Ο θάνατος του θανάτου στο έργο του Νταμούρ

Arnold Böcklin – Αυτοπροσωπογραφία με το Θάνατο Βιολιστή, 1872, Βερολίνο.

Συνδιαμόρφωση κειμένου: Γιώργος Κουτσαντώνης και Μιχάλης Θεοδοσιάδης

Αναρωτιέμαι ξανά και ξανά: τι να σκέφτεται άραγε η χήνα…
χοροπηδά, φτεροκοπά, βουτά ξανά στο παιχνίδι:
πως είναι θνητή μήτε που το φαντάζεται…
μήτε τ’ αστραφτερά όπλα της μαγείρισσας θαρρεί.
Ω! Πάπια λευκή μου αδερφή,
εσύ διδάσκεις πως δεν υπάρχει θάνατος:
πεθαίνει μόνο αυτός που σκέφτεται.
Όμως εσύ δεν σκέφτεσαι. Όμορφη είναι η μοίρα σου!
Να σε μαγειρέψουν δεν είναι θλιβερό,
θλιβερό είναι να αναλογίζεσαι πως θα μαγειρευτείς.

(Guido Gozzano, Poesie, Garzanti, Milano 1960)

Πολλοί υποστηρίζουν ότι σε μερικές δεκαετίες, η γενετική, η βιοτεχνολογία, η νανοτεχνολογία, η επιστήμη των υπολογιστών και η ρομποτική θα επιτρέψουν στην ανθρώπινη φυλή να κατευθύνει την εξέλιξή της, ακριβώς όπως το άτομο μπορεί (ενδεχομένως) να αποκτήσει τον έλεγχο του πεπρωμένου του. Σήμερα οι μεταμοσχεύσεις οργάνων είναι σχεδόν επεμβάσεις ρουτίνας, ενώ το φύλο μπορεί να αλλάξει στην κατάλληλη χειρουργική αίθουσα. Πολλές από αυτές τις πρακτικές θεωρούνται ήδη «βασικές» και υποτυπώδεις, ειδικά εάν λάβουμε υπόψη τις υποσχέσεις των βιο/νανοτεχνολογιών για δραστικές παρεμβάσεις στο μέλλον σε μοριακό επίπεδο. Ενώ οι προοπτικές και οι ευκαιρίες για καινοτομία (και κέρδη) συζητούνται πολύ συχνά, τα θεωρητικά αποτελέσματα αυτής της επιστημονικής/τεχνολογικής προόδου σπάνια έρχονται στο προσκήνιο. Πέρα από την εξάλειψη των ασθενειών και τον έλεγχο της διαδικασίας γήρανσης, για κάποιους υποτίθεται ότι έχει ήδη ανοίξει ο ορίζοντας ενός νέου, άγνωστου, κόσμου… αυτού της μετα-ανθρωπότητας των αθανάτων.

Ο Φρανκ Νταμούρ στο βιβλίο «Μακάριοι οι θνητοί γιατί είναι ακόμη ζωντανοί» (εκδόσεις Μάγμα*) κάνει ακριβώς αυτό που, δυστυχώς κατά τη γνώμη μας, γίνεται σπάνια στη δημόσια σφαίρα: ανοίγει στα ίσια και με διεισδυτικό/καυστικό τρόπο αυτή τη συζήτηση διαμέσου δεκατριών επιστολών προς τους επιστήμονες/επιχειρηματίες της εποχής μας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, εκτός των άλλων επιστολών, παρουσιάζει η 10η επιστολή προς τον Λάρι Πέιτζ (της Google/Alphabet Inc). Εδώ με αφορμή τη λειτουργία της εταιρείας Calico και με μια καλή δόση υγιούς ειρωνείας παρουσιάζεται ένα business plan με τίτλο του πρότζεκτ: «Σχέδιο ανάπτυξης μιας ιμορταλιστικής κοινωνίας», τα μέλη της οποίας «θα είναι εθισμένα σε μια συναίσθηση παντοδυναμίας» (Νταμούρ, σ.107). Tα βήματα που προτείνονται είναι τα γνωστά του σύγχρονου οικονομοτεχνικού κόσμου: στόχος, σχεδιασμός, χρονοδιάγραμμα, ανάπτυξη, εκτιμώμενα κέρδη. Το μαρκετίστικο σλόγκαν πρέπει να φαίνεται ιδιοφυές και για να είναι πιασάρικο οφείλει να εκπέμπει μια ορισμένη επαναστατικότητα, επομένως, Πόλεμος ενάντια στον θάνατο! Για τους ιθύνοντες των αγορών και μελλοντικούς επενδυτές το σλόγκαν είναι κομβικό, ακόμη κι αν το ίδιο το εγχείρημα είναι μια κολοσσιαία ανοησία.

