Σε ολόκληρη τη ζωή του, είναι γνωστό ότι ο Παναγιώτης Κονδύλης (1943-1998) επέδειξε έντονο ενδιαφέρον για τα ελληνικά ζητήματα, πράγμα εμφανές από το πλούσιο εκδοτικό και μεταφραστικό του έργο, την αρθρογραφία του, καθώς και από το γεγονός ότι, εκδίδοντας τα έργα του στην ελληνική και σε μετάφραση του ιδίου, προσέθετε συχνά και έναν πρόλογο ή επίμετρο, με ειδική αναφορά στα της Ελλάδας. Μεταξύ των ενδιαφερόντων του, ήταν και η μελέτη της ιδεολογίας και ειδικότερα, των ιδεολογικών σχημάτων που αναπτύχθηκαν και άσκησαν επίδραση στο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι της χώρας μας. Ας υπενθυμίσουμε εδώ ότι, για τον Παναγιώτη Κονδύλη, οι ιδέες έχουν πολεμική λειτουργία, δε συναντώνται ποτέ στην «καθαρή» τους μορφή, παρά η «ουσία» της εκάστοτε ιδέας μπορεί να γίνει αντιληπτή μονάχα εντός του ευρύτερου ιστορικού και κοινωνικού πλαισίου εντός του οποίου χρησιμοποιήθηκε από τους φορείς της, πάντοτε με στόχο την απόκτηση μεγαλύτερης ισχύος σε σχέση με κάποιον υπαρκτό αντίπαλο. Σύμφωνα με τον Κονδύλη:

«Ο καλύτερος τρόπος για να κατανοήσουμε μια φιλοσοφία μέσα από το πρίσμα της ιστορίας των ιδεών είναι, επομένως, να καθορίσουμε με σαφήνεια τον αντίπαλό της και να σταθμίσουμε τι πρέπει και τι θέλει να αποδείξει, για να θέσει αυτόν τον αντίπαλο εκτός μάχης. Στην πολεμική όλων εναντίον όλων (δηλ. των φιλοσοφικών κομμάτων συναμεταξύ τους) γεννιέται- ανάλογα με τον στόχο της πολεμικής και το εκάστοτε ιδεώδες της- η πολλαπλότητα των θεμάτων πάνω σε ένα και μόνο θέμα, δηλ. πάνω στο θεμελιώδες πρόβλημα, που γύρω του στρέφεται η πολεμική».

Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η κονδυλική μεθοδολογία. Όσα θα αναφερθούν στη συνέχεια, προέρχονται από το κείμενο «Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία», το οποίο υπήρξε η εισαγωγή του Κονδύλη στην ελληνική έκδοση της πραγματείας του Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού (Der Niedergang der bürgerlichen Denkund Lebensform, 1991). Σε εκείνη την εισαγωγή αναζητείται η απάντηση στο ερώτημα ποιες υπήρξαν οι κύριες εθνικά ιδεολογικές ζυμώσεις εντός του νεώτερου ελληνισμού.

Από πολύ νωρίς, η κύρια ιδεολογία που εξέφραζε τις εθνικές διεκδικήσεις των Νεοελλήνων, ήταν ο ελληνοκεντρισμός, ο οποίος πήρε δύο θεμελιώδεις μορφές. Σύμφωνα με τον Κονδύλη, η πρώτη μορφή αυτής της ιδεολογίας (και συνάμα η πρώτη μορφή της σύγχρονης εθνικής αυτοσυνειδησίας) ήταν ο αρχαιολατρικός ελληνοκεντρισμός Αυτός ο ελληνοκεντρισμός ήταν αστικοεθνικός, στηρίχθηκε σε έναν ουμανισμό/κλασικισμό και εκφράστηκε κυρίως από τα ελληνικά αστικά στρώματα (ιδιαίτερα τους εμπόρους) που ζούσαν στη Δυτική Ευρώπη τον 18ο αιώνα, ήταν ευνοϊκά διακείμενα απέναντι στον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και μάλλον αρνητικά απέναντι στην Ορθόδοξη Εκκλησία, καθώς και οτιδήποτε το «βυζαντινό». Αυτή η εναντίωση στην (επίσημη) Εκκλησία δε μαρτυρούσε βέβαια κάποια έκδηλη αντιχριστιανική νοοτροπία εκ μέρους τους, αλλά αντίθετα συμβάδιζε με την καταγγελία των υπαρκτών εκκλησιαστικών θεσμών στο όνομα ενός «αυθεντικού Χριστιανισμού», όπως ακριβώς είχε κάνει προηγουμένως ο Διαφωτισμός στη Δύση.

