Pietro Pajetta, “Odio (Hatred)”, 1896

Προλογισμός και μετάφραση: Γιώργος Κουτσαντώνης και Μιχάλης Θεοδοσιάδης

Υπάρχει, ανέκαθεν, η καταδίκη του παρόντος που κάποτε συνοδεύεται από την εξύμνηση του ένδοξου παρελθόντος, συχνά υποκινούμενη από τη νοσταλγία. Υπάρχει, επίσης, η αποθέωση του σήμερα, αλλά και αλλού η καθολική απόρριψη, κάθε ιστορίας, ενόψει εκείνου του αύριο που οσονούπω έρχεται. Όμως, το ανθρώπινο πνεύμα, ποτέ στο παρελθόν δεν αρνήθηκε την ύπαρξη του καλού και της αλήθειας – τουλάχιστον στο βαθμό που εκφράζεται σήμερα αυτή η άρνηση. Από την αρχαιότητα, σε κάθε βήμα του ο άνθρωπος, είχε μέσα του βαθιά ριζωμένες αυτές τις έννοιες: το καλό της πόλεως και την καλή πράξη του χριστιανού… Σήμερα, όπως και στο παρελθόν, ενώ στον κόσμο μας συνεχίζουν να λειτουργούν οι ίδιες σταθερές κατηγορίες, περί αλήθειας και καλού, κάποιοι -με τη σκέψη τους δήθεν πλαισιωμένη στις πολιτικές της κοινωνικής δικαιοσύνης, του “εξανθρωπισμού”, των ταυτοτήτων και των δικαιωμάτων- δείχνουν είτε να τις αγνοούν, είτε να θεωρούν ότι δεν τις χρειάζονται όταν πηγάζουν από το παρελθόν. Αυτό γιατί οι ίδιοι νομίζουν ότι έχουν πλέον ξυπνήσει από τον παρατεταμένο λήθαργο της οπισθοδρόμησης και ότι τώρα έφτασε η ώρα της απέκδυσης του παρελθόντος από τις αμαρτίες του. Συχνά πυκνά η αποστροφή από το παρελθόν είναι προϊόν της μεταμοντέρνας ιδεολογίας, η οποία επικαλείται τους καταπιεσμένους, υποδυόμενη τον ρόλο του θύματος, ενώ στην πραγματικότητα είναι κυρίαρχη. Ωστόσο, αυτό που έγραψε ο Romano Battaglia, «η ζωή φέρνει στο νου πράγματα που θα θέλαμε να ξεχάσουμε και έτσι το παρόν μας μοιάζει πικραμένο από το παρελθόν», δείχνει πόσο μερική μπορεί να είναι η αντίληψη της ιστορικής αλήθειας. Δείχνει ακόμη, όπως θα δούμε στο κείμενο που ακολουθεί, ότι αυτή η αίσθηση οδηγεί και στην εύκολη λύση, που είναι η μηδενιστικά λυτρωτική διαγραφή του ανήθικου παρελθόντος. Δίχως να ασπαζόμαστε αυτούσιο το παρελθόν, όσα ακολουθούν μας καλούν, από χριστιανική σκοπιά, να το δούμε κριτικά: τι πραγματικά αξίζει να συντηρήσουμε και τι από όσα θα κρατήσουμε πρέπει να διορθώσουμε; Τι πρέπει να απορρίψουμε, δίνοντας χώρο σε κάτι άλλο;

— / —

Είμαστε περισσότερο ηθικοί από τους προγόνους μας;

Το ερώτημα αυτό αναδύεται μέσα από όλο αυτό το κύμα «εικονοκλασίας» που κατακλύζει τις ΗΠΑ, την ώρα που ο όχλος βανδαλίζει και κατεδαφίζει μνημεία που παραπέμπουν στη Συνομοσπονδία[1], καθώς και αγάλματα, όπως του Αγίου Junípero Serra, του Miguel de Cervantes και του George Washington, του Thomas Jefferson και του Ulysses S. Grant, μεταξύ άλλων. Δίχως κανέναν απολύτως ενδοιασμό, οι νεαροί «εικονοκλάστες», πείθουν τον εαυτό τους ότι έχουν το δικαίωμα να αμφισβητούν τα σύμβολα ενός «ηθικά χρεοκοπημένου παρελθόντος» και, ταυτόχρονα, να τα απομακρύνουν, όταν οι ίδιοι κρίνουν πως κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο.