Δεν πρέπει, βέβαια, να μας προξενεί καμία έκπληξη το γεγονός ότι ο Νταμούρ συνδέει την ιδέα της αθανασίας με την καπιταλιστική ανάπτυξη. Στην ουσία καί τα δύο ρεύματα έχουν μια κοινή ρίζα, την Φαουστική (όπως θα την αποκαλούσε ο Oswald Spengler στο Η Παρακμή της Δύσης) ιδέα της προόδου, την ολοένα και περαιτέρω αμφισβήτηση των ορίων που θέτει η ίδια η φύση όσο και οι φυσικοί νόμοι, δηλαδή οι νόμοι που καθορίζουν το ηθικό και το ανήθικο. Γνωρίζουμε άλλωστε ότι το κίνημα του Αγγλικού Ρομαντισμού, με βασικούς πρωταγωνιστές τον William Wordsworth, τον Alfred Tennyson και την Emily Brontë, υπήρξε μια από τις σημαντικότερες κραυγές διαμαρτυρίας, τόσο ενάντια στον αχαλίνωτο επιστημονισμό, όσο και στην καπιταλιστική ανάπτυξη (πρόοδο). Οι Ρομαντικοί ήταν οι πρώτοι που με ιδιαίτερα διαυγή τρόπο κατάφεραν να σκιαγραφήσουν τον τρόπο που η κεφαλαιακή εξάπλωση συνέβαλε στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, όπως αναφέρουν τα ποιήματα του William Blake. Ο Peter Lasslet, στο The World We Have Lost περιγράφει τη διάλυση των παραδοσιακών κοινοτήτων κατά τη Βιομηχανική Επανάσταση, και κυρίως, αναλύει τον τρόπο που η καπιταλιστική οργάνωση της οικονομίας συνέτριψε το παραδοσιακό τοπίο της Αγγλίας. Ανάλογη περίπτωση της καταπάτησης της φύσης από την πρόοδο είναι και η οπτιμιστική ιδέα της «συντριβής του θανάτου». Τόσο οι Ρομαντικοί ποιητές όσο και το Paradise Lost του Milton [1], μαζί και φιλοσοφικά έργα της Simone Weil και της Iris Murdoch, προειδοποιούν για την αδυναμία του ανθρώπου να υπερβεί τα όρια που θα τον καταστήσουν θεό στη θέση του θεού. Οι δε Ρομαντικοί μάλιστα έφτασαν μέχρι και στο σημείο να εκθειάζουν τον ίδιο τον θάνατο, ή να μας προτείνουν εξοικείωση (αντί για υπέρβαση) [2].