Αυτά τα αστικά στρώματα έτειναν να προβάλλουν τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό ως πρότυπο με διαχρονική και πανανθρώπινη σημασία, φρονώντας ότι θα μπορούσε να θεμελιωθεί εκεί η αναγέννηση του ελληνικού έθνους. Φυσικά, αυτή η ιδεολογία δε διέθετε ιδιαίτερη πρωτοτυπία, αλλά απλώς ακολουθούσε την ανακάλυψη του πολιτισμού της αρχαίας Ελλάδας και την ανάπτυξη του ουμανισμού και του κλασικισμού, στη Δυτική Ευρώπη. Ωστόσο, αυτή η εθνική ιδεολογία δεν εισήχθη ποτέ «αυτούσια» στον ελλαδικό χώρο. Μονάχα αφού το περιεχόμενό της είχε μεθερμηνευτεί σημαντικά, αναμειγνυόμενο με πατριαρχικά και προ-αστικά κριτήρια, καθώς υιοθετήθηκε από κοινωνικά στρώματα ξένα προς αυτή και διευρύνθηκε, περνώντας από τον μονομερή θαυμασμό του αρχαιοελληνικού πολιτισμού στη συμπερίληψη του ιστορικού βυζαντινού πολιτισμού και της θεσμικής Εκκλησίας με τα χριστιανικά ιδεώδη της. Έχουμε λοιπόν δύο κύριες μορφές ελληνοκεντρισμού: τον «αρχαιοελληνικό» και τον «ελληνοχριστιανικό». Ο πρώτος στηρίχθηκε στην καταγωγή από την αρχαία Ελλάδα, ενώ ο δεύτερος διεκδικούσε την αδιάσπαστη συνέχεια από την αρχαία Ελλάδα μέχρι το Βυζάντιο και τη νεώτερη εποχή. Βέβαια, είναι αλήθεια το γεγονός ότι η Εκκλησία αποτέλεσε ενοποιητικός παράγοντας για το ελληνικό έθνος, ωστόσο αυτή η προσφορά της αναδείχθηκε μονάχα όταν και αφού η σημασία του έθνους είχε έρθει στο ιστορικό προσκήνιο και επομένως η Ελλαδική (πλέον) Εκκλησία δε μπορούσε να κάνει διαφορετικά, οπότε και αναγνωρίσθηκε ως ο στυλοβάτης του.

Ο Κονδύλης υπογραμμίζει ότι, όμοια με τον αρχαιολατρικό ελληνοκεντρισμό, ο ελληνοχριστιανισμός δε δημιουργήθηκε εντελώς στο κενό αλλά στηρίχθηκε επίσης σε ευρωπαϊκές τάσεις, και συγκεκριμένα, στην εποχή της Παλινόρθωσης της μοναρχίας, όταν επιχειρήθηκε η σύνδεση των αρχαιοελληνικών ιδανικών με τις χριστιανικές αξίες του φεουδαλικού κόσμου, προκειμένου να εξουδετερωθούν οι αξιώσεις του ιακωβινισμού περί έμπνευσης από την αρχαία Ελλάδα. Τελικά, ο ελληνοχριστιανικός ελληνοκεντρικός επικράτησε έναντι του αρχαιοελληνικού και υπήρξε βασικά η κυρίαρχη εθνική ιδεολογία των Νεοελλήνων. Καθώς προχωρούσε η ιδεολογική διαφοροποίηση στον ελλαδικό χώρο, τα δύο στοιχεία αυτής της εθνικής ιδεολογίας (αρχαιοελληνικό και χριστιανικό) συχνά διαφοροποιούνταν αισθητά και χρησιμοποιούνταν προκειμένου να εκφραστούν πολλά και διαφορετικά σχέδια. Ενδεικτικά, την αρχαία Ελλάδα επικαλέστηκαν, κατά καιρούς, οι δημοκράτες (με έμφαση στην αρχαία Αθήνα), οι δικτατορικοί (με έμφαση σε αρχαία Σπάρτη ή Μακεδονία), οι φασίστες (με φανερές αντισλαβικές αιχμές), ακόμη και οι διαφόρων αποχρώσεων σοσιαλιστές. Αντίστοιχα χρησιμοποιήθηκε και το χριστιανικό στοιχείο, προβαλλόμενο ενάντια σε ακραιφνείς οπαδούς του αρχαιοελληνικού ή ως μικροαστική καταγγελία του υλιστικού καταναλωτισμού. Η τελευταία συστηματική πολιτική χρήση του ελληνοχριστιανικού ελληνοκεντρισμού έγινε στο ιστορικό πλαίσιο του εμφυλιακού και μετεμφυλιακού αντικομουνισμού, συνέπεια των οποίων υπήρξε και η δικτατορία, μετά το πέρας της οποίας ο ελληνοχριστιανικός ελληνοκεντρισμός αποδυναμώθηκε σημαντικά, ως ιδεολογία. Αν και έγιναν απόπειρες να καλυφθεί το συγκεκριμένο κενό, με συνδυασμό μοτίβων από την αρχαιοελληνική και τη χριστιανική παράδοση και την πολιτισμική επανάσταση των δεκαετιών 1960 και 1970, το κύριο ρεύμα επέφερε τη χαλάρωση όλων των ιδεολογικών προγραμμάτων. Με τη Μεταπολίτευση, η είσοδος της Ελλάδας στη μεταμοντέρνα εποχή της μαζικής δημοκρατίας, αν και εξαμβλωματική και ιδιάζουσα, ήταν πια γεγονός. Προ πάντων η κομματική Αριστερά προωθεί διαρκώς τον καταναλωτικό τρόπο ζωής του Νεοέλληνα, δικαιώνοντας κάθε τρέχουσα επιθυμία ή καπρίτσιο του, με τη σημαία των «δίκαιων λαϊκών αιτημάτων», λέει χαρακτηριστικά ο ίδιος. Παραγνωρίζεται όμως έτσι, λέει, η σκληρή μα και διαχρονική αλήθεια ότι ο μοναδικός τρόπος να εξασφαλισθεί η οικονομική ανάπτυξη για ένα κράτος, είναι μέσω της σκληρής εργασίας και της (προσωρινής έστω) στέρησης και εξοικονόμησης. Ο Κονδύλης δε θα διστάσει μάλιστα, κάποια στιγμή, να παρομοιάσει τον ελληνισμό με έναν οργανισμό ο οποίος ξεσκίζει μοναχός του τις σάρκες του. Μια από τις σημαντικότερες προβλέψεις του, που επιβεβαιώθηκαν εδώ και μερικά χρόνια, είναι ότι οι Ευρωπαίοι εταίροι μας δε θα ανέχονταν για πάντα την «έξαλλη» κατανάλωση των Νεοελλήνων, αλλά θα μας υπέβαλαν τελικά σε μια «αυστηρή δίαιτα». Όπως ο ίδιος έγραψε αργότερα, σε ένα από τα τελευταία έργα του:

