Πέμπτη, 1 Ιουλίου 1947
Η πολιτική δομή της σοβιετικής εξουσίας όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, είναι προϊόν τόσο της ιδεολογίας όσο και των συγκυριών: της ιδεολογίας, την οποία κληρονόμησαν οι νυν Σοβιετικοί ηγέτες απ’ το κίνημά τους, και των συγκυριών που πυριδότησε η εξουσία τους, εδώ και περίπου τρεις δεκαετίες στη Ρωσία. Πολύ λίγες προσπάθειες ψυχολογικής ανάλυσης παρουσιάζουν μεγαλύτερη δυσκολία απ’ την προσπάθεια να ιχνηλατηθεί η αλληλεπίδραση αυτών των δύο δυνάμεων και ο ρόλος που παίζει η καθεμιά στη διαμόρφωση της σημερινής συμπεριφοράς των Σοβιετικών. Εν τούτοις, μια τέτοια προσπάθεια είναι αναγκαία, αν πρόκειται η σοβιετική συμπεριφορά να κατανοηθεί και ν’ αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά.
Είναι δύσκολο να συνοψιστούν οι ιδεολογικές θέσεις με τις οποίες οι Σοβιετικοί ηγέτες ήλθαν στην εξουσία. Η μαρξιστική ιδεολογία, στη ρωσική-κομουνιστική της εκδοχή, τελεί υπό συνεχή και δυσδιάκριτη ανάπτυξη. Τα υλικά πάνω στα οποία στηρίζεται είναι πολλά και σύνθετα. Πάντως, τα κύρια χαρακτηριστικά της κομουνιστικής σκέψης, όπως υπήρχαν το 1916, μπορούν ίσως να συνοψιστούν ως εξής: (α), ο κεντρικός παράγοντας της ζωής του ανθρώπου, ο παράγοντας που καθορίζει την κοινή ζωή και τη “φυσιογνωμία της κοινωνίας,” είναι το σύστημα βάσει του οποίου τα υλικά αγαθά παράγονται και ανταλλάσσονται (β), το καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής είναι ένα τερατώδες σύστημα που οδηγεί αναπόφευκτα στην εκμετάλλευση της εργατικής από την κεφαλαιοκρατική τάξη, αλλά είναι και ανήμπορο ν’ αναπτύξει επαρκώς τους οικονομικούς πόρους του, για να διανείμει δίκαια τα υλικά αγαθά που παράγονται απ’ την ανθρώπινη εργασία (γ), ο καπιταλισμός εμπεριέχει τους σπόρους της καταστροφής του και, λόγω της αδυναμίας της κεφαλαιοκρατικής τάξης να προσαρμοστεί στις αλλαγές της οικονομίας, θα καταλήξει αναπόδραστα στην επαναστατική παράδοση της εξουσίας στην εργατική τάξη και (δ), ο ιμπεριαλισμός, η τελική φάση του καπιταλισμού, οδηγεί κατ’ ευθείαν στον πόλεμο και στην επανάσταση. Τα υπόλοιπα μπορούν να περιγραφούν με τα λόγια του ίδιου του Λένιν:
“Οι ανισότητες των οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων είναι ο άκαμπτος νόμος του καπιταλισμού. Επομένως ο θρίαμβος του Σοσιαλισμού μπορεί να επέλθει αρχικά σε μερικά καπιταλιστικά κράτη ή ακόμα και σε ένα μόνο καπιταλιστικό κράτος. Οι θριαμβευτές προλετάριοι αυτής της χώρας, έχοντας απαλλοτριώσει τους καπιταλιστές και έχοντας οργανώσει στη χώρα τους τη Σοσιαλιστική παραγωγή, θα ξεσηκωθούν εναντίον του υπόλοιπου καπιταλιστικού κόσμου, παρασύροντας με το μέρος τους, κατά τη διαδικασία αυτή, τις καταπιεσμένες τάξεις των άλλων χωρών.” [βλέπε την παρ. 1]
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι ο καπιταλισμός θα καταστρεφόταν από μόνος του και χωρίς να γίνει η προλεταριακή επανάσταση. Έτσι, χρειαζόταν μια τελευταία ώθηση από το επαναστατικό προλεταριακό κίνημα για να γκρεμιστεί το ετοιμόρροπο οικοδόμημα του καπιταλισμού. Θεωρούνταν, όμως, αναπόφευκτο ότι αργά ή γρήγορα αυτή η ώθηση θα δινόταν.