O Νταμούρ μας καλεί να αναλογιστούμε: πώς θα ήταν πραγματικά ένας κόσμος αθανάτων; Θα είναι σίγουρα ένας κόσμος όπου θα κυριαρχούν οι ισχυροί, όπου μέσα σε λίγες δεκαετίες οι γενιές δεν θα έχουν μεταξύ τους καμία διαφορά. Εάν με τον θάνατο του θεού, όπως σκιαγραφήθηκε από τον Ντοστογιέφσκι και τον Νίτσε, άρχισαν σταδιακά να επιτρέπονται όλα, τότε με τον θάνατο του θανάτου θα γίνουν όλα επιτρεπτά. Άλλωστε, ο φόβος του θανάτου (και, πολύ περισσότερο, του βίαιου θανάτου) με βάση τον Hobbes αποτελεί το πιο ισχυρό χαλινάρι ενάντια στην αμετροέπεια, καθότι καλλιεργεί τη συνείδηση περί ανάγκης προστασίας όχι μόνο από φυσικούς κινδύνους, αλλά πολύ περισσότερο από την ίδια την ανθρώπινη απληστία. Ελάχιστη σημασία έχει, βέβαια, το γεγονός ότι ο Hobbes θεμελίωσε τούτο το αξίωμα πάνω στην ανάγκη ύπαρξης ενός απολυταρχικού καθεστώτος που θα χρησιμοποιεί τη σιδηρά πυγμή του ώστε να χαλιναγωγήσει, με φόβο και ισχύ, τα ανθρώπινα πάθη που εκτρέφουν τάσεις επιθετικότητας και παραβίασης. Άλλωστε η φιλοσοφία του Hobbes αγνοεί τις ιδιότητες του λόγου, και πολύ περισσότερο την ικανότητα που μας προσφέρει να υπερβαίνουμε τη βία, καθότι ο σωματικός καταναγκασμός κρίνεται περιττός όταν η ακοή και οι λέξεις προωθούν την πειθώ, όπως διδάσκουν οι ρεπουμπλικανικές παραδόσεις. Τόσο όμως ο Hobbes όσο και οι ρεπουμπλικανοί – όπως για παράδειγμα ο John Milton – δεν παραβλέπουν ότι ο θάνατος του θανάτου αποτελεί εισιτήριο για έναν κόσμο μαζικής ακολασίας, λιμπερτινισμού και η ατιμωρησίας. Αν με βάση το Paradise Lost του Milton (βλ. υποσημείωση 2) υιοθετήσουμε μια λιγότερο δογματική (από αυτή που προσφέρουν οι θρησκείες) προσέγγιση στην έννοια του θεού, αν με άλλα λόγια θεωρήσουμε ότι ο θεός δεν είναι παρά τα ίδια τα όρια που διαχωρίζουν την αρετή από την ύβρη, τότε κατανοούμε πως η απουσία του θεού, όπως την σοφίστηκαν οι προοδευτικοί, δεν αποτελεί τίποτα παρά μια συνεχόμενη μέθη, υπερβολή, παραβίαση, που θα καταστήσει τον λόγο περιττό, καθώς η ανάγκη να ακούμε, να σκεφτόμαστε και να κατανοούμε τους συλλογισμούς των ανθρώπων γύρω μας δεν θα έχει καμία ουσία. Έτσι, ο θάνατος του θεού (των ορίων) συνεπάγεται και τον θάνατο του θανάτου. Τα όρια, με άλλα λόγια, παύουν να είναι διακριτά ενώ η παραβατικότητα νομιμοποιείται. Ο βίαιος θάνατος, ο ωφελιμισμός και η επιθετικότητα θα καταστούν μόνιμη νόρμα! Βλέπουμε λοιπόν ότι το πέρασμα από τον θάνατο του θεού στον θάνατο του θανάτου δεν αποτελεί παρά μια συνεκτική εξέλιξη της ίδιας ιδεολογίας της προόδου. Με άλλα λόγια, όσοι με πάθος χειροκρότησαν τον θάνατο του θεού (τους οποίους ακόμα και ο – κάθε άλλο παρά θρησκευόμενος – Νίτσε χλεύασε) κατά τη νεωτερικότητα δεν είναι άλλοι από αυτούς που στο άμεσο μέλλον θα υποκλίνονται μπροστά στα επιστημονικά επιτεύγματα περί αθανασίας, με όλες τις άμεσες συνέπειες στην ανθρωπότητα.

Πολύ περισσότερο, όμως, θα πρέπει να μας απασχολεί το γεγονός ότι η αθανασία του ανθρώπου συνεπάγεται και το τέλος των γεννήσεων, καθότι οι νέοι άνθρωποι θα είναι περιττοί. Όμως ο Νταμούρ αναρωτιέται:

«Ποιος θα ’θελε να ζήσει σ’ έναν κόσμο δίχως παιδιά; Μπορείτε να μου βρείτε έναν καλύτερο ορισμό της κόλασης;» […] σε τελική ανάλυση για ποιον λόγο ζούμε μαζί, αν δεν πεθαίνουμε μαζί; το μόνο που θα ’χαμε από κοινού, στην τελευταία αυτή περίπτωση, θα ήταν η αθανασία και παντοδυναμία μας. Έλα όμως που δεν είμαστε θεοί του Ολύμπου, όντα δίχως προγόνους κι απογόνους! Έχετε προσέξει ότι τα παιδιά των θεών γεννιούνται ήδη ενήλικα, ως ισχυρά άλτερ έγκο των γονιών τους; Τα αθάνατα όντα δεν τεκνοποιούν. Τους αρκεί ο εαυτός τους, καθώς συνιστούν τον ίδιο κλειστό τους ιδιόκοσμο. Κλειστό σα νεκροταφείο».