«Αν ο Ελληνισμός θέλει να επιβιώσει ως διακεκριμένη ταυτότητα, το πρώτο που θα έπρεπε να κάμει θα ήταν να παράγει όσα τρώει. Δεν εννοώ διόλου κάποιαν οικονομική “αυτάρκεια” με την παλαιά έννοια, αλλά την απαλλαγή από την πολιτική και την πρακτική του παρασιτικού καταναλωτισμού. Ένα βιώσιμο συλλογικό υποκείμενο οφείλει να εξάγει τουλάχιστον τόσα, όσα εισάγει σ’ έναν ανοικτότερο κόσμο. Ειδάλλως είναι αναπόφευκτη ή πτώση στα κατώτερα σκαλιά του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας, ή καταχρέωσα και ή πολιτικοστρατιωτική εξάρτηση».

Σύμφωνα με τον Κονδύλη, η αστική τάξη στην Ελλάδα υπήρξε καχεκτική και εξαμβλωματική: οι συνήθεις εκπρόσωποι της αστικής τάξης ήταν οι απόγονοι των μεγάλων «τζακιών», που είχαν μάθει να στηρίζονται όχι σε απρόσωπους γραφειοκρατικούς θεσμούς αλλά σε πατριαρχικές και προσωπικές σχέσεις (ρουσφέτι). Σημαντικοί παράγοντες για τις δυσχέρειες και την αργοπορημένη ανάπτυξη του αστικού πολιτισμού στην Ελλάδα, ήταν επίσης αφενός η αρχαιοελληνική απαξίωση της εργασίας υπέρ του ιδεώδους ενός θεωρητικού βίου (vita contemplativa) και αφετέρου η απαξίωση της ιδιοκτησίας από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Τέλος, όταν η έννοια του «αστού» διαδόθηκε στον ελληνικό χώρο, είχε ήδη εμποτιστεί με την αρνητικά φορτισμένη έννοια που του είχαν προσδώσει τα σοσιαλιστικά κινήματα στην Ευρώπη. Αντίθετα δηλαδή με την Ευρώπη, όπου η αστική τάξη αρχικά διαδραμάτισε «επαναστατικό» ρόλο ενάντια στη φεουδαρχία και την κληρονομική αριστοκρατία των βασιλικών αυλών, στην Ελλάδα η αστική τάξη θεωρήθηκε σχεδόν εξαρχής κάτι αρνητικό. Τα παραπάνω ίσως είναι μια καλή αφετηρία για την εξήγηση του «παράδοξου» εναγκαλισμού με τη σοσιαλιστική ιδεολογία όλων των αποχρώσεων στη χώρα μας, τη στιγμή που η παρουσία του φιλελευθερισμού (δηλ. του βασικού του αντιπάλου) παραμένει αχνή και συκοφαντημένη.