Για πενήντα χρόνια πριν το ξέσπασμα της Επανάστασης, αυτός ο τρόπος σκέψης ασκούσε εξαιρετικά μεγάλη γοητεία στα μέλη του ρωσικού επαναστατικού κινήματος. Απογοητευμένοι, αποκομμένοι, έχοντας απελπιστεί από την προσπάθειά τους να βρουν τη δική τους έκφραση – ή πολύ ανυπόμονοι για να την αναζητήσουν – μέσα στα περιοριστικά όρια του τσαρικού πολιτικού συστήματος, και ακόμα μη έχοντας πλατιά λαϊκή υποστήριξη στην επιλογή τους για μια αιματηρή επανάσταση ως μέσου κοινωνικής βελτίωσης, αυτοί οι επαναστάτες βρήκαν στη μαρξιστική θεωρία έναν πολύ βολικό εξορθολογισμό των δικών τους ενστικτωδών επιθυμιών. Η μαρξιστική θεωρία επέτρεπε μια ψευδοεπιστημονική επιβεβαίωση της ανυπομονησίας τους, της κατηγορηματικής τους άρνησης για όλες τις αξίες του τσαρικού συστήματος, της λαχτάρας τους για εξουσία και εκδίκηση και της τάσης τους να βρίσκουν τον πιο σύντομο δρόμο σ’ αυτή τους την επιδίωξη. Έτσι δεν είναι καθόλου περίεργο που κατέληξαν να πιστεύουν εμμέσως στην αλήθεια και την εγκυρότητα των μαρξιστικών και λενινιστικών διδασκαλιών, που ήταν τόσο ευχάριστες στις παρορμήσεις και στα συναισθήματα τους. Η ειλικρίνειά τους δεν χρειάζεται να αμφισβητηθεί. Είναι φαινόμενο τόσο παλιό όσο η ανθρώπινη φύση. Ποτέ δεν έχει περιγραφεί πιο εύστοχα από ότι το έκανε ο Edward Gibbon, ο οποίος έγραψε Την Παρακμή και την Πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας:
“Το βήμα από τον ενθουσιασμό μέχρι την απάτη είναι επικίνδυνο και ολισθηρό. Ο δαίμονας του Σωκράτη προσφέρει ένα αξιομνημόνευτο παράδειγμα του πώς ένας σοφός άνθρωπος μπορεί να εξαπατήσει τον εαυτό του, πώς ένας καλός άνθρωπος μπορεί να εξαπατήσει τους άλλους, πώς η συνείδηση μπορεί να λαγοκοιμάται σε μια μεικτή μεσαία κατάσταση μεταξύ αυτο-ψευδαίσθησης και εκούσιας απάτης.”
Μ’ αυτές τις ιδέες ήλθαν στην εξουσία τα μέλη του κόμματος των Μπολσεβίκων.
Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια όλων των χρόνων της προετοιμασίας της επανάστασης, η προσοχή αυτών των ανθρώπων, όπως και του ίδιου του Marx, ήταν επικεντρωμένη λιγότερο στη μελλοντική μορφή που θα έπαιρνε ο σοσιαλισμός [βλέπε την παρ. 2] και περισσότερο στην ανατροπή της αντίπαλης εξουσίας, η οποία, κατά την άποψή τους, θα έπρεπε να προηγηθεί της εισαγωγής του Σοσιαλισμού. Οι απόψεις τους, επομένως, σχετικά με το πρόγραμμα που θα έθεταν σε εφαρμογή μόλις θα κατακτούσαν την εξουσία ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους νεφελώδεις, οραματικές και καθόλου πρακτικές. Πέραν της κρατικοποίησης της βιομηχανίας και της απαλλοτρίωσης του μεγάλου ιδιωτικού κεφαλαίου δεν υπήρχε συμφωνημένο πρόγραμμα. Ο χειρισμός των χωρικών, οι οποίοι σύμφωνα με τη θεωρία του Marx δεν συμπεριλαμβάνονταν στους προλετάριους, αποτελούσε πάντα ένα ασαφές σημείο της κομουνιστικής συλλογιστικής και παρέμεινε αντικείμενο διαμάχης και αμφιταλαντεύσεων τα πρώτα δέκα χρόνια της κομουνιστικής εξουσίας.