Πέρα από το ότι, εν μέρει, αποκαλύπτεται το άκρως θεωρητικό, στα όρια της επιστημονικής φαντασίας, σχέδιο της «αθανασίας», οι φιλοσοφικοί προβληματισμοί του βιβλίου είναι ιδιαίτερα αξιόλογοι. Με βήματα λογικά και σταθερά ξεμπροστιάζεται η υποκρισία των δισεκατομμυριούχων φιλάνθρωπων, των αυτοδημιούργητων, που επιθυμούν να απαλλάξουν την ανθρωπότητα από τον θάνατο και, ασφαλώς για το «καλό» της, να της προσφέρουν τον μονιμότερο εφιάλτη όλων των εποχών. Ας σκεφτούμε τούτο τον συλλογισμό με προσοχή: H γέννηση και η βιολογική/κοινωνική φροντίδα από τους γονείς μας είναι ένα τεράστιο δώρο καταγωγής, κανείς δεν γεννιέται από μόνος του. Ο άνθρωπος δεν είναι λογισμικό που μπορεί να προγραμματιστεί από το μηδέν. Όπως πολύ σωστά είχε επισημάνει ο Ντοστογιέφσκι (Το Υπόγειο) -προειδοποιώντας μάλιστα για τους κινδύνους του ολοκληρωτισμού- των ανθρώπων οι ζωές δεν είναι πλήκτρα ενός πιάνου που ανάλογα με τη χρήση τους παράγουν τις επιθυμητές μελωδίες. Είναι η παρατεταμένη εξάρτηση του νεογνού από τους γεννήτορές του που αποτελεί χαρακτηριστικό του είδους μας. Το ίδιο ισχύει και για την αλληλεπίδραση μεταξύ θνητών που μας δίνει την αίσθηση της περατότητας, των ορίων και της ταπεινότητας. Κανείς δεν περπατά μονάχος σαν αθάνατος Χαϊλάντερ, ακριβώς γιατί έχει επίγνωση του θανάτου. Άλλωστε αποτελεί ακόμη μια κολοσσιαία ανοησία η πίστη ότι o νους για τον εγκέφαλο είναι απλά ό,τι το λογισμικό για τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Όσοι φαντάζονται ή βασίζουν τις μελλοντικές ελπίδες τους στην μεταγραφή του εγκεφάλου τους σε ένα στικάκι είναι βαθιά γελασμένοι. Εξαιτίας των φυσικών/βιολογικών ορίων, που δεν θα αναλύσουμε εδώ, αλλά κυρίως γιατί -κατά την «απανθρωποποιητική» και εφιαλτική αυτή μεταγραφή- θα απωλέσουν τη σημαντικότερη «πληροφορία».

Ο Νταμούρ, ωστόσο, γνωρίζει ότι η χήνα του Google (βλ. το ποιήμα του Gozzano) χοροπηδά, φτεροκοπά, βουτά ξανά στο παιχνίδι του ναρκισσισμού και της ματαιοδοξίας, που στην εποχή μας γεννάει χρυσά αυγά, και κλείνει την επιστολή με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αναφέρει το βασικότερο στοιχείο που λείπει από τους περισσότερους επιχειρηματικούς σχεδιασμούς μεγάλης κλίμακας, ειδικά στον κόσμο της υπερσύγχρονης καινοτομίας. Εκτός από την αλληλουχία: ιδέα – στόχος – σχεδιασμός – χρονοδιάγραμμα – ανάπτυξη – εκτιμώμενα κέρδη, υπάρχουν πάντα και οι συνέπειες/ζημιές για την κοινωνία συνολικά. Σήμερα, όπως και στο βιβλίο, κυρίως γι’ αυτές θα έπρεπε να μιλάμε, ώστε να κρατήσουμε τη σωστή στάση μέσα στον ωκεανό των διαθέσιμων επιλογών.