Εύκολα μπορεί κανείς να ασκήσει κριτική σε αυτή τη δογματική τους βεβαιότητα, περί ηθικής ανωτερότητας του παρόντος. Πιο συγκεκριμένα, για τους χριστιανούς δεν αποτελεί τίποτα άλλο από άρνηση της ύπαρξης αμαρτίας, η οποία (στη δική τους σκέψη) είναι απόλυτα συνυφασμένη με την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη. Η διδασκαλία της Βίβλου δεν δέχεται αυτό που ο C. S. Lewis αποκαλούσε «χρονολογική υπεροψία», δηλαδή την αδικαιολόγητη αίσθηση υπεροχής που μπορεί κανείς να αισθάνεται για το παρόν απέναντι στο παρελθόν. Το στίγμα της τέλεσης ανήθικων πράξεων, που φέρουν οι πρωτόπλαστοι, ισχύει για τους ανθρώπους κάθε εποχής. Επιπλέον, από την Πτώση μέχρι και σήμερα δεν καταγράφεται κάποια γραμμική ηθική πρόοδος, ώστε να μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι μελλοντικές γενιές θα είναι ακόμη πιο ηθικές.

Ωστόσο, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς για ποιόν λόγο οι νέοι ριζοσπάστες δίνουν τόση σημασία στις «αμαρτίες» του αμερικάνικου παρελθόντος: το δουλοκτητικό καθεστώς βρίσκονταν κάτω από τη Συνταγματική νομιμότητα για περίπου έναν αιώνα, και ακολουθούσε μίαν άλλη «αμαρτία», το de jure φυλετικό απαρτχάιντ στον Νότο. Όλα αυτά ήταν τερατωδίες με την πλήρη σημασία της λέξης. Οι πρόγονοί μας ανέχτηκαν και, σε ορισμένες περιπτώσεις, υπερασπίστηκαν με πάθος όλες αυτές τις ηθικές παραβιάσεις. Εμείς, από την άλλη, καλούμαστε να διορθώσουμε αυτά τα σφάλματα. Το συμπέρασμα που βγαίνει από εδώ είναι το εξής: το παρελθόν δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια μαζική φρίκη, ενώ εμείς είμαστε πραγματικά πιο ηθικοί από τους προγόνους μας (όπως ακριβώς διατείνονται οι «εικονοκλάστες» σήμερα).

Ποιά απάντηση θα μπορούσε να δοθεί σε αυτό το ζήτημα από μια χριστιανική οπτική γωνία; Δεν μπορούμε να αρκεστούμε στην ιδέα του προπατορικού αμαρτήματος και μόνο. Παρότι η έννοια της αμαρτίας αφορά όλες τις γενιές, κάτι τέτοιο δεν συνεπάγεται ότι οι χριστιανοί πρέπει να υπερασπίζονται κάθε άγαλμα μόνο και μόνο επειδή θυμίζει το παρελθόν. Ο χριστιανισμός απεχθάνεται τόσο την «χρονολογική υπεροψία», όσο και το αίσθημα κατωτερότητας. Κατηγορηματικά, ο χριστιανισμός δεν είναι μια θρησκεία λατρείας των προγόνων: «εἰδότες ὅτι οὐ φθαρτοῖς, ἀργυρίῳ ἢ χρυσίῳ, ἐλυτρώθητε ἐκ τῆς ματαίας ὑμῶν ἀναστροφῆς πατροπαραδότου» (‘Α Επιστολή Πέτρου. 1,18). Μπορούμε να ασκούμε κριτική στο παρελθόν. Μπορούμε να καταδικάσουμε τα κρίματα και αδικήματά του.

Ωστόσο, αυτό που μας απασχολεί με την «εικονοκλασία» του σήμερα δεν είναι η κριτική που ασκεί στο παρελθόν. Διότι, αυτή η κριτική αποτυγχάνει να αναγνωρίσει ιδέες που παραμένουν αναλλοίωτες στο χρόνο, ιδέες που επιτρέπουν στο ίδιο το παρελθόν να αμφισβητηθεί. Το κίνημα έχει παραστρατήσει, συνθλίβοντας παραδοσιακά σύμβολα ηθικής τα οποία θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως πηγές ηθικής σοφίας. Αυτό που βλέπουμε είναι η ανόητη βεβήλωση προσωπικοτήτων, όπως οι Serra και Grant, οι οποίοι στην εποχή τους αναγνωρίστηκαν για την συμπόνια τους απέναντι στα θύματα της ιστορίας. Παρατηρούμε, επίσης, αυτή την τάση, στα προγράμματα σπουδών της λεγόμενης αφυπνιστικής εκπαιδευτικής πλατφόρμας[2] (K-12 curricular revolution) όπου: «ολόκληρος ο δυτικός Κανόνας (Canon)», λέει η Ομάδα Εργασίας Πολιτιστικής Ευαισθητοποίησης και Ανταπόκρισης της Νέας Υόρκης, «είναι γεμάτος με τρομακτικές ιστορίες και φρικαλεότητες για το ποιοι είμαστε ως έγχρωμοι.» (Ο Max Eden του City Journal έχει καταγράψει πολλά τέτοια αφυπνιστικά καλέσματα.)