Οι καταστάσεις που υπήρχαν την περίοδο αμέσως μετά την επανάσταση – η ύπαρξη στη Ρωσία του εμφυλίου πολέμου και των εξωτερικών παρεμβάσεων, μαζί με το προφανές γεγονός ότι οι Κομμουνιστές αντιπροσώπευαν μόνο μια μικρή μειονότητα του Ρωσικού λαού – κατέστησαν απαραίτητη την εγκαθίδρυση μιας δικτατορικής εξουσίας. Ο πειραματισμός με τον “πολεμικό Κομμουνισμό” και η απότομη προσπάθεια της εξάλειψης της ιδιωτικής παραγωγής και του ιδιωτικού εμπορίου είχε ατυχείς οικονομικές συνέπειες και επέφερε επιπρόσθετες αντιδράσεις εναντίον του νέου επαναστατικού καθεστώτος. Ενώ η προσωρινή χαλάρωση της προσπάθειας κοινωνικοποίησης της Ρωσίας, η οποία τέθηκε σε εφαρμογή με τη Νέα Οικονομική Πολιτική, ανακούφισε κάποιες από αυτές τις οικονομικές δυστυχίες και κατά κάποιο τρόπο υπηρέτησε το σκοπό της, κατέστησε ταυτόχρονα προφανές ότι ο “καπιταλιστικός τομέας της κοινωνίας” παρέμενε ακόμα έτοιμος να αποκομίσει άμεσο κέρδος από οποιαδήποτε χαλάρωση των κυβερνητικών πιέσεων, και εάν του επιτρεπόταν να συνεχίσει να υπάρχει, θα συνιστούσε πάντα ένα ισχυρό ανταγωνιστικό στοιχείο στο σοβιετικό καθεστώς και μια σοβαρή ανταγωνιστική επιρροή στη χώρα. Κατά κάποιο τρόπο ίσχυε η ίδια περίπτωση και σε σχέση με τον κάθε μεμονωμένο χωρικό, ο οποίος, με το δικό του περιορισμένο τρόπο, ήταν επίσης ένας ιδιώτης παραγωγός.
Αν ζούσε ο Λένιν, μπορεί να αναδεικνυόταν σε έναν μεγάλο άνδρα ο οποίος θα συγκερνούσε αυτές τις αντικρουόμενες δυνάμεις επ’ ωφελεία του ύψιστου συμφέροντος της Ρωσικής κοινωνίας, αν και αυτό είναι αμφισβητήσιμο. Αλλά, το γεγονός είναι ότι ο Στάλιν και αυτοί οι οποίοι τον ακολουθούσαν στην πάλη για τη διαδοχή της ηγετικής θέσης του Λένιν, δεν ήταν οι άνδρες που θα ανέχονταν ανταγωνιστικές πολιτικές δυνάμεις στη σφαίρα εξουσίας που εποφθαλμιούσαν. Το αίσθημα ανασφάλειας που είχαν ήταν πολύ μεγάλο. Το ιδιαίτερο είδος φανατισμού που τους διακατείχε, το οποίο δεν εξομαλυνόταν από οποιαδήποτε Αγγλοσαξονική παράδοση συμβιβασμού, ήταν πολύ άγριο και πολύ ζηλόφθονο για να ανέχεται οποιονδήποτε μόνιμο διαμοιρασμό της εξουσίας. Από το ρωσο-ασιατικό κόσμο από τον οποίο προήλθαν έφεραν μαζί τους ένα σκεπτικισμό σχετικά με τις πιθανότητες μιας μόνιμης ειρηνικής συνύπαρξης των ανταγωνιστικών δυνάμεων. Εύκολα πεπεισμένοι για την «ορθότητα» του δικού τους δόγματος, επέμεναν στην υποταγή ή και στην καταστροφή όλων των ανταγωνιστικών δυνάμεων. Εκτός του Κομουνιστικού Κόμματος, η ρωσική κοινωνία δεν ήταν συγκροτημένη. Δεν υπήρχαν μορφές συλλογικής δραστηριότητας ή συνεταιρισμού που να μην κυριαρχούνταν από το κόμμα. Καμία άλλη δύναμη στη ρωσική κοινωνία δεν επιτρεπόταν να έχει ζωτική ανεξαρτησία. Μόνο το κόμμα έπρεπε να διαθέτει οργάνωση. Τα υπόλοιπα δεν ήταν παρά μια άμορφη μάζα.