Τους προηγούμενους αιώνες έγινε πολύς λόγος για όλα εκείνα που, ως άνθρωποι, δεν μπορούμε να υπερβούμε. Γιατί υπάρχουν εμπόδια που θέτει η φύση, η γλώσσα αλλά και η μάσκα, δηλαδή το πρόσωπό μας. Σε ό,τι αφορά τη μάσκα, κατά τα λεγόμενα του Spengler: «το πρόσωπον [3], στην όψιμη ελληνική και τη ρωμαϊκή χρήση της γλώσσας, σημαίνει τη δημόσια εμφάνιση και τη χειρονομία και κατά συνέπεια τον πραγματικό πυρήνα του χαρακτήρα του αρχαίου ανθρώπου». Ας σκεφτούμε ότι μέσα από τις τεχνοεπιστήμες αναδύονται χιλιάδες νέες μάσκες και χειρονομίες. Στη σύγχρονη -μαζική και παγκοσμιοποιημένη- σκηνή, οι ανθρώπινοι ρόλοι έχουν χαθεί, σχεδόν ολοκληρωτικά. Σε τούτη τη σκηνή υπάρχουν μόνο χαρακτήρες (προσωπεία) που, σε ένα όργιο υπερέκθεσης, διαφημίζουν τον επίπλαστο εαυτό τους και τα προϊόντα τους. Πλέον όλα παρουσιάζονται ωσάν από πριν «γνωστά»: είναι απλά θέμα χρόνου η επόμενη υπέρβαση, το επόμενο μεγάλο άλμα. Όπως το φαντασμαγορικό άλμα στην αθανασία του ανθρώπου. Για τους καινοτόμους διαφημιστές, η εποχή της αχαλίνωτης τεχνομαγείας είναι ήδη εδώ…ζήτημα ετών.

Θα χρειαστεί να αποστασιοποιηθούμε από την «επιστημονική» μελλοντολογία, να σταθούμε μια στιγμή ατάραχοι και ανεπηρέαστοι από τα εμπορικά ταχταρίσματα. Τότε θα αντιληφθούμε ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στα αλλοπρόσαλλα πρότζεκτ. Είναι η βαθύτερη κλασική γνώση που σταδιακά χάνεται (μαζί της και η καντιανή καθαρή διάνοια), αλλά και το βάθος/εύρος των ανθρώπινων συναισθημάτων. Δεδομένου ότι σήμερα οι σχέσεις μας είναι κυρίως εμπορικού τύπου, οι συνέπειες, για τον άνθρωπο, είναι άγνωστες. Σταδιακά ξεχνιούνται αυτά που πάντα ήδη γνωρίζαμε για τα πράγματα, έτσι μοιάζει να έχουμε χαθεί στην (υπερ)θεαματική πολλαπλότητα των επιλογών, οι οποίες στην πραγματικότητα είναι εξαιρετικά περιορισμένες προεπιλογές. Λόγω της απώλειας των εργαλείων μελέτης, απομακρυνόμαστε από τη θεώρηση των συνεπειών. Γινόμαστε τη μια εύπιστοι θεατές, της πιο εντυπωσιακής μάσκας, και την άλλη υπερφίαλοι κομπάρσοι στο κωμικοτραγικό θεατρικό που βρίσκεται σε εξέλιξη ανά τον κόσμο. Καταλήγουμε να βλέπουμε όλα τα γεγονότα, σημαντικά ή ασήμαντα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο: αρχικά στιγμιαία συναισθήματα, μετά ορισμένες ακτιβιστικές/ανθρωπιστικές αναλαμπές και τέλος επιστροφή σε μια εκνευριστική ελαφρότητα. Χωρίς συνέχεια και μελέτη και πάνω απ’ όλα, χωρίς αλλαγή στάσης ζωής.

«Δεν αγαπούμε, ίσως, αρκετά τη ζωή; Έχετε παρατηρήσει πώς μόνο ο θάνατος αφυπνίζει τα συναισθήματά μας. Πώς αγαπούμε τους φίλους που μόλις μας άφησαν ή όχι; Πόσο θαυμάζουμε του κυρίους μας που πια δεν μιλούν κι έχουν το στόμα γεμάτο χώμα;»  (Αλμπέρ Καμύ – Η Πτώση)

