομισματική πολιτική στις οποίες δεν μπορούν να αντέξουν. 

Αν τα παραπάνω φαίνονται ως υπεράσπιση αριστερών θέσεων, και εν κρυπτώ αριστερισμού, η απάντηση είναι πως η απόρριψη του υπερκράτους της Ε.Ε. δεν συντάσσει απαραίτητα ή αυτόματα κάποιον υπέρ ή κατά κάποιας αντι-Ευρωπαϊκής πολιτικής παράταξης, δεξιάς ή αριστερής. Αποτελεί απλώς πολιτική θέση της οποίας το αντεπιχείρημα λείπει από το οπλοστάσιο των φιλελεύθερων αρθρογράφων, είτε λόγω άγνοιας είτε λόγω ιδεολογικών αγκυλώσεων. Ο φιλελεύθερος αρθρογράφος δεν μπορεί να εξηγήσει για ποιο λόγο είναι υποστηρικτής της Ε.Ε, εκτός αν ευθαρσώς παραδεχτεί ότι πιστεύει αξιακά στην διατηρηση των οικονομικών και πολιτικών ανισοτήτων, με την προϋπόθεση πως ο/η ίδιος/α βρίσκεται μεταξύ αυτών που κατέχουν επαρκή για τα μέτρα τους οικονομική και κοινωνική επιφάνεια ώστε να βρίσκονται σε θέση πάνω από αυτή του μέσου όρου, σε αυτή ίσως του δημόσιου διανοούμενου, του επιτυχημένου επαγγελματία, ή του διαμορφωτή της κοινής γνώμης. 

Παρόλο που η Τριανταφύλλου αναφέρεται όρθως σε κάποια από τα χαρακτηριστικά της αριστερής ιδεολογίας, καταλήγει να μην περιγράφει την πολιτική πραγματικότητα, λόγω του ότι η σκέψη της βρίθει ανακριβειών και ασύνδετων συλλογισμών. Σωστά λοιπόν λέει σε άλλο σημείο του άρθρου οτι η αριστερά εν γένει ήταν και είναι επικριτική έναντι του δυτικού πολιτισμού, αντιμετωπίζει την γεωπολιτική με αντι-ιμπεριαλιστικούς όρους, παρουσιάζει μια δική της εκδοχή για την ιστορία συχνά διαστρεβλώνοντάς την, είναι σε πολλές περιπτώσεις αντισημιτική κ.α. Τα παραπάνω μπορούν να αποδειχτούν και πρακτικά. Τα περισσότερα αριστερίστικα κινήματα από την δεκαετία του 1960 και μετά χρησιμοποιούν σταθερά αντι-δυτική ρητορική, κατανοώντας για παράδειγμα την Ευρώπη ως έναν χώρο που έχει ηθική υποχρέωση να περιθάλψει αδιακρίτως όλους τους μετανάστες λόγω του ότι η ίδια υποτίθεται πως είναι η κύρια υπεύθυνη, με την «ιμπεριαλιστική» πολιτική της, για την διάλυση των χωρών προέλευσης των μεταναστών. Έτσι, σύμφωνα με την λογική της αριστεράς, η Ευρώπη (και ο υπόλοιπος Δυτικός κόσμος) φταίει για την διάλυση της Μέσης Ανατολής, την λεηλάτηση της Αφρικής, την δουλεία στις ΗΠΑ, και τα πανταχού δικτατορικά καθεστώτα, χωρίς να γίνεται λόγος για τον ρόλο των αραβικών χωρών που με τις μεταξύ τους διαμάχες και των επεκτατισμό τους διαμορφώνουν και διατηρούν τις εντάσεις εντός της Μέσης Ανατολής, ή κατέχουν μεγάλο κομμάτι του πλούτου στις Δυτικές μητροπόλεις. Ούτε συζητείται εντός της αριστεράς το γεγονός πως η μαζική μετακίνηση δούλων από την Αφρική προς τις ΗΠΑ ήταν προϊόν συνεργασίας δυτικών και αφρικανών ελίτ δουλεμπόρων και κυβερνήσεων, και πως πολλές αφρικανικές χώρες ουσιαστικά κατέρρευσαν οικονομικά μετά την κατάργηση του δουλεμπορίου έχοντας βασίσει την οικονομία τους σχεδόν αποκλειστικά σε αυτό, με αποτέλεσμα να ενσκύψουν ευκολότερα στην αποικιοκρατία. Οι αριστερές, λοιπόν, θέσεις δαιμονοποίησης της Δύσης έχουν διαδοθεί στην κοινή γνώμη ως κυρίαρχο αφήγημα, δίνοντας δικαίως βήμα στους αντιπάλους τους να τους απευθύνουν κατηγορίες για εγκαθίδρυση της «αριστερής παραμυθίας» στην οποία αναφέρεται η Τριανταφύλλου.

Δικαίως λοιπόν ο φιλελεύθερος αρθρογράφος θα προσάψει στην αριστερά μια σειρά από ιδεολογικά και πολιτικά σφάλματα, κάνοντας όμως λογικά άλματα προκειμένου να αποδείξει ότι τα σφάλματα αυτά ισχύουν πάντα και σε όλες τις περιπτώσεις. Έτσι η Τρανταφύλλου θέλει να μας πείσει ότι επειδή εντός πολλών αριστερών κομμάτων υπάρχουν ιδεολογικά στοιχεία αυταρχισμού, ο συμπεριφορά του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένα ζωντανό παράδειγμα αυτού του αυταρχισμού. Θεωρεί λοιπόν πως ο ΣΥΡΙΖΑ «περιφρόνησε τον διαχωρισμό των εξουσιών και τους νόμους» και έκανε «character assassination των αντιφρονούντων», ενώ δεν υπάρχουν αντίστοιχα γεγονότα κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ που να στηρίζουν αυτούς τους ισχυρισμούς. Ο χειρισμός του νόμου και των εξουσιών κινήθηκε στο πλαίσιο που είχαν κινηθεί και προηγούμενες κυβερνήσεις, δεν έγινε δηλαδή κάποια σημαντική πολιτειακή αλλαγή, η αλλαγή νομοθεσίας έγινε οπωσδήποτε κατά το συμφέρον του κυβερνώντος κόμματος, πράγμα που ωστόσο κάνει διαχρονικά κάθε κόμμα που κατέχει την εξουσία στην Ελλάδα, και η προσπάθεια εξουδετέρωσης των πολιτικών αντιπάλων περιορίστηκε στην περίπτωση της δίκης Novartis, η οποία δεν πήρε διαστάσεις μαζικής πολιτικής δίωξης, αλλά ήταν μια μάλλον ανεπιτυχής προσπάθεια της κυβέρνησης να ενοχοποιήσει πολιτικά πρόσωπα που θεωρούνται ότι ευθύνονται για την οικονομική κατάρρευση της χώρας. 

Στον επίλογο του άρθρου της, η Τριανταφύλλου συνοψίζει χρησιμοποιώντας και πάλι ένα μείγμα αποδεκτών αν και κάπως γενικευμένων πολιτικών κρίσεων, ασαφών εκφράσεων και ηθικολογίας. «Η καταστροφική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ οφείλεται στις ιδέες του», μας πληροφορεί, και σαφώς είναι έτσι, αλλά όχι όπως η ίδια το εννοεί. Η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ συνέχισε το έργο της φτωχοποίησης του πληθυσμού και της εφαρμογής σκληρών δημοσιονομικών μέτρων, αλλά όχι γιατί αποτελεί ένα αριστερό κόμμα που ως εκ τούτου είναι αυταρχικό, αντι-ευρωπαϊκό άρα και υπέρ του οικονομικού απομονωτισμού, ή ανίκανο (τι σημαίνει άραγε ανίκανο για ένα πολιτικό κόμμα;). Ο ΣΥΡΙΖΑ εφάρμοσε οπωσδήποτε την πρακτική του αριστερού κόμματος στην εξουσία, αυτή του «ιστορικού συμβιβασμού» και της «δίκαιης λιτότητας» τις οποίες αντέγραψε από τον Ενρίκο Μπερλίνγκουερ (στον οποίο μπορούμε να βρούμε τον πλησιέστερο ιδεολογικό προπομπό του ΣΥΡΙΖΑ), και ταυτόχρονα αγκιστρώθηκε στον οικονομικό φιλελευθερισμό και τον Ευρωπαϊσμό, στον οποίο όντας σαφώς φιλο-ευρωπαϊκό κόμμα δεν έχει πρόθεση να αντιταχθεί. Το αν όσοι πολίτες ψήφισαν  ΣΥΡΙΖΑ τα τελευταία χρόνια είναι «αμαθείς» και «ανάγωγοι», ψάχνοντας ίσως χωρίς αποτέλεσμα μια διέξοδο στην οικονομική τους στενωπό, μένει να αποδειχτεί από τα πεπραγμένα των επόμενων κυβερνήσεων. Αυτό που προέχει είναι η επιδίωξη της κοινωνικής ευημερίας για όσο το δυνατό πλατύτερα κοινωνικά στρώματα, πράγμα που δεν φαίνεται να μπορεί να παρέχει το υπάρχον πολιτικό σύστημα με οποιοδήποτε κόμμα στην εξουσία, και ταυτόχρονα πολιτική εκπαίδευση που να ενισχύει την κριτική ικανότητα, ώστε να μπορεί να γίνει κατανοητό από όλους πως άρθρα σαν αυτό της Σώτης Τριανταφύλλου κάθε άλλο από άρθρα-ξυράφια (όπως έχει γραφτεί) μπορούν να χαρακτηριστούν.

Filed under: Κέντρο στην αρχική - slider, Πολιτική & Φιλοσοφία

Κείμενο:

http://www.respublica.gr/wp-content/uploads/2015/05/icon.png

Η Σοφία Ζήση γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1981 και ζει και εργάζεται στο Λονδίνο. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία και Δημιουργική γραφή (Roehampton University, Birkbeck College). Έχει συμμετάσχει στην Μπιενάλε BJCEM (2005) διαβάζοντας ποιήματα της, ενώ έχει διακριθεί σε διάφορους διαγωνισμούς ποίησης. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε διαφορα οnline περιοδικά. Στο θεατρο έχουν παρουσιαστεί έργα της στο London Student Drama Festival (2017, σκην. Goldsmiths Drama Society), Θέατρο 104 (2017-19, σκην. Blue Blonde), Θέατρο Faust και Θέατρο 104 σε συνεργασία με την ομάδα The Young Quill.