Η ίδια αρχή εφαρμοζόταν και μέσα στο κόμμα. Η μάζα των μελών του μπορεί να συμμετείχε στις διαδικασίες των εκλογών, των συσκέψεων, των αποφάσεων και των δράσεων, όμως σ’ αυτές τις διαδικασίες δεν παρακινούνταν από τη δική τους προσωπική θέληση, αλλά από τη φοβερή ανάσα της ηγεσίας του κόμματος και την βαριά σκιά του «λόγου του».
Ας τονιστεί και πάλι ότι υποκειμενικά αυτοί οι άνθρωποι δεν επιδίωκαν την απολυταρχία σαν αυτοσκοπό. Αδιαμφισβήτητα πίστευαν – και ήταν γι’ αυτούς εύκολο να το πιστεύουν – ότι αυτοί και μόνο αυτοί ήξεραν ποιο είναι το καλό για την κοινωνία και ότι θα επετύγχαναν αυτό το καλό όταν η εξουσία τους θα ήταν διασφαλισμένη και αμετάβλητη. Αλλά, επιδιώκοντας αυτή τη διασφάλιση της δικής τους εξουσίας ήταν προετοιμασμένοι να μην αναγνωρίσουν κανένα εμπόδιο, είτε αυτό προερχόταν απ’ τον Θεό είτε από τον άνθρωπο, αναφορικά με τις μεθόδους που ακολουθούσαν. Και μέχρι να επιτευχθεί αυτή η διασφάλιση, έθεταν πολύ χαμηλά στην κλίμακα των προτεραιοτήτων τους την άνεση και την ευτυχία του λαού που τους εμπιστεύθηκε την φροντίδα του.
Μέχρι και σήμερα, η εξαιρετική περίπτωση αναφορικά με το σοβιετικό καθεστώς, είναι ότι αυτή η διαδικασία της πολιτικής ενοποίησης δεν έχει ποτέ ολοκληρωθεί. Οι άνθρωποι του Κρεμλίνου συνέχισαν να είναι απορροφημένοι κυρίως με τον αγώνα να διασφαλίσουν την εξουσία που άδραξαν τον Νοέμβριο του 1917 και να την καταστήσουν απόλυτη. Κατ’ αρχάς προσπάθησαν να τη διασφαλίσουν εναντίον αντίθετων δυνάμεων στο εσωτερικό της χώρας, μέσα στη σοβιετική κοινωνία. Αλλά επίσης προσπάθησαν να τη διασφαλίσουν και εναντίον και του έξω κόσμου. Κι αυτό επειδή η ιδεολογία, όπως είδαμε, τους δίδασκε ότι ο έξω κόσμος ήταν εχθρικός και ότι ήταν καθήκον τους να ανατρέψουν τις (αντίθετες) πολιτικές δυνάμεις πέραν των συνόρων τους. Το πανίσχυρο χέρι της Ρωσικής ιστορίας και παράδοσης υποστήριζε αυτό τους το αίσθημα. Τελικά, η επιθετική τους αδιαλλαξία σχετικά με τον έξω κόσμο άρχισε να αντιμετωπίζει αντιδράσεις. Και γρήγορα αναγκάστηκαν να υιοθετήσουν ακόμα μια φράση του Gibbon (για να δικαιολογήσουν τις ενέργειές τους), «να τιμωρήσει του απείθαρχους», τους οποίους (όμως) οι ίδιοι δημιούργησαν με τις ενέργειές τους. Αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός ότι ο κάθε άνθρωπος επιδιώκει να αποδείξει το δίκιο του στην υπόθεση ότι όλος ο κόσμος είναι εχθρός του. Και αν το επαναλαμβάνει αρκετά συχνά και το καθιστά βάση των ενεργειών του είναι αναγκασμένος τελικά να το δεχθεί ως σωστό.