Ενώ θα διατηρήσουμε τη θνητότητά μας, κατά τα φαινόμενα, τον αιώνα που διανύουμε θα κληθούμε, να απαντήσουμε σε ορισμένα αρχαία ερωτήματα. Αποτελεί η φιλοσοφία, και ειδικότερα η ηθική, μια βιωματική δραστηριότητα που οδηγεί σε επιλογές, ή είναι απλή θεωρία; Μπορούμε επομένως να αναλάβουμε ρόλους βλέποντας ότι έχει ήδη φτάσει η ώρα σημαντικών αξιολογήσεων και αποφάσεων; Με άλλα λόγια, είμαστε σε θέση να υπερβούμε το χαρακτήρα μας, ώστε, με φρόνηση, να θέσουμε και να αποδεχτούμε όρια; Έχουμε αποθέματα συνείδησης ώστε να αλλάξουμε στάση ζωής; Ερωτήματα πολύ σημαντικά στις μέρες μας όπου γιγαντώνεται -ταχύτατα και βίαια- μια κουλτούρα αέναης προόδου και ασύδοτης παντοδυναμίας του ανθρώπου: απέναντι στο ίδιο το είδος του και απέναντι στη φύση. Μια θλιβερή κουλτούρα που, εκτός από ορισμένους ανώριμους, αδίστακτους και απερίσκεπτους τσαρλατάνους, συνολικά, δεν ωφελεί καθόλου την ανθρωπότητα.


[1] Όταν ακόμα στον Παράδεισο ο Αδάμ ζητά από τον Αρχάγγελο Ραφαέλ να του εκμυστηρευτεί τη δημιουργία του κόσμου, ο Ραφαέλ τον προειδοποιεί ότι παρότι η επιθυμία του είναι δεκτή από το θεό, την ίδια στιγμή ορισμένες λεπτομέρειες οφείλουν να μείνουν κρυφές: ‘remain within bounds; beyond abstain / To ask, nor let thine own inventions hope / Things not revealed, which the invisible king / Only omniscient, hath suppressed in night / To none communicable in earth or heaven’ (Paradise Lost, τόμος 6). Η γνώση, στο έργο του Milton, δεν συμβολίζει τίποτα περισσότερο από την ανθρώπινη περιέργεια, στον πειρασμό της οποίας έχει ήδη υποπέσει ο Αδάμ. Η πλήρης κατάκτηση της γνώσης, ωστόσο, θα προέλθει μόνο μέσω του απαγορευμένου καρπού, και συνεπώς, μέσω του θανάτου (δεδομένου ότι η αποβολή των πρωτόπλαστων από τον παράδεισο συμβολίζει και την είσοδό τους στον κόσμο των θνητών). Στην Πουριτανική σκέψη του Milton ο θάνατος και η γνώση είναι έννοιες αλληλένδετες: ουδείς μπορεί να δεχτεί το πρώτο δίχως το δεύτερο!

[2] H Brontë συγκεκριμένα στο ποίημα Self-Interrogation μιλά για τον θάνατο ως κάτι το αναπόφευκτο: «’Time stands before the door of Death, / Upbraiding bitterly; / And Conscience, with exhaustless breath, / Pours black reproach on me». Εφόσον κανείς δεν νικά τον θάνατο, είναι άσκοπο να θλίβεται με όσους πεθαίνουν: «’Look on the grave, where thou must sleep, / Thy last, and strongest foe; / It is endurance not to weep, / If that repose seems woe». Με άλλα λόγια, μόνο η αντίσταση στη θλίψη που προκαλεί ο θάνατος, κυρίως μέσα από την αντοχή (endurance) και την εξοικείωση με τούτο το φαινόμενο, μπορούμε να απαλλαγούμε από τον φόβο!

[3] Αυτή τη λέξη στα αρχαιότερα ελληνικά σήμαινε πρόσωπο, όψη και αργότερα –στην Αθήνα- μάσκα. Ο Αριστοτέλης δεν γνώριζε ακόμη τη λέξη με τη σημασία του «προσώπου» (ατόμου, προσωπικότητας). Μόνον αργότερα, στην αυτοκρατορική περίοδο, η νομική έκφραση persona – ετρουσκικής προέλευσης-, που αρχικά σήμαινε τη μάσκα στο θέατρο και στη συνέχεια έδωσε και στην ελληνική λέξη πρόσωπον τη μεστή ρωμαϊκή σημασία της. Πρβλ. R.Hirzel, Die Person (1914), σελ. 40 κ.ε.

*Σύντομη έκδοση, αυτού του κειμένου, με τίτλο «Οι μακάριοι θνητοί και τα χρυσά αυγά», θα βρείτε στη σελίδα του εκδότη: Εκδόσεις Μάγμα