Οι Βρετανικές εκλογές και το διχασμένο βασίλειο στον απόηχο του #Brexit και των τρομοκρατικών επιθέσεων

Του Σκωτσέζου ζωγράφου Alexander Goudie.

Κι ενώ μόλις ενάμιση μήνα πριν σύσσωμη η αντιπολίτευση των Εργατικών βρίσκονταν στα τάρταρα (εξαιτίας της χαμηλής δημοτικότητας του Jeremy Corbyn), ζαλισμένη από την ήττα του δημοψηφίσματος για την αποχώρηση της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και κρυμμένη στα σπήλαια της ατολμίας, η κίνηση της πρωθυπουργού, Theresa May, να κηρύξει πρόωρες εκλογές (παρότι εδώ και μήνες απέρριπτε κατηγορηματικά και σε όλους τους τόνους κάθε τέτοιο σενάριο) ερμηνεύτηκε σαν μια προσπάθεια εξουδετέρωσης κάθε εμποδίου στα σχέδιά της για την επιτάχυνση και ολοκλήρωση του Brexit. Πολλοί θεώρησαν ότι η May ετοίμαζε τη χαριστική βολή στο Εργατικό Κόμμα, που οι δημοσκοπήσεις το τοποθετούσαν μέχρι και 22 μονάδες χαμηλότερα από τους «Συντηρητικούς». Ωστόσο, η ιδιαίτερα αδύναμη προεκλογική εκστρατεία των «Συντηρητικών» οδηγεί στο κλείσιμο της ψαλίδας, κάνοντας τους ψηφοφόρους του Εργατικού Κόμματος να ελπίζουν σε μια πιθανή νίκη, πράγμα που πιο πριν φάνταζε αδιανόητο. Αν οι «Συντηρητικοί» καταφέρουν να ανακόψουν την δημοσκοπική τους καθίζηση – πάντα με την προϋπόθεση ότι οι εκτιμήσεις των δημοσκοπήσεων θα πέσουν μέσα – τότε πιθανότατα θα είναι οι μεγάλοι νικητές της αναμέτρησης για το κοινοβούλιο του Westminster. Από την άλλη, το Σκωτσέζικο Εθνικό Κόμμα (SNP) όπως όλα δείχνουν θα έρθει και πάλι πρώτο για τη βουλή του Εδιμβούργου. Ο λόγος που η περίπτωση της Σκωτίας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει να κάνει με τις εσωτερικές αντιθέσεις (και αντιφάσεις) του Ηνωμένου Βασιλείου ως ενιαίο κράτος και κοινωνία: ενώ η πλειοψηφία των Άγγλων (με εξαίρεση τις κοσμοπολίτικες μητροπόλεις) ψήφισαν μαζικά υπέρ της εξόδου από την ΕΕ, η Σκωτία και η κατεχόμενη Βόρεια Ιρλανδία υποστήριξαν την παραμονή. Αν όμως το SNP θέλει να κυβερνήσει τη Σκωτία, οδηγώντας την στην ανεξαρτησία (πράγμα που αποτελεί κρυφός – αλλά ανεκπλήρωτος – πόθος των Σκωτσέζων εθνικιστών εδώ και πολύ καιρό, παρά την ήττα τους στο πρώτο δημοψήφισμα το 2014), θα πρέπει να πείσει ένα δύσπιστο κοινό ότι κατανοεί τις αιτίες που οι Σκωτσέζοι βρίσκονται σήμερα σε απόγνωση σε ό,τι έχει να κάνει με τις πολιτικές του Λονδίνου, και για αυτόν τον λόγο οδηγήθηκαν στο Bremain. Μπορεί, λοιπόν, κάτι τέτοιο να το πετύχει αυτό η πρωθυπουργός της Σκωτίας (Nicola Sturgeon) και το SNP, που αποτελείται από ταγμένους ευρωπαϊστές – όπως οι ίδιοι αυτοαποκαλούνται;

Ο κομματικός μικρός παράδεισος

Μια πιθανή αποδέσμευση της Σκωτίας από το Ηνωμένο Βασίλειο δύναται να ανοίξει διόδους δημοκρατικών διεκδικήσεων: για αρχή, θα μπορούσε καταστήσει εφικτή την καθιέρωση ενός νέου συντάγματος που θα προτείνει μια φεντεραλιστική διοίκηση (αντί για ένα συγκεντρωτικό κράτος), καθιερώνοντας τη διενέργεια δημοψηφισμάτων. Κάτι τέτοιο φαντάζει απίθανο για όσο διάστημα η Σκωτία θα βρίσκεται κάτω από τις προσταγές του Λονδίνου, κάτω από την ισχύ τόσο του Westminster όσο και της βασιλικής οικογένειας. Ταυτόχρονα όμως είναι εξίσου ανόητο να πιστεύει κανείς πως μια ανεξάρτητη Σκωτία μέσα σε μια συγκεντρωτική υπερδομή, όπως η ΕΕ, μπορεί να προωθήσει δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις. Ως γνωστό, η Sturgeon προσπαθεί συνεχώς να εκμεταλλευτεί την πλειοψηφική υπεροχή της ψήφου υπέρ της παραμονής για να προωθήσει την εθνικιστική/αποσχιστική της ατζέντα. Επιδιώκει, με άλλα λόγια, να ερμηνεύσει τον εύλογο σκεπτικισμό των Σκωτσέζων απέναντι στο Brexit – πως η έξοδος της Βρετανίας από την ΕΕ θα ωφελήσει πρώτα και καλύτερα την Αγγλία μετατρέποντας τη Σκωτία σε μια επαρχία δεύτερης ταχύτητας – ως αφορμή για την αποδέσμευση της χώρας από το ΗΒ. Έτσι, η ατζέντα του SNP προσπαθεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα: καί με τον ευρωπαϊσμό αλλά καί με τον Σκωτσέζικο εθνικισμό. Παρότι ο εθνικισμός της Σκωτίας (όπως και των Ιρλανδών, ή και των Καταλανών αντίστοιχα) είναι περισσότερο ρεπουμπλικανικού τύπου – σε αντίθεση με τον Βρετανικό εθνικισμό που κυριαρχείται από αυτοκρατορικές νοσταλγίες και φιλομοναρχικές μεγαλομανίες – καμία πραγματικά δημοκρατική μεταρρύθμιση δεν θα μπορούσε να καταστεί εφικτή αν η χώρα παραμείνει μέλος της ΕΕ.