Ένα κίνημα που δεν μπορεί να κάνει μια ηθική διάκριση ανάμεσα στους Serra ή Grant, αφενός, και του John C. Calhoun, αφετέρου, δεν είναι ένα κίνημα που συνδέεται με την πραγματικότητα. Παρομοίως, ένα κίνημα που βρίσκει ελάχιστη η καμία αξία, για την καταπολέμηση του ρατσισμού, στον δυτικό Κανόνα, είναι ένα κίνημα που έχει κηρύξει πόλεμο στην αλήθεια. Όπως έγραψε ο Ιταλός Καθολικός φιλόσοφος Augusto Del Noce, για την εξέγερση του 1968, αυτό το κίνημα «γίνεται μια παράλογη εξέγερση ενάντια σε αυτό που υπάρχει. Μια μορφή ανιστορικού ακτιβισμού που δεν μπορεί να διακρίνει τι είναι θετικό και τι είναι αρνητικό στην υπάρχουσα πραγματικότητα.»

Εάν το παρελθόν αξίζει συνοπτική και απόλυτη καταδίκη, εάν οι πρόγονοί μας έκαναν λάθος σε όλα και ήταν λιγότερο ηθικοί από εμάς, από κάθε άποψη, τότε η παρούσα στιγμή – συμπεριλαμβανομένης της πραγματικής φυλετικής προόδου που έχουμε σημειώσει – είναι εξίσου ασταθής και αναξιόπιστη, διότι η ίδια η πραγματικότητα είναι αναξιόπιστη.

Αυτό είναι το πρόβλημα με την πλαισίωση των κοινωνικών κινημάτων σε ένα φάσμα αντίδρασης-προόδου και όχι αλήθειας-ψευδούς, όπως έκαναν οι προηγούμενες παραδόσεις. Στο φάσμα αλήθειας-ψεύδους, οι ενέργειες μιας ιστορικής φιγούρας ήταν, είτε σωστές, είτε λανθασμένες, με βάση τα κριτήρια ενός σταθερού, αντικειμενικού και καθολικού προτύπου. Πολλές από τις ενέργειες των προγόνων μας ήταν ένα μείγμα καλού και κακού – όπως και με τους ηθοποιούς στην εποχή μας. Όμως, στο φάσμα της αντίδρασης-προόδου, που είναι προϊόν του Διαφωτισμού και ιδιαίτερα του ριζοσπαστικού δέκατου ένατου αιώνα, η προσδοκία είναι ότι το ίδιο το κίνημα αναθεώρησης της ιστορίας θα μειώσει το μερίδιο του κακού στον κόσμο και το παρελθόν θα κριθεί καταδικαστέο απλά και μόνο επειδή είναι παρελθόν.

Ο ηθικός κίνδυνος αυτού του σκεπτικού θα έπρεπε να είναι προφανής. Είναι δελεαστικό και πανεύκολο να αναγνωριστούν τα κακά του παρελθόντος· πολύ λιγότερο ελκυστικό, και εξαιρετικά δύσκολο, είναι να αναγνωρίσουμε τους δαίμονες της δικής μας εποχής: παράδειγμα αποτελεί η ταξικά προσδιορισμένη οικονομική καταπίεση, την οποία παρακάμπτει ή ακόμη και νομιμοποιεί η φιλο-εταιρική και φυλετική ιδεολογία. Η προοδευτική στάση που βλέπει τους προγόνους μας με απόλυτη περιφρόνηση, χρησιμεύει ως ένα είδος ιδεολογικής υπνώτισης μιας γενιάς που ισχυρίζεται ότι είναι αφυπνισμένη.

Του Sohrab Ahmari, για το First Things.


[1] ΣτΜ.: Οι Συνομόσπονδες Πολιτείες (Confederate States) σχηματίστηκαν το 1861 από έντεκα νότιες πολιτείες των ΗΠΑ, οι οποίες είχαν κηρύξει την απόσχισή τους από τις Ηνωμένες Πολιτείες με στόχο να προστατέψουν το καθεστώς δουλοκτησίας.

[2] ΣτΜ.: Πρόκειται για εκπαιδευτικές στρατηγικές που, κατά τα λεγόμενα των φορέων τους, αγκαλιάζουν τις ταυτότητες των μαθητών και βλέπουν τη διαφορετικότητα ως τρόπο αναζήτησης και ως πηγή γνώσης. Για περισσότερα: https://www.schools.nyc.gov/about-us/vision-and-mission/culturally-responsive-sustaining-education