Ήδη από την πρώτη του εμφάνιση, ο μαρξισμός αυτοπαρουσιάστηκε ως μια απόπειρα αποφενακισμού του καπιταλιστικού συστήματος και ιδιαίτερα των τρόπων με τους οποίους αυτό κερδίζει την αποδοχή ακόμη και όσων δεν επωφελούνται άμεσα από αυτό. Πρόκειται φυσικά για την «ιδεολογία», μια έννοια που σημαντικό ρόλο για την καθιέρωσή της διαδραμάτισε ο ίδιος ο Marx[1]. Ωστόσο, ακόμη και μετά τον Marx, ο μαρξισμός δεν έπαψε ποτέ να προσφέρεται ως ένα ιδιαίτερα γόνιμο εργαλείο για τον αποφενακισμό των κάθε λογής ιδεολογικών ψευδαισθήσεων. Μάλιστα, στον εικοστό αιώνα, ο μαρξισμός άρχισε να συνδυάζεται με τη φροϋδική ψυχανάλυση, υποδεικνύοντας πως οι ψευδαισθήσεις αυτές ενδέχεται να εδραιώνονται και να κυριαρχούν πρωτίστως στο μη συνειδητό τμήμα του ανθρώπινου ψυχισμού. Αυτό συνέβη με τη Σχολή τη Φραγκφούρτης και την Κριτική Θεωρία. Όπως θα πει ένας από τους θεωρητικούς της, ο Max Horkheimer: «η πραγματική κοινωνική λειτουργία της φιλοσοφίας έγκειται στην κριτική που ασκεί σ’ ό,τι είναι κυρίαρχο». Το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, αναρχία και απανθρωπιά, περιστέλλοντας την ατομική ελευθερία των ανθρώπων. Αυτό υποστηρίζει η Κριτική Θεωρία. Στηριγμένοι στη μαρξική κριτική του καπιταλισμού και της πραγμοποίησης που ο ίδιος επιφέρει στις κοινωνικές σχέσεις, στο εγελιανό σχήμα θέση-αντίθεση-σύνθεση, στη φροϋδική θεώρηση του πολιτισμού ως καταπίεσης των ορμέμφυτων, αλλά και στην «απομάγευση του κόσμου» που περιγράφεται στα γραπτά του Max Weber, οι Max Horkeimer (1895-1973) και Theodor W. Adorno (1903-1969), δύο από τους επιφανέστερους συγγραφείς της Σχολής της Φραγκφούρτης, επιχείρησαν να σκιαγραφήσουν την πρόοδο του ανθρώπινου πολιτισμού ως μια διαρκή απομάγευση και καταπίεση, με αποτέλεσμα τη μετατροπή του αντιμυθικού διαφωτισμού (αντίθεση) σε νέο μύθο (σύνθεση), επομένως και παρακμή, μέσω της τελικής εργαλειοποίησης του ίδιου του ανθρώπου. Από την πρώτη στιγμή της ζωής του, ο άνθρωπος κλήθηκε να αντιμετωπίσει τους κάθε λογής αμείλικτους κινδύνους του φυσικού κόσμου, που απειλούσαν ανά πάσα στιγμή την επιβίωσή του. Προκειμένου να εξασφαλίσει την επιβίωσή του, αναγκάστηκε να «υποτάξει» τις φυσικές δυνάμεις στον έλεγχό του. Αρχικά μέσω της μαγείας, του μύθου και κατόπιν μέσω της ορθολογικότητας και της επιστημονικής γνώσης, ο άνθρωπος αντιλαμβανόταν τον φυσικό κόσμο ως ένα «εργαλείο», που μπορεί να το μεταχειριστεί κατά βούληση.