Επί της ουσίας, δεν φαίνεται ότι το SNP έχει συλλάβει το πραγματικό διακύβευμα του Brexit. Η ερμηνεία του Σκωτσέζικου Remain ως κατεξοχήν ψήφος φιλοευρωπαϊκή είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας των ανθρώπων του κόμματος να ανάγουν την πραγματικότητα στις δικές τους αρχές. Όντας οι ίδιοι αποκομμένοι από κάθε λαϊκή βάση και εγκλωβισμένοι στον δικό τους κύκλο, συγχέουν ολόκληρη την κοινωνία με τα άτομα του δικού τους περιβάλλοντος, τα οποία εκφράζουν απόψεις φιλελεύθερες και φιλοευρωπαϊκές, σε αντίθεση με τη δεξιόστροφη εθνική συνείδηση των Άγγλων [1]. Έτσι θεωρούν πως η κοινωνία της Σκωτίας βρίσκεται σε πλήρη εναρμόνιση με τις δικές τους (πολιτισμικά) φιλελεύθερες πεποιθήσεις, και πως η ψήφος υπέρ της παραμονής δεν είναι απλά και μόνο ψήφος κατά του Αγγλικού εθνικισμού, αλλά διέπεται από τις αξίες της φιλελεύθερης ανεκτικότητας που το SNP και η ΕΕ προωθούν, ενάντια σε ένα δεξιό Tory Brexit. Αγνοούν, ωστόσο, πως ο λαός της Σκωτίας, παρότι δεν συμμερίζεται τον επιθετικό εθνικισμό των Άγγλων, δεν ενστερνίζεται απαραίτητα κάποιον πολιτικό φιλελευθερισμό και δεν τρέφει ιδιαίτερη συμπάθεια για την ΕΕ• ιδίως σε ό,τι αφορά το θέμα των ελεύθερων μετακινήσεων εργατικού δυναμικού εντός Ευρώπης, που (τουλάχιστον όπως έδειξαν οι σφυγμομετρήσεις) βρίσκει τη συντριπτική πλειοψηφία των Σκωτσέζων σφόδρα αντίθετη. Έτσι, μπορεί να πει κανείς ότι το Σκωτσέζικο Remain αντανακλά περισσότερο τη διαχρονική απέχθεια του μέσου Σκωτσέζου προς τον πανίσχυρο δυνάστη, την Αγγλία, αντί να είναι αποτέλεσμα κάποιας φιλοευρωπαϊκής δυναμικής που αναπτύσσεται εντός της κοινωνίας. Από ότι φαίνεται, βέβαια, το SNP δεν είναι μονάχα παγιδευμένο στο δικό του echo chamber, αλλά την ίδια στιγμή σκοντάφτει πάνω στα αδιέξοδα της Πολιτικής Ορθότητας (μια πολιτική που αποτελεί πάγια για κάθε φιλελεύθερη δύναμη). Προσπαθεί υποκριτικά να ωραιοποιήσει το αντι-Αγγλικό κοινό αίσθημα των Σκωτσέζων, συγκαλύπτοντας το ως «φιλοευρωπαϊκή τάση». Αυτή η τακτική θα μπορούσε κάλλιστα να οδηγήσει σε αποτυχία το δεύτερο δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία (όταν και αν αυτό διεξαχθεί), καθώς το κόμμα είναι ανίκανο να συλλάβει – ή και να αναγνωρίσει – το πραγματικό λαϊκό αίσθημα με στόχο να κινητοποιήσει τους Σκωτσέζους, αφήνοντας πίσω ταμπού και δισταγμούς. Διότι εφόσον η φιλοευρωπαϊκή εμμονή της Sturgeon δεν αποτυπώνει κάποια ιδιαίτερη τάση εντός της Σκωτσέζικης κοινωνίας, δεν αποτελεί ταυτόχρονα και μια στέρεα βάση για κινητοποίηση.

Στα στενά του Γιβραλτάρ…

Σε αντίθεση με τη Σκωτία, ο βρετανοσκεπτικισμός των εθνικιστών της βόρειας Ιρλανδίας φαίνεται πολύ πιο θετικός απέναντι σε συγκεκριμένες πτυχές του υπαρκτού πολιτικού φιλελευθερισμού. Αυτό οφείλεται στην ταύτιση των Βορειοιρλανδών εθνικιστών με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, η οποία στην προσπάθειά της να αφήσει πίσω τον δεσποτισμό της Καθολικής εκκλησίας ανοίγεται (πολιτισμικά) όλο και περισσότερο, και ως αντίβαρο στην Αγγλική επικυριαρχία, στρέφεται προς την ΕΕ. Απεναντίας, οι προτεσταντικοί πληθυσμοί του Antrim και του νότιου Belfast, λόγω της διαχρονικής τους ταύτισης με την Αγγλία και το στέμμα στήριξαν την αποχώρηση της Βρετανίας από την ΕΕ. Αυτό που περιπλέκει, βέβαια, ακόμα περισσότερο την υπόθεση Brexit, μια υπόθεση που η Theresa May θα κληθεί να φέρει εις πέρας αν επικρατήσει τον Ιούνιο, είναι η περίπτωση του Γιβραλτάρ. Το 96% των κατοίκων αυτής της μικρής χερσονήσου που συνορεύει με την Ισπανία – αλλά αποτελεί Βρετανικό Υπερπόντιο Έδαφος -, ψήφισε μαζικά υπέρ της παραμονής. Το γεγονός αυτό έδωσε αφορμή στην Ισπανική κυβέρνηση να αφήσει πιθανό το ενδεχόμενο προσάρτησης της περιοχής από το Ισπανικό κράτος μετά το Brexit, με την ΕΕ να στέκεται στο πλευρό των Ισπανών. Ως απάντηση στις Ισπανικές προκλήσεις πρώην επικεφαλής των «Συντηρητικών» δήλωσε πως μια στρατιωτική επιχείρηση με στόχο την υπεράσπιση του Γιβραλτάρ, σαν αυτή που είχε πραγματοποιήσει πριν από 35 χρόνια η Μάργκαρετ Θάτσερ κατά της Αργεντινής στα νησιά του Falkland, είναι ήδη στο τραπέζι. Έτσι η Βρετανική κυβέρνηση στέλνει σαφές μήνυμα: οι στόχοι της δεν είναι απλά ρητορική και λόγος, όπως στην περίπτωση των ανίκανων ηγεσιών της ΕΕ· απεναντίας, βρίσκεται σε πλήρη ετοιμότητα να αναλάβει δράση, χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα προκειμένου να πετύχει τους σκοπούς της.

Αποτελεί, ωστόσο, δείγμα ύψιστης υποκρισίας η στάση της ΕΕ, όταν προσπαθεί με έμμεσο και ύπουλο τρόπο να περάσει το μήνυμα πως πίσω από το Brexit κρύβεται μονάχα ο αλλαζονικός Βρετανικός ιμπεριαλισμός. Δίχως αμφιβολία, αρκετές από τις πολιτικές δυνάμεις που υποστήριξαν το Brexit υποκινούν αυτοκρατορικά και υπερ-ιμπεριαλιστικά σύνδρομα, που ουδέποτε έλλειπαν από τους Άγγλους [2]. Αυτό που, ωστόσο, αποσιωπάται συστηματικά, είναι πως οι κάτοικοι του Γιβραλτάρ, μολοντούτο ψήφισαν υπέρ της παραμονής, δεν αυτοπροσδιορίζονται ως Ισπανοί, αλλά επιθυμούν να συνεχίσουν να διατηρούν δεσμούς με το Βρετανικό κράτος. Ήδη το 1969 η Ισπανία αποφάσισε να κλείσει μονομερώς τα σύνορα με το Γιβραλτάρ ζητώντας την επιστροφή του από το Ηνωμένο Βασίλειο, και όλα αυτά μετά από δημοψήφισμα που ζήτησε ο ΟΗΕ για την ανεξαρτησία ή υπαγωγή του στην Ισπανία, στο οποίο δημοψήφισμα η πλειοψηφία των κατοίκων τάχθηκαν υπέρ της συνέχισης της σύνδεσης της περιοχής με τη Βρετανία. Σε νεότερο δημοψήφισμα το 2002 επιλέχθηκε και πάλι η παραμονή του Γιβραλτάρ στο Ηνωμένο Βασίλειο, κάτι που οδήγησε σε ένα νέο Σύνταγμα το 2006 και τριμερείς συμφωνίες με στόχο την άμβλυνση χρόνιων διαφορών. Όπως όλα δείχνουν, η ΕΕ και οι Ισπανοί πολιτικοί, όχι μόνο δεν φαίνονται διατεθειμένοι να σεβαστούν τούτη την επιθυμία των Γιβραλταριανών, αλλά συνεχίζουν απαράμιλλοι το έργο τους: υποδεικνύουν τρόπους καλής συμπεριφοράς στη Βρετανική κυβέρνηση, προτρέποντάς την «να ηρεμήσει», ενώ την ίδια στιγμή επιτρέπουν σε Ισπανικά πολεμικά πλοία να εισβάλουν στα χωρικά ύδατα του Γιβραλτάρ. Όλα, λοιπόν, δείχνουν πως είναι η ίδια η (δήθεν soft power) Ευρωπαϊκή Ένωση – μαζί με την Ισπανική κυβέρνηση – που ρίχνουν λάδι στη φωτιά καλλιεργώντας ψυχροπολεμικές τάσεις εντός της ηπείρου, παρά κάποια «ιμπεριαλιστική Βρετανία». Όλως τυχαίως, βέβαια, κανείς δεν βγήκε να καταδικάσει την Ισπανία για «ιμπεριαλιστικό μαξιμαλισμό», μια Ευρωπαϊκή χώρα που διατηρεί αποικίες/πόλεις, όπως η Melilla και η Ceuta στις ακτές του Μαρόκο της Αφρικής, πόλεις με τριπλάσιο αριθμό κατοίκων (συνολικά) από ότι το Γιβραλτάρ.