Το ότι δεν μπορούν να αναγνωρίσουν επισήμως οποιονδήποτε λόγο ή αξία ύπαρξης της όποιας μορφής αντιπολίτευσης/αντίδρασης, οφείλεται τόσο στο νοητικό/πνευματικό κόσμο των σοβιετικών ηγετών όσο και στην ιδεολογία τους. Θεωρούν ότι μια τέτοια αντίδραση μπορεί να εκπηγάσει μόνο από τις αδιόρθωτα εχθρικές δυνάμεις ενός «ψυχορραγούντος» καπιταλισμού. Ενόσω αναγνωριζόταν επισήμως ότι υπήρχαν υπολείμματα του καπιταλισμού εντός της Ρωσίας, σαν ένα εσωτερικό της στοιχείο, ήταν δυνατόν να τους αποδίδεται μέρος της ευθύνης για τη διατήρηση της δικτατορικής μορφής της κοινωνίας. Καθώς όμως αυτά τα υπολείμματα διαλύονταν σιγά-σιγά, αυτή η δικαιολογία εξασθενούσε. Και όταν δηλώθηκε επισήμως ότι τελικά καταστράφηκαν, η εν λόγω δικαιολογία εξαφανίστηκε μαζί τους. Αυτό το γεγονός δημιούργησε έναν από τους πιο βασικούς καταναγκασμούς που επηρέασαν το Σοβιετικό καθεστώς: καθώς ο καπιταλισμός δεν υπήρχε πλέον εντός της Ρωσίας και καθώς δεν ήταν δυνατή η παραδοχή ότι θα μπορούσε να υπάρξει σοβαρή και εκτεταμένη αντίδραση στο Κρεμλίνο η οποία να πηγάζει αυθόρμητα από τις απελευθερωμένες μάζες που βρίσκονταν κάτω από την εξουσία του, κατέστη αναγκαίο να δικαιολογηθεί η διατήρηση της δικτατορίας με την επίκληση της απειλής που αντιπροσώπευε ο καπιταλισμός που προερχόταν από το εξωτερικό.
Αυτό έγινε πολύ νωρίς. Το 1924 ο Στάλιν υπερασπίστηκε ειδικά τη διατήρηση των «οργάνων καταπίεσης», εννοώντας, μεταξύ άλλων, το στρατό και τη μυστική αστυνομία, με την αιτιολόγηση ότι «ενόσω υπάρχει η καπιταλιστική περικύκλωση της Ρωσίας θα υπάρχει ο κίνδυνος παρεμβάσεων με όλες τις συνέπειες που εκπηγάζουν από αυτόν.» Σύμφωνα μ’ αυτή τη θεωρία, και από τότε και εις το εξής, όλες οι αντιδραστικές δυνάμεις εντός της Ρωσίας έχουν με συνέπεια χαρακτηριστεί σαν πράκτορες ξένων δυνάμεων αντίδρασης ανταγωνιστικών της σοβιετικής εξουσίας.
Με την ίδια λογική, έχει δοθεί τρομακτική έμφαση στην αρχική Κομμουνιστική υπόθεση του βασικού ανταγωνισμού μεταξύ του καπιταλιστικού και του Σοσιαλιστικού κόσμου. Είναι ξεκάθαρο, από πολλές ενδείξεις, ότι η έμφαση αυτή δεν βασίζεται στην πραγματικότητα. Τα πραγματικά γεγονότα που την αφορούν έχουν συγχυστεί από την ύπαρξη στο εξωτερικό μιας γνήσιας δυσαρέσκειας που προκάλεσε η σοβιετική φιλοσοφία και οι σοβιετικές τακτικές και περιστασιακά η ύπαρξη κέντρων μεγάλης στρατιωτικής ισχύος, συγκεκριμένα του καθεστώτος των Ναζί στη Γερμανία και της Ιαπωνικής Κυβέρνησης στα τέλη της δεκαετίας του 1930, που πράγματι είχαν επιθετικούς σχεδιασμούς εναντίον της ΕΣΣΔ. Όμως, υπάρχουν άπλετες αποδείξεις ότι η ένταση με την οποία η Μόσχα επένδυσε τις απειλές εναντίον της σοβιετικής κοινωνίας που δήθεν προέρχονταν από τον κόσμο πέραν των συνόρων της, δεν βασιζόταν στις πραγματικότητες του διεθνούς ανταγωνισμού αλλά στην αναγκαιότητα να δικαιολογηθεί η διατήρηση της δικτατορικής εξουσίας στο εσωτερικό της χώρας.
Η διατήρηση αυτής της μορφής της σοβιετικής εξουσίας, δηλ. η επιδίωξη απεριόριστης εξουσίας στο εσωτερικό, συνοδευόμενη από την καλλιέργεια του (ημι-αληθούς) μύθου της αδίστακτης εξωτερικής επιθετικότητας, συνετέλεσαν στη διαμόρφωση του πραγματικού μηχανισμού της σοβιετικής εξουσίας όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Τα εσωτερικά όργανα διακυβέρνησης τα οποία δεν εξυπηρετούσαν αυτό τον σκοπό αφέθηκαν να αδρανοποιηθούν, ενώ τα όργανα που τον εξυπηρετούσαν μεγεθύνθηκαν σε υπερθετικό βαθμό. Η ασφάλεια της σοβιετικής εξουσίας εναποτέθηκε στη σιδηρά πειθαρχία του Κομουνιστικού Κόμματος, στην αυστηρότητα και την πανταχού παρουσία της μυστικής αστυνομίας και στο αδιαπραγμάτευτο οικονομικό μονοπώλιο του κράτους. Τα «όργανα καταπίεσης», στα οποία οι σοβιετικοί ηγέτες αναζήτησαν ασφάλεια έναντι των ανταγωνιστικών τους δυνάμεων, έγιναν σε μεγάλο βαθμό οι εξουσιαστές αυτών τους οποίους είχαν καθήκον να υπηρετούν. Σήμερα το μεγαλύτερο μέρος της οργάνωσης της σοβιετικής εξουσίας είναι δεσμευμένο στην τελειοποίηση της δικτατορίας και στη διατήρηση της ιδέας ότι η Ρωσία βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας, με τον «εχθρό» να βρίσκεται διαρκώς προ των πυλών. Και τα εκατομμύρια των ανθρώπων που συνιστούν μέρος αυτής της οργάνωσης εξουσίας πρέπει να υπερασπιστούν με κάθε κόστος αυτή την ιδέα της Ρωσικής θέσης, γιατί χωρίς αυτήν αυτοί οι ίδιοι θα ήταν περιττοί.
Όπως είναι σήμερα η κατάσταση, οι κυβερνήτες δεν μπορούν πλέον να διαχωρίσουν τη θέση τους από τα όργανα καταπίεσης. Το πρόβλημα της απόλυτης εξουσίας, που επιδιώχθηκε επί τρεις δεκαετίες με ένα τρόπο φοβερά αδίστακτο που δεν υπάρχει (τουλάχιστον σε εφαρμογή) όμοιός του στη σύγχρονη εποχή, έχει και πάλι προκαλέσει στο εσωτερικό, όπως είχε κάνει και στο εξωτερικό, σχετική αντίδραση. Οι υπερβολές των οργάνων της αστυνομίας προώθησαν τη δυνητική αντίδραση στο καθεστώς σε κάτι περισσότερο και πιο επικίνδυνο από ότι θα μπορούσε να ήταν πριν αρχίσουν αυτές τις υπερβολές.
Αλλά λιγότερο απ’ όλα τα άλλα, οι κυβερνήτες δεν θα μπορούσαν να κάνουν χωρίς το παραμύθι με το οποίο υπερασπίζουν τη διατήρηση της δικτατορικής τους ισχύος. Γιατί αυτό το παραμύθι αγιοποιήθηκε στη σοβιετική φιλοσοφία από τις υπερβολές που διαπράχθηκαν στο όνομά της, και τώρα προσδεθεί στη σοβιετική σκέψη, με δεσμά πολύ πιο μεγάλα και στέρεα από εκείνα της απλής ιδεολογίας.
Τέλος α’ μέρους