Η παγκόσμια ιστορία, υποστηρίζουν οι δύο συγγραφείς, απεικονίζει τη συνεχή κυριαρχία πάνω στη φύση. Αυτή η κυριαρχία προχώρησε μέχρι τον βαθμό να «εξεγερθεί» η φύση (με την ευρύτερη έννοια του όρου, όπως την αντιλαμβάνεται και ο Freud όταν μιλάει για «δυσφορία μέσα στον πολιτισμό»). Ως ακραία κατάληξη αυτής της πορείας προς όλο και μεγαλύτερη καταπίεση, προβάλλει τελικά ο φασισμός. Ο φασισμός αποτελεί μια εξέγερση της φύσης ενάντια στην κυριαρχία, που έχει μπει όμως στην υπηρεσία της κυριαρχίας. Σύμφωνα με τους Horkheimer και Adorno, οι ολοκληρωτισμοί του 20ού αιώνα δεν είναι απλά αποτελέσματα συγκεκριμένων ιστορικών συγκυριών αλλά η συνεπής κατάληξη του ήδη παρηκμασμένου δυτικού κόσμου. Συγκεκριμένα, οι δύο συγγραφείς αφηγούνται την ιστορική πορεία του ανθρώπινου γένους ως μια διαρκώς αυξανόμενη παρακμή μέσα στον πολιτισμό. Βασισμένοι στα γραπτά των Hegel και Marx, εντοπίζουν και αναλύουν την εσωτερική λογική («διαλεκτική») που διέπει την πρόοδο του ορθού λόγου και τον οδηγεί στην αυτοαναίρεσή του. Βασική θέση τους είναι ότι ο μύθος, ως προσπάθεια ερμηνείας του κόσμου, είναι μια μορφή διαφωτισμού, ενώ αυτό που ονομάζουμε «διαφωτισμό» δεν είναι παρά μια ακόμη μορφή μυθολογίας. Στόχος είναι να εξηγήσουν τις φρικαλεότητες του φασισμού στον εικοστό αιώνα, σε μια εποχή όπου υποτίθεται ότι κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο, λόγω της επιστημονικής και τεχνολογικής ανάπτυξης. Ωστόσο, η πρόοδος δεν είναι το αντίθετο της παρακμής αλλά μάλλον η άλλη όψη της. Διόλου δεν είναι όμως αδύνατη η «στροφή» του μετά-τον-Διαφωτισμό πολιτισμού στη βαρβαρότητα, υποστηρίζουν. Μια τέτοια στροφή στη βαρβαρότητα αντιπροσωπεύει το φαινόμενο του αντισημιτισμού. Βασισμένοι στον Freud, οι συγγραφείς υποστηρίζουν μια ψυχαναλυτική ερμηνεία του φαινομένου, κατά την οποία οι Εβραίοι έχουν γίνει αντικείμενο «προβολής» των καταπιεσμένων από τον πολιτισμό επιθυμιών (“taboo”) και λειτουργούν ως εξιλαστήρια θύματα του καπιταλιστικού συστήματος, καθώς τους επιρρίπτονται οι κατηγορίες για όσα έκανε μια ολόκληρη τάξη (αστική). Κάποτε οι Εβραίοι πολίτες μισούνταν για θρησκευτικούς λόγους, σήμερα όμως το ίδιο μίσος έχει αποκοπεί από τις θρησκευτικές ρίζες του και έχει ενταχθεί πλήρως στη μοντέρνα κοινωνία, κάτι που είναι διπλό κέρδος για τον φασισμό. Οι Εβραίοι εκφράζουν το ιδεώδες της ευημερίας δίχως εξουσία, το οποίο ο (κάποτε χριστιανικός) δυτικός κόσμος δε μπορεί να ανεχτεί. Ο αντισημιτισμός όμως, είναι η κατ’ εξοχήν «ετικετοποίηση» και εκφράζει την κρυφή και απαγορευμένη λαχτάρα να μιμηθείς ό,τι είναι εβραϊκό. Συγχρόνως ισχύει και το αντίστροφο: η παραμορφωμένη εικόνα των Εβραίων είναι στην πραγματικότητα μια αυτοπροσωπογραφία των εθνικιστών. Ένα ακόμη τυπικό γνώρισμα του φασισμού, είναι ότι τα άτομα σχηματίζουν κλειστές ενώσεις, ντύνονται παρόμοια και συμπεριφέρονται μιμητικά: τότε τα στερεότυπα αντικαθιστούν την κριτική σκέψη και η προσωπική ηθική αντικαθίσταται από την άνευ όρων αφοσίωση στην ομάδα. Όσον αφορά στην οικονομία, ο φασιστικός συγκεντρωτισμός καταργεί τους αστικούς θεσμούς και την όποια προστασία αυτοί προσέφεραν. Το μονοπώλιο, χαρακτηριστικό της φασιστικής οικονομίας, αποτελεί την ολοκλήρωση της ιδιοκτησίας και συγχρόνως της αυτοκαταστροφή της.

Ο φασισμός, ως μαζική παραφροσύνη για επιστροφή στη βαρβαρότητα, δεν είναι παρά η ακραία κατάληξη της «προόδου» της αστικής κοινωνίας. Λίγο-πολύ όλοι οι θεσμοί της τείνουν να ευνοούν την κυριαρχία του. Σε μια εποχή όπου η βιομηχανία της κουλτούρας καθορίζει το λεξιλόγιο των ανθρώπων περιορίζοντάς το σε τριακόσιες βασικές λέξεις, ο έρωτας έχει σχεδόν καταργηθεί, η γιορτή έχει αντικατασταθεί από τις «διακοπές» και ο ελεύθερος χρόνος από την προγραμματισμένη ψυχαγωγία, όπου η απόλυτη μοναξιά και ο εγκλεισμός στο εγώ κυριαρχούν, ενώ η λατρεία της ατομικότητας, που στην πραγματικότητα σηματοδοτεί τη μεγαλύτερη εξομοίωση των «διαφορετικών», αναπαράγεται μαζικά και προβάλλεται ως εμπόρευμα. Τέλος, η μιντιακή προπαγάνδα δεν κάνει τίποτε άλλο προετοιμάζει διανοητικά τις μάζες για την τυφλή αποδοχή ενός νέου Führer. Αν ο φασισμός εδραιώθηκε στη Γερμανία, είναι επειδή τον εκκόλαπτε ένα αντισημιτικό κλίμα. Το γεγονός ότι ο Hitler νικήθηκε, δεν αποκλείει την εδραίωση όσων σηματοδοτεί ο φασισμός στην Ευρώπη. Για τους Horkheimer και Adorno, η πρόοδος έχει ένα φοβερό τίμημα. Ποια διαφυγή μπορεί λοιπόν να υπάρξει από αυτή την ασταμάτητη παρακμή του ανθρώπινου γένους; Οι συγγραφείς ισχυρίζονται υπαινικτικά πως η καταγγελία της κοινωνικής αδικίας συνιστά την «αλήθεια». Στο όνομα αυτής ασκείται η παραπάνω κριτική, με στόχο να συμβάλλει στην ανθρώπινη χειραφέτηση. Αν θέλει να εμποδίσει την απειλητική δύναμη του ολοκληρωτισμού ο δυτικός πολιτισμός οφείλει πρωτίστως να αναστοχαστεί κριτικά τη μέχρι τώρα πορεία του προς τη βαρβαρότητα.

Ο πεσιμισμός αυτών των δύο στοχαστών, που εμφανίζεται τουλάχιστον από το 1933 ανάμεσα σε διάφορους μαρξιστές του Δυτικού κόσμου, εξηγείται ίσως από την όλο και αυξανόμενη τότε επίγνωση της μετατροπής του πολιτικού «πειράματος» της Ρωσικής Επανάστασης του 1917, σε μια στυγνή γραφειοκρατική δικτατορία. Εδώ όμως συναντάμε ένα παράδοξο. Ως γνωστόν, ο πολιτισμικός πεσιμισμός δεν ανήκει παραδοσιακά στη μαρξιστική παράδοση. Αντίθετα, θα μπορούσε να πει κανείς βρίσκεται και σε σύγκρουση μαζί της, δεδομένου ότι η τελευταία εγκωμιάζει τον Διαφωτισμό και την ανάπτυξη της επιστήμης και τεχνολογίας, ως αναγκαίων μέσων που θα συμβάλλουν μακροπρόθεσμα (και ακούσια, σύμφωνα με τους νόμους της ιστορίας) στην επανάσταση, τη χειραφέτηση του προλεταριάτου και, μέσω αυτού, ολόκληρης της ανθρωπότητας (κομουνισμός). Αντίθετα, ο πολιτισμικός πεσιμισμός εκφράστηκε παραδοσιακά κυρίως από δεξαμενές σκέψης της αντιφιλελεύθερης και αντιδημοκρατικής Δεξιάς (π.χ. Heidegger, Spengler, Klages). Πώς λοιπόν συμβιβάζονται αυτές οι δύο παραδόσεις; Την απάντηση βρίσκουμε ίσως στην περίφημη ρήση του Adorno ότι πρέπει ν’ αρπαχθεί η πολιτισμική κριτική (“Kulturkritik”) από τους αντιδραστικούς και να τεθεί στην υπηρεσία ενός γνήσια προοδευτικού στόχου. Σε αυτό το σημείο τέμνεται η μαρξιστική σκέψη με την πολιτισμική κριτική, δεδομένου ότι η εκ μέρους της κριτικής θεωρίας μελέτη της ιδεολογίας μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα και ειδικά στην καταναλωτική συμπεριφορά, διατείνεται ότι συνεχίζει τη θεωρία του Marx περί «φετιχισμού του εμπορεύματος». Έτσι, η Σχολή της Φραγκφούρτης επιχειρεί να αφαιρέσει από τη Δεξιά σκέψη, που μεσοπολεμικά συνετέλεσε εμμέσως και ποικιλοτρόπως στη διαμόρφωση και την αποδοχή του φασισμού από τις ευρωπαϊκές μάζες, ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία της. Με την έμφασή της στην κριτική του υπάρχοντος συστήματος, αν και χωρίς σαφή εναλλακτική πρόταση, η Σχολή της Φραγκφούρτης επιδιώκει να συνεχίζει την κριτική του Μαρξ στον καπιταλισμό, με απώτερο στόχο την τελική υπέρβασή του.


[1] Σχετικά με αυτό το θέμα, ο αναγνώστης μπορεί να συμβουλευτεί και παλαιότερο άρθρο μας εδώ.