Για το ζήτημα συνύπαρξης Ευρώπης και Βρετανίας

Αν λοιπόν υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις των οποίων η συμπεριφορά υποδεικνύει ωμότητα, γκαγκστερισμό, πατερναλισμό και υποκρισία, αυτές δεν προέρχονται (μόνο) από τη Βρετανία, αλλά πολύ περισσότερο αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της λογικής που διέπει τις αρχές και τη λειτουργία της ΕΕ σήμερα, απαρτιζόμενη από πολιτικούς γκάνγκστερ με ακριβά κουστούμια. Διότι, όπως ακριβώς στην περίπτωση του Γιβραλτάρ, έτσι και σε ό,τι έχει να κάνει με τα δικαιώματα των Ευρωπαίων μεταναστών εντός της Βρετανίας, ήταν η ίδια η Theresa May που προσπάθησε επανειλημμένως να έρθει σε συμφωνία με τους εταίρους της, αποσκοπώντας να εξασφαλίσει την παραμονή των Ευρωπαίων στη χώρα, θέτοντας στις διαπραγματεύσεις ως αντάλλαγμα για αυτό το μέτρο εγγυήσεις πως το ίδιο θα πρέπει να ισχύσει και για τους Βρετανούς πολίτες που ζουν σε άλλες χώρες της ΕΕ. Ομως, ο πρόεδρος της ΕΕ, ο μέγας πολιτικός ανήρ Donald Tusk, είχε στο παρελθόν απορρίψει μια τέτοια συμφωνία, αφήνοντας έτσι εκτεθειμένους τόσο τους Ευρωπαίους όσο και τους Βρετανούς μετανάστες, καλώντας την ίδια στιγμή τη Βρετανική κυβέρνηση να αποφύγει να μετατρέψει τους πρώτους σε χρήσιμο διαπραγματευτικό χαρτί. Ενδεικτικό αλαζονικού πατερναλισμού είναι και οι προτροπές ορισμένων Ευρωπαίων ηγετών να επιθυμούν «σύνεση» και «μόρφωση» από τους Βρετανούς ώστε να πάψουν να είναι «συντηρητικοί» και ξενόφοβοι και να καταντήσουν επιτέλους δεκτικοί στα Ευρωπαϊκά ιδεώδη και στις αξίες που πρεσβεύουν οι θεσμοί της ΕΕ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο λοιπόν αγνοούν συστηματικά πως σχεδόν ποτέ η Βρετανία δεν είχε καλλιεργήσει κάποια κουλτούρα φιλοευρωπαϊκή. Μήτε το κάλεσμα του Churchill στη Γενεύη (αμέσως μετά τον ΒΠΠ) για την ανάγκη ίδρυσης των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης μπορεί να ερμηνευτεί σαν προσπάθεια σύμπλευσης των Άγγλων με τους Ευρωπαίους· ο Churchill εξ’ αρχής, ενώ θεωρούσε απαραίτητη μια Ενωμένη Ευρώπη, την ίδια στιγμή προσπαθούσε να αποκλείσει τη συμμετοχή της χώρας του από αυτό το σχέδιο. Στόχος του για τη Βρετανία ήταν να περιοριστεί ο ρόλος της σε θερμό υποστηρικτή μιας ενωμένης Ευρώπης· όπως χαρακτηριστικά είχε πει ο ίδιος «είμαστε μέ την Ευρώπη, αλλά όχι για την Ευρώπη», και αντίστοιχα η Θάτσερ μερικά χρόνια αργότερα: «η Ευρώπη δεν είναι το παν» [3].

Η έλλειψη ευρωπαϊκής συνείδησης άλλωστε διαφαίνεται όχι μόνο από την ποιότητα και το περιεχόμενο του Αγγλικού ευρωσκεπτικιστικού λόγου αλλά και μέσα από το σύνολο των φαντασιακών σημασιών των Άγγλων. Σε αντίθεση με τον ηπειρωτικό ευρωσκεπτικισμό, ο Αγγλικός δεν αντιπροτείνει την έξοδο από την ΕΕ με στόχο τη δημιουργία ενός νέου μοντέλου ενωμένης Ευρώπης. Απεναντίας στρέφεται στον ατλαντισμό, δηλαδή στην περαιτέρω σύσφιξη των σχέσεων της χώρας με τις ΗΠΑ, την Αυστραλία αλλά και με τις περιοχές της Ασίας όπου η Βρετανία συνεχίζει ακόμα και σήμερα να ασκεί οικονομική επιρροή. Αυτό εξάλλου αποδεικνύουν και όλες σχεδόν οι κοινωνικές και πολιτικές πολώσεις της Βρετανικής κοινωνίας από την ίδρυσής της μέχρι σήμερα και, ως εκ τούτου, το Brexit δεν αποτελεί κάποια εξαίρεση στην ιστορία της. Μολοντούτο τα χρόνια της κυριαρχίας του Μπλαιρ, όταν η Βρετανία βρίσκονταν σε πλήρη συνεργασία με την ΕΕ, καθόρισαν τη μορφή, την επιρροή και τον ρόλο του κράτους ριζικά, το περιεχόμενο και οι φαντασιακές σημασίες των Άγγλων παρέμειναν αυτοκρατορικές/παλατειακές (ιδίως σε ό,τι αφορά τους παραδοσιοκράτες της επαρχίας, σε αντίθεση πάντα με τους πολτοποιημένους πληθυσμούς των μεγαλουπόλεων, οι οποίες μετατράπηκαν σε κέντρα διερχομένων εργαζομένων, δηλαδή υπηρεσιακού προσωπικού από άλλες Ευρωπαϊκές, Ασιατικές και Αφρικανικές χώρες). Αρκεί και μόνο το γεγονός ότι το σύμβολο της Βρετανικής αυτοκρατορίας, η μοναρχία, διατηρείται άθικτη ως θεσμός μέχρι και σήμερα (και, μάλιστα, απολαμβάνει πλειοψηφική υποστήριξη), για να δούμε πόσο ζωντανό είναι το παρελθόν στη συλλογική μνήμη των Άγγλων. Έτσι, διατηρείται και μια τελετουργική/παλατειακή κουλτούρα (βλέπουμε πως ο όρκος στη βασίλισσα – oath to her majesty – είναι απαραίτητος και σε πολλές υπηρεσίες, όπως στα δικαστήρια, στον στρατό και τέλος στη διαδικασία απόδοση Βρετανικής υπηκοότητας). Δίχως αμφιβολία, τούτα τα αυτοκρατορικά σύνδρομα καθόρισαν ως ένα βαθμό το περιεχόμενο του Αγγλικού ευρωσκεπτικισμού. Ωστόσο, το Brexit δεν είναι ένα φαινόμενο μονοσήμαντο· θα πρέπει, με άλλα λόγια, να συνυπολογίσουμε και την πλήρη εγκατάλειψη των ανθρώπων της ενδοχώρας από τις δυνάμεις που παραδοσιακά βρίσκονταν κοντά στην πλέμπα, δηλαδή τις δυνάμεις της αριστεράς και των Εργατικών. Με το τέλος της δεκαετίας του 70, αυτές οι δυνάμεις μετασχηματίζονται· τμήμα του αριστερού χώρου συγχωνεύεται στο laissez-faire, στην κουλτούρα του city, του γιαπισμού της οικονομικής μεγέθυνσης, ενώ το πιο ριζοσπαστικό κομμάτι του αριστερού χώρου εγκλωβίζεται στον μητροπολιτικό αντιλαϊκιστικό μεταμοντέρνο χιπστερισμό, στον μικρόκοσμο των πανεπιστημίων και του «κλειστού κύκλου» των identity politics και των safe spaces, αφήνοντάς πληθυσμούς έρμαια στα χέρια της εθνικιστικής δεξιάς. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως – ακόμα και στην υπόλοιπη Ευρώπη – κανένας πολιτικός της κεντροαριστεράς και της αριστεράς (με εξαίρεση τον Μελανσόν) δεν προσφέρθηκε να μιλήσει ανοιχτά υπέρ της εξόδου της χώρας του από την ΕΕ, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο για την λαϊκιστική δεξιά!

Με φόντο την πολιτικο-κοινωνική και εθνική διχοτόμηση…

Από τη μια ομοσπονδία οι Σκωτσέζοι εθνικιστές φαίνεται πως αποτελούν μια ανοιχτή απειλή για την ίδια την ύπαρξη του ΗΒ. Αυτήν την απειλή η Theresa May προσπαθεί να εξουδετερώσει, εκμεταλλευόμενη τη συνεχή υποχώρηση των Εργατικών σε όλη τη χώρα, και ιδίως στη Σκωτία, που όπως όλα δείχνουν [οι δεύτεροι] δεν θα μπορέσουν να ανταγωνιστούν επιτυχώς το SNP. Τί σημαίνει πρακτικά ο αφανισμός των Εργατικών στη Σκωτία; Σημαίνει πως όσοι επιθυμούν την ανεξαρτησία θα στραφούν αποκλειστικά και μόνο στο SNP, ενώ οι ενωτικοί δεν θα έχουν άλλη επιλογή από τους «Συντηρητικούς», οι οποίοι στη Σκωτία υιοθετούν πιο κεντρώα γραμμή σε σχέση με τους Άγγλους ομόλογούς τους, προσπαθώντας να πάρουν με το μέρος τους πρώην ψηφοφόρους των Εργατικών που στρέφονται κατά της ανεξαρτησίας, αλλά δεν φαίνεται να τους εμπνέει ο μή δημοφιλής Jeremy Corbyn. Έτσι, η Theresa May επιδιώκει να ενισχύει την παρουσία «Συντηρητικών» βουλευτών τόσο στο Westminster όσο και στο Εδιμβούργο, βάζοντας φρένο τα σχέδια της Sturgeon.

Από την άλλη οι κοσμοπολίτες της Λονδίνου παρότι δεν θα ενέκριναν το Brexit, ένας μεγάλος αριθμός από αυτούς πιστεύει ότι οι περικοπές είναι αναγκαίες για την ανάπτυξη της οικονομίας, πράγμα που η May μπορεί να προσφέρει δίχως δισταγμούς. Αντίθετα, ο Jeremy Corbyn δεν φαίνεται να συνειδητοποιεί το γεγονός ότι οι Βρετανικές ελίτ ήταν πάντα υπέρ του ακραίου laissez-faire δόγματος. Έτσι ο ίδιος από τη μια προωθεί σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές (που θα έβρισκαν σύμφωνους τους ανθρώπους της απαξιωμένης ενδοχώρας όχι, όμως, τις ελίτ των μητροπόλεων) αλλά ταυτόχρονα επιθυμεί πολιτικές ανοιχτών συνόρων με την ΕΕ, στις οποίες αντιτίθεται σύσσωμη η Βρετανική πλέμπα αλλά και οι αυτοκρατορικοί παραδοσιοκράτες αστοί/αριστοκράτες, ενώ αντίθετα τις ενστερνίζονται μονάχα οι μητροπολιτικές ελίτ και η χίπστερ νεολαία. Ως εκ τούτου, η May προσπαθεί να συμβιβάσει δύο στρατόπεδα: από τη μια την επιχειρηματική ελίτ που απεχθάνεται τη σοσιαλδημοκρατία και την υψηλή φορολογία, και από την άλλη την απαξιωμένη πλέμπα, που αμφισβητεί το πολυπολιτισμικό εκρίζωμα, νοσταλγώντας τις παλιές καλές μέρες της πανίσχυρης αυτοκρατορίας. Οι Liberal Democrats, τέλος, μια ενδιάμεση επιλογή, δίχως όμως μεγάλες δυναμικές.

Ισλαμική Τρομοκρατία και πολυπολιτισμικότητα

Βαρύνουσας σημασίας ζήτημα σε τούτη την προεκλογική εκστρατεία αποτελεί και ο Ισλαμικός εξτρεμισμός, καθώς τη χώρα έχουν ήδη συγκλονίσει δύο αιματηρά περιστατικά: η επίθεση στο Westminster που στοίχισε τη ζωή 6 ανθρώπων, και η μετέπειτα βομβιστική ενέργεια στο Manchester με θύματα 22 άτομα νεαρής ηλικίας. Το μέτωπο των Εργατικών – και των αριστερών δυνάμεων – ασκεί κριτική στους «Συντηρητικούς» ότι οι πολιτικές συνεχόμενων στρατιωτικών επεμβάσεων στη Μέση Ανατολή οδηγούν στην αποδυνάμωση των κρατών που θα μπορούσαν να ελέγξουν και να καταστείλουν ρεύματα ακραίου θρησκευτικού φονταμενταλισμού, ενώ η συνεχής αποσταθεροποίηση των περιοχών εκείνων ευνοεί την ανάδυση τρομοκρατικών κινημάτων όπως το Ισλαμικό Κράτος. Όπως συμπληρώνουν οι ίδιοι, οι συνεχόμενες επεμβάσεις στο όνομα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στρέφονται ενάντια σε άμαχους, είναι άδικες και προωθούν συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα. Τούτη η άποψη είναι εν μέρη σωστή: οικονομικές και γεωπολιτικές επιδιώξεις διακυβεύονται μέσα από τέτοιες επεμβάσεις, και την ίδια στιγμή διεθνή δίκτυα τρομοκρατίας, είτε μιλάμε για το ΙΚ είτε για οργανώσεις όπως η Αλ Κάιντα, στήνονται μέσα σε συνθήκες ακραίας αποσταθεροποίησης, καθώς όχι μόνο οι κρατικοί μηχανισμοί που θα μπορούσαν να ελέγξουν την εξάπλωση τέτοιων δικτύων χάνουν την ισχύ τους, αλλά οι ίδιες οι κοινωνίες που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν δεσμούς αλληλεγγύης, μέσα σε ένα περιβάλλον ολικής διάλυσης και καταστροφής, αποδεκατίζονται. Ωστόσο, ήταν η ίδια η κυβέρνηση των Εργατικών, υπό την ηγεσία του Μπλαιρ, που είχε δώσει το πράσινο φως για τη συμμετοχή της Βρετανίας σε στρατιωτικές επιχειρήσεις μεγάλου βεληνεκούς στο Ιράκ το 2004. Η Μπλαιρική πτέρυγα των Εργατικών – που θα έκανε τα πάντα για να απομακρύνει τον Corbyn από την ηγεσία – δεν φαίνεται διατεθειμένη να εγκαταλείψει το κόμμα, μήτε ο ηγέτης του κόμματος κατάφερε να επιβάλει κομματική πειθαρχία στα μέλη του με σκοπό να καταψηφιστεί μια νέα επέμβαση στη Συρία μόλις ενάμιση χρόνο πριν. Συνεπώς, ακόμα και αν υποθέσουμε ότι το Εργατικό Κόμμα κερδίζει τις εκλογές του Ιούνη, εφόσον η γραμμή Μπλαίρ παραμένει ένας ζωντανός πυρήνας εντός του, κανένα νομοσχέδιο του Corbyn εναντίον των δημοσιονομικών περικοπών ή των στρατιωτικών επεμβάσεων δεν θα μπορέσει να υπερψηφιστεί, δεδομένου ότι η πλειοψηφία του κοινοβουλίου θα απαρτίζεται τόσο τους ίδιους, όσο και από τους «Συντηρητικούς». Το μοναδικό που απομένει στον Corbyn, κάτω από αυτές τις συνθήκες, είναι απλά και μόνο η γνωστή αριστερή μεμψιμοιρία και μόνιμη αυτοθυματοποίηση πως «δεν ευθύνομαι εγώ για αυτές τις πολιτικές, αλλά είμαι υποχρεωμένος να τις εφαρμόσω».

Επιστρέφοντας στο ζήτημα της τρομοκρατίας, η αριστερή προσέγγιση παρότι είναι ορθή σε ό,τι έχει να κάνει με το ζήτημα των επεμβάσεων, την ίδια στιγμή παραμένει εγκλωβισμένη μέσα στα αδιέξοδα της του πολιτισμικού σχετικισμού και ενός αφελούς φιλοεξωτισμού για τους μουσουλμάνους. Αρνείται να δει ότι η Ισλαμική τρομοκρατία δεν είναι απλά ένα μέσο στο οποίο οι δήθεν καταπιεσμένοι μουσουλμάνοι της δύσης καταφεύγουν, αλλά αντανακλά πτυχές και διδαχές της ίδιας της θρησκείας αυτής. Μήτε είναι ορθή και η άποψη του αντίπαλου στρατοπέδου, των «Συντηρητικών» ή των νεοφιλελεύθερων, οι οποίοι βλέπουν το Ισλάμ μόνο σαν μια βάρβαρη οριεντάλ καρικατούρα, και πολύ περισσότερο η αντιμεταναστευτική στάση των εθνικιστών που δεν θέλουν να αναγνωρίσουν το προφανές: οι επιθέσεις αυτές δεν πραγματοποιούνται από μετανάστες ή πρόσφυγες αλλά από Άγγλους πολίτες. Το ίδιο προβληματική είναι και η αποθέωση της πολυπολιτισμικότητας από τους αριστερούς και η συνεχόμενη εξομοίωση κάθε αντίθετης γνώμης με τον ρατσισμό. Μια ρεαλιστική κριτική θα πρέπει να μπορεί να αντιληφθεί πως είναι αδύνατον να συνυπάρξουν εκ διαμέτρου αντίθετες πολιτισμικές αξιώσεις μέσα στον ίδιο κοινό χώρο. Από την άλλη, όπως είχε ήδη ειπωθεί σε προηγούμενη ανάρτηση, οποιαδήποτε προσπάθεια αποσκοπεί στην καταστολή ακραίων εκδηλώσεων μιας πολιτισμικής ομάδας (όπως οι κλειτοριδοκτομές ή το κάλυμμα του προσώπου, για παράδειγμα) θεωρώντας πως μόνο έτσι η ομάδα αυτή θα εναρμονιστεί με τον φιλελεύθερο τρόπο ζωής, αυτόματα αναιρεί την ίδια την πολυπολιτισμικότητα ως κοινωνική πρακτική, εφόσον αποθαρρύνει ή απαγορεύει συγκεκριμένες πτυχές ενός πολιτισμού να εκφραστούν. Βέβαια, οι κριτικές ενάντια στην πολυπολιτισμικότητα που προωθεί η Βρετανική δεξιά με τις φιλοαυτοκρατορικές της συνδηλώσεις (από τους «Συντηρητικούς» μέχρι και τους τσόγλανους του UKIP), όχι μόνο απέχουν από το να προωθούν κάποιο εναλλακτικό μοντέλο, αλλά πέφτουν πάνω σε σωρεία αντιφάσεων και ασυνεπειών. Η πολυπολιτισμικότητα ήταν πάντα ένα χαρακτηριστικό όλων των αυτοκρατοριών: από τα Αλεξανδρινά χρόνια, τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και τις Κινέζικες δυναστείες μέχρι και τον σύγχρονο δυτικό κόσμο (τμήμα του οποίου είναι και το British empire) το πολυπολιτισμικό μωσαϊκό βρίσκεται στη βάση της πολιτειακής οργάνωσης αυτών των καθεστώτων, σε αντίθεση με τα συντηρητικά ρεπουμπλικάτα που επιδιώκουν την ενσωμάτωση, δηλαδή τη δημιουργία ενός «ενιαίου λαού» μέσα στο δημόσιο πεδίο, της συντηρητικής res publica. Από ό,τι φαίνεται, ωστόσο, καμία πολιτική δύναμη εντός της Βρετανίας και κανένα κίνημα δεν είναι ικανό να επενδύσει πάνω σε μια τέτοια κίνηση ρεπουμπλικανικού ποπουλισμού (τη στιγμή που ακόμα και ο δήθεν ριζοσπάστης Corbyn δεν τολμά να αμφισβητήσει τον θεσμό της μοναρχίας).

Αντί επιλόγου…

Από ότι φαίνεται η Βρετανία οδηγείται σε ένα άνευ προηγουμένου πολιτικό αδιέξοδο, με το Brexit να επισκιάζεται από την πιθανή διχοτόμηση (και διάλυση) του Ηνωμένου Βασιλείου (το λεγόμενο Bre-split). Κανείς πραγματικά δεν μπορεί να γνωρίζει την έκβαση των πραγμάτων – ουδείς, με άλλα λόγια, δύναται να γνωρίζει τις ορέξεις της fortuna (όπως θα έλεγε ο Μακιαβέλλι). Πολλοί, με αφορμή τη δημοσκοπική υποχώρηση των «Συντηρητικών» και την επιεικώς απογοητευτική προεκλογική καμπάνια της May, θεωρούν ότι η προκήρυξη εκλογών δεν ήταν παρά μια καλή αφορμή για να μεταθέσουν οι «Συντηρητικοί» το βάρος και την ευθύνη των διαπραγματεύσεων με την ΕΕ στους Εργατικούς (σε αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι η ίδια η May δήλωσε πως δεν θα παραστεί σε τηλεμαχία με τους πολιτικούς της αντιπάλους), ενώ η απειλή της τρομοκρατίας κρέμεται σαν δαμόκλειο σπάθη πάνω από τα κεφάλια μιας ανίκανης πολιτικής ηγεσίας, τη στιγμή που εκφράζονται έντονοι προβληματισμοί σχετικά με το αν οι πολιτικές λιτότητες συνέβαλαν στην αποδυνάμωση της αστυνομίας. Πράγματι, τα Βρετανικά ΜΜΕ κατά την προεκλογική περίοδο στη Γαλλία, υποστήριζαν έμμεσα (και μερικές φορές ανοιχτά) το Εθνικό Μέτωπο και τη Λεπέν, θεωρώντας πως η επικράτηση του δεξιού ευρωσκεπτικισμού θα αποδυνάμωνε τις φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις, οι οποίες είναι έτοιμες να κινήσουν γη και ουρανό προκειμένου να καταστήσουν τη Βρετανία παράδειγμα προς αποφυγή για όλους όσους αμφισβητούν την απόλυτη κυριαρχία του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η συντριβή της Λεπέν από τον Μακρόν ερμηνεύτηκε από τη Βρετανική δεξιά ως μια μεγάλη απώλεια ενός πιθανού συμμάχου! Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η ΕΕ ήταν αυτή που πέταξε τμήμα του πληθυσμού της εκτός κοινωνικής ζωής, ανίκανη να διαχειριστεί το προσφυγικό και συμπεριφέρεται σαν μια οργανωμένη μαφία ενάντια σε μια χώρα η οποία ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι είναι κομμάτι της πολιτικής και εθνικής της συνείδησης ο ευρωπαϊσμός και οι χαλαρές νομοθεσίες. Από την άλλη, η εγκατάλειψη της πλέμπας στα χέρια της δεξιάς έδωσε σκαμνί στο αυτοκρατορικό φαντασιακό των Άγγλων να γίνει ρυθμιστής των πραγμάτων. Μέσα σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο, αυτό που εμπνέει μεγάλες ανησυχίες είναι το γεγονός ότι καμία συνεπής και σοβαρή πολιτική αντιπρόταση δεν υφίσταται μέσα στο γενικευμένο πολιτικό τσίρκο υποκρισίας, ανοησίας, συγκάλυψης, ουδετερότητας, ναρκισσισμού, επιδειξιμανίας, ατολμίας, νοσταλγίας και τελικά απραγίας. Καμία φωνή παρά μόνο μια ηχώ στο χάος!

Σημειώσεις

[1] Να σημειώνουμε επίσης ότι η αποκοπή από την κοινωνική πραγματικότητα χαρακτηρίζει εν μέρη ολόκληρη την μπλουμσμπεριανή αριστερά, καθώς και τους μόνιμους θαμώνες των ΕΣΠΑτζίδικων συνεδρίων, όπως είχε ειπωθεί σε παλιότερη ανάρτηση. Κλεισμένοι καθώς είναι στον ακαδημαϊκό τους μικρόκοσμο, συγχέουν την κοινωνία με τις πανεπιστημιακές αίθουσες και τον δικό τους κύκλο. Αυτό τους ωθεί να βλέπουν παντού αναδυόμενα κινήματα, αλλαγές συσχετισμών και λαϊκούς υπερ-ηγέτες (σαν την περίπτωση του Jeremy Corbyn), απαξιώνοντας όλους όσους δεν συμμερίζονται τούτη την αδικαιολόγητη υπεραισιοδοξία.  Θα πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι η δημοσκοπική υποχώρηση των «Συντηρητικών» δεν οφείλεται στο ότι ο Corbyn είναι ένας αξιόλογος  και λαοφιλής πολιτικός, όπως συνεχώς διατείνονται οι οπαδοί του, παραβλέποντας στοιχεία και αποδείξεις που υποδηλώνουν ότι ο συγκεκριμένος ηγέτης δεν έχει τη λαϊκή υποστήριξη που οι ίδιοι φαντασιώνονται. Αντιθέτως, οι πολίτες απορρίπτουν το προεκλογικό μανιφέστο της Theresa May,  όχι όμως την ίδια σαν πολιτικό.

[2] Από τους ακροδεξιούς γυμνοσάλιαγκες του UKIP μέχρι και τους «Συντηρητικούς», η αυτοκρατορική νοσταλγία κρατά τα ηνία. Αυτό γίνεται φανερό μέσα από δηλώσεις του τύπου: «Δεν χρειαζόμαστε την Ευρώπη για τις εμπορικές σχέσεις, γιατί μπορούμε να στηριχθούμε στο δίκτυο της Κοινοπολιτείας και τους ιδιαίτερους δεσμούς με τις αγγλόφωνες χώρες» αλλά και τη ρητορική εκστρατείας: «κάτω τα χέρια από το φρούριο μας». Κι ενώ πολύ σωστά η Theresa May το φθινόπωρο ισχυρίστηκε ότι «αν πιστεύετε πως είστε πολίτες του κόσμου, τότε είστε πολίτες του πουθενά», την ίδια στιγμή διαμήνυσε πως θα ήθελε μια πραγματικά παγκόσμια Βρετανία! Βέβαια, από τη στιγμή που αυτή η χώρα αποκτά μια παγκοσμιότητα, αυτόματα όσοι είναι «Βρετανοί πολίτες» θα πρέπει να θεωρούνται και «πολίτες του κόσμου»! Έχουμε να κάνουμε, λοιπόν, με έναν νέο κοσμοπολιτισμό που ντρέπεται για τον εαυτό του, και χρησιμοποιεί τις αυτοκρατορικές μεγαλοστομίες ως φύλο συκής για να κρύψει τη γύμνια του.

[3] Βλ. Derek W., Urwin (1991), The Community of Europe [Η Κοινότητα της Ευρώπης]. Londman: London and New York. και Cécile Leconte (2005), Understanding Euroscepticism [Κατανοώντας τον Ευρωσκεπτικισμό]. Palgrave: London.

Το άρθρο ανανεώθηκε την 27η Μαΐου 2017

Αναρτήθηκε στις: 23 Απριλίου 2017
13 Σχόλια »
“Οι Βρετανικές εκλογές και το διχασμένο βασίλειο στον απόηχο του #Brexit και των τρομοκρατικών επιθέσεων”
  • Πολύ καλή ανάλυση, ιδιαίτερα το επιχείρημα ότι πίσω από τον Σκωτικό ‘φιλο-ευρωπαϊσμό’ κρύβεται η εθνικιστική επιδίωξη της ανεξαρτησίας της Σκωτίας. Μια σημαντική παράμετρος που θα έπρεπε να συνεκτιμηθεί σε αυτήν την εμπεριστατωμένη παρουσίαση είναι η λογική των οικονομικών συμφερόντων. Η Αγγλία δεν άρχει μόνο πολιτισμικά και θεσμικά επί της Σκωτίας αλλά επωφελείται και από την άνιση μεταβίβαση πόρων. Η Σκωτία μέσω της ανεξαρτησίας της εποφθαλμιά και την εκμετάλλευση των πετρελαίων ενώ η ένταξη της στην Ε.Ε. αυτόνομα θα της επιτρέψει προνομιακές εμπορικές συναλλαγές και χρηματοδότηση από αυτήν.
    Ο αυτοκρατορισμός πολύ περισσότερο από μια «φαντασιακή σημασία» είναι μια φαντασίωση αναπλήρωσης της αίσθησης ανημποριάς και εξοβελισμού των λαϊκών στρωμάτων από μια ουσιαστική αντιπροσώπευση των συμφερόντων τους από την κατεστημένη νεοφιλελεύθερη πολιτική. Η έχθρα προς την ‘πολυπολιτισμικότητα’ των πληβείων (ο όρος ‘πλέμπα’ που χρησιμοποιείται έχει ελιτιστικές απαξιωτικές συνδηλώσεις) στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στον ανήλεο ανταγωνισμό για θέσεις εργασίας που προκαλεί ο αυξανόμενος ‘εφεδρικός βιομηχανικός στρατός’ που πλήττει αμφότερα την εργατική τάξη και τα κατώτερα μικροαστικά στρώματα.
    Τέλος δεν πρέπει να παραβλέπεται η παγκοσμιοποίηση και ο τρόπος ένταξης του Η.Β. στον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Ο ‘Ατλαντισμός’ είναι ένα ιδεολόγημα για την αποδοχή της απαγκίστρωσης από την Ε.Ε ‘εσωτερικής κατανάλωσης’ που προσκρούει αφενός στον ‘οικονομικό εθνικισμό’ των Η.Π.Α. και στις αναφυόμενες πολιτικές προστατευτισμού και αφετέρου στη δυσμενέστερη βάση του Η.Β. για ένταξη στον Π.Ο.Ε. και στις εκκολαπτόμενες διεθνείς εμπορικές συμφωνίες. Η όξυνση των ‘εθνικών εγωϊσμών’ εντός και εκτός της χώρας μπορεί να επισκιαστεί προσωρινά από την διαφαινόμενη ‘ομόψυχη’ επικράτηση της πρωθυπουργού στις εκλογές αλλά θα εντείνει τις εσωτερικές διχοτομήσεις και τον κατακερματισμό προοιωνίζοντας ένα δυσοίωνο μέλλον που κανένας εθνικιστικός λόγος δεν μπορεί να ανατρέψει.

    • Αγαπητέ Γιώργο παρουσιάζει ενδιαφέρον το σχόλιό σου ωστόσο έχω μια παρατήρηση. Από που προκύπτει ότι οι ΗΠΑ θα ακολουθήσουν «οικονομικό εθνικισμό» και πολιτικές προστατευτισμού; Ο Τραμπ αυτά τα έλεγε για να εκλεγεί, τώρα που έχει εκλεγεί η κατάσταση είναι διαφορετική. Τώρα απλά κυβερνούν, όπως πάντα, οι συνήθεις ύποπτοι και οι πολιτικές δεν έχουν αλλάξει. Προσωπικά βλέπω την κυβέρνηση Τραμπ να «κανονικοποιείται» κάθε μέρα που περνάει.

      P.S.: Αν και η επισήμανσή σου είναι σωστή, ο όρος πλέμπα δεν νομίζω ότι χρησιμοποιήθηκε με «ελιτίστικη διάθεση» από τον συγγραφέα

      • Φίλε Γιώργο (και χρόνια πολλά) οπωσδήποτε δεν ήμαστε μελλοντολόγοι για να μαντέψουμε αιφνίδιες μεταστροφές από διακηρυγμένες πολιτικές οι οποίες όμως ενέχουν απώλεια εμπιστοσύνης της ρεπουμπλικανικής εκλογικής βάσης και ρήξη με τις μερίδες κεφαλαίου που στήριξαν Τραμπ. Προς το παρόν δεν διαφαίνεται κάποια απόκλιση από τις επίσημες θέσεις. Συγκεκριμένα, έχουμε απόσυρση των Η.Π.Α από την TPP και έναρξη επανεξέτασης της NAFTA. Έχουμε ακόμα ‘αποδέσμευση’ από την Κλιματική Συμφωνία του Παρισιού η οποία συνεπάγεται ενίσχυση της εξόρυξης και παραγωγής των εθνικών ορυκτών πόρων (πετρελαίου και φυσικού αερίου) στη βάση της στρατηγικής επίτευξης «εθνικής ενεργειακής αυτοδυναμίας» την επόμενη δεκαετία και απεξάρτηση από το καρτέλ ΟΠΕΚ. Έχουμε επίσης ανάσχεση των Αμερικανικών επενδυτικών πρωτοβουλιών στο Ιράν. Όσον αφορά στον προστατευτισμό υπήρξε ήδη προειδοποίηση για τις εισαγωγές στις Η.Π.Α. προς τις Ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες ενώ φαίνεται να τέθηκε το ζήτημα των Κινεζικών εξαγωγών στη πρόσφατη συνάντηση με τον Κινέζο πρόεδρο (σύνθετο ζήτημα γιατί η Κίνα από την μεριά της στηρίζει σε μεγάλο βαθμό τα Αμερικανικά ελλείμματα μέσα από την αγορά Αμερικανικών ομολόγων). Είναι νωρίς ακόμα για να δούμε το ξεδίπλωμα των πολιτικών αλλά δεν έχει υποπέσει στην αντίληψη μου κάποια αξιοσημείωτη μεταστροφή πολιτικής.

      • Ασφαλώς και μένει να δούμε πως θα εξελιχθούν στο μέλλον οι πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ. Αυτό που θέλησα να επισημάνω με το σχόλιό μου (επίσης χρόνια πολλά) είναι ότι οι πολιτικές που είχε εξαγγείλει η πλευρά Τράμπ είχαν βασιστεί, εκτός των άλλων, και στο γεγονός ότι από το 2007 μέχρι και το 2017 ο πλούτος του μέσου αμερικανικού νοικοκυριού μειώθηκε κατά 40% (Excerpted from the Gloom, Boom & Doom Report for April 2017) ενώ αντίθετα το 0,1% του πληθυσμού αντίστοιχα αύξησε τον πλούτο του. Εάν έχω καταλάβει καλά ένα σημαντικό τμήμα της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ βασίστηκε στην στήριξη συγκεκριμένων μερίδων του κεφαλαίου. Κεφάλαια συγκεκριμένων ανθρώπων που τους περισσότερους από αυτούς θα μπορούσαμε να ονομάσουμε επιχειρηματίες παλαιάς κοπής (ή τουλάχιστον πιο παραδοσιακούς). Δηλαδή επιχειρηματίες του «κλασικού» καπιταλισμού με επιχειρήσεις πραγματικής και παραγωγικής οικονομίας. Όμως αυτοί που τελικά κάνουν κουμάντο στις μείζονες πολιτικές είναι τα στελέχη των τραπεζών και των πολύ μεγάλων και πολυεθνικών επιχειρήσεων τα οποία αμείβονται με υπέρογκους μισθούς ακόμα και όταν καταλήγουν να χρεοκοπούν τις επιχειρήσεις. Είναι οι τζογαδόροι που κάνουν -καιρό τώρα- κουμάντο και όχι οι πιο παραδοσιακές εθνικές-οικονομικές δυνάμεις. Υπό αυτή την έννοια, κατά τη γνώμη μου, ο Τραμπ δεν έχει δώσει ούτε καν δείγμα γραφής. Ξεφύγαμε από το πολύ καλό άρθρο του Μιχάλη για τις βρετανικές εκλογές, αλλά η κυβέρνηση Τραμπ παρουσιάζει τεράστιο ενδιαφέρον.

      • Είναι αναμφίβολη η συγκέντρωση πλούτου στις Η.Π.Α. μόνο που δεν είναι αποτέλεσμα της μίας ή της άλλης κυβέρνησης αλλά γιατί πρόκειται για καπιταλιστική κοινωνία και το μοντέλο πολιτικής Τραμπ είναι ο ‘καθαρός καπιταλισμός’ (ελαχιστοποίηση κρατικής παρέμβασης). Εντούτοις, με παραξένεψε το κοινωνικοοικονομικό στοιχείο περί μείωσης του »μέσου πλούτου των νοικοκυριών κατά 40%» γιατί δεν απηχεί τα γνωστά δεδομένα. Ο σύνδεσμος παραπέμπει σε ένα τίτλο άρθρου φίλου μπλόγκερ που τιτλοφορείται με αυτήν την πληροφορία, όμως στο άρθρο αναγράφεται το αντίθετο (»ονομαστική αύξηση του διάμεσου πλούτου των νοικοκυριών») χωρίς να ‘εξηγείται’ πουθενά γιατί ισχύει το αντίθετο. Προσοχή στα Fake Facts.
        Σωστά εντοπίζετε ότι οι »επιχειρηματίες παλαιάς κοπής» (old money) στηρίζουν Τραμπ. Όχι μόνο αυτοί όμως αλλά η πλειονότητα της κοινωνικοταξικής κατηγορίας που ο Πουλαντζάς ορίζει ως »εσωτερική μπουρζουαζία» (που αντλεί την οικονομική αναπαραγωγή της από την εσωτερική αγορά με μικρή συμμετοχή των εξαγωγών). Συγκεκριμένα μερικά εκατομμύρια μικρομεσαίων επιχειρήσεων (μέχρι 250 εργαζόμενους) αναμένουν την προεκλογική υπόσχεση Τραμπ περί μείωσης του εταιρικού φορολογικού συντελεστή στο 15%. Επιπλέον ο ασφαλιστικός κλάδος (θεμελιακός πυλώνας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου) περιμένει να επωφεληθεί από την ρυθμιστική απίσχναση του Obamacare. Ένας άλλος πανίσχυρος κεφαλαιακός τομέας, αυτός των τηλεπικοινωνιών στήριξε Τραμπ στη βάση της επικείμενης κατάργησης της αρχής της »ουδετερότητας του διαδικτύου». Μία άλλη τεράστια βιομηχανία υπηρεσιών, της εστίασης και ταχυφαγίας στήριξε Τραμπ στη βάση απορρύθμισης του κατώτατου μισθού (σε αντίθεση με Clinton που υποστήριξε ομοσπονδιακή αύξηση του κατώτατου ωριαίου μισθού μετά από την εκλογική πίεση Sanders). Το τεράστιο υπεσχημένο πρόγραμμα ανοικοδόμησης υλικών υποδομών προσέλκυσε την στήριξη του κατασκευαστικού τομέα (εντός του οποίου κείνται και τα προσωπικά συμφέροντα Τραμπ). Αντίθετα, οι »πολυεθνικές» που αναφέρεστε (π.χ. Apple, Starbucks κ.α.) που αντλούν μεγάλο μέρος κερδών από το εξωτερικό και φοροδιαφεύγουν ‘χρωματίζονται’ ως Αντι-Αμερικανικές. Τέλος, αναφορικά με το τραπεζικό κεφάλαιο -και σε αντίθεση με την δήθεν αντι-συστημικότητα- η επίσημη ρεπουμπλικανική θέση ήταν και είναι η κατάργηση (και η μη-υλοποίηση) των νομοθετικών περιορισμών στην επενδυτική τραπεζική που νομοθέτησε ο Ομπάμα (και υποστήριξε προγραμματικά η Clinton). Σύσσωμο αυτό το κεφαλαιακό μπλοκ στηρίζει και επωφελείται από τον »οικονομικό εθνικισμό» Τραμπ (μεταξύ άλλων η προσπάθεια που γίνεται να μην εφαρμοστούν οι ρήτρες της Βασιλείας ΙΙΙ περί κεφαλαιακής επάρκειας). Συμφωνώ μαζί σας για το ενδιαφέρον που έχει η κυβέρνηση Τραμπ (μια κυβέρνηση δισεκατομμυριούχων, επιτομή του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού) και λυπάμαι για τις οδύνες που θα υποστεί ο Αμερικανικός λαός.

  • Φίλε Γιώργο δεν είμαι οικονομικός αναλυτής (και δεν είναι και το πιο απλό το ζήτημα που ανοίξαμε), ωστόσο δεν νομίζω ότι υπάρχει θέμα fake facts ή news εδώ, υπάρχει όμως θέμα «ανάγνωσης» των δεδομένων. Διότι είναι αλήθεια ότι ο «ονομαστικός» πλούτος των νοικοκυριών στις ΗΠΑ επίσημα καταγράφει ένα υψηλό όλων των εποχών, αλλά αυτά είναι σωρευτικά μεγέθη. Με άλλα λόγια μπορεί ο ονομαστικός πλούτος των νοικοκυριών στις ΗΠΑ να καταγράφει το παραπάνω «υψηλό» όλων των εποχών, αλλά αυτοί οι αριθμοί είναι παραπλανητικοί, διότι αντικατοπτρίζουν την αύξηση των κερδών του 10% και κυρίως του 0,1% του πληθυσμού. Το σχόλιό σου μου δίνει την αίσθηση ότι -κατά τη γνώμη σου- η επιλογή Χίλαρι θα ήταν κάτι διαφορετικό «από την επιτομή του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού» όπως λες. Μπορεί να μην κατάλαβα καλά, αλλά εάν το προηγούμενο ισχύει δεν με βρίσκει σύμφωνο. Φυσικά είναι θέμα οπτικής (μαρξιστικής υποθέτω), δεν αντιλέγω…

    • Φίλε Γιώργο ίσως δεν ήμουν επαρκώς αναλυτικός. Το ‘στοιχείο’ ήταν ατεκμηρίωτο και δεν αντιστοιχούσε στα αναγραφόμενα του μπλογκ οπότε τυπικά συνιστά παραπλάνηση. Αν ξαναδιαβάσεις το σχόλιο μου θα δεις μια μικρή διαφορά μεταξύ δύο όρων (mean=μέσος, median=διάμεσος). Ο δεύτερος όρος είναι αυτός που χρησιμοποιείται στο ‘στοιχείο’. Ο πρώτος όρος αφορά σε περιπτώσεις όπως αυτή που αναφέρεσαι. Π.χ. μεγάλη αύξηση πλούτου σε ένα μικρό τμήμα του πληθυσμού οπότε συναθροίζοντας όλα τα μεγέθη και διαιρώντας δια του αριθμού βγαίνει ο μέσος όρος που αποκρύβει την εσωτερική ανισότητα (έτσι βγαίνει π.χ. το κατά κεφαλήν εισόδημα). Όμως ο άλλος όρος (διάμεσος) αφορά τα νοικοκυριά που βρίσκονται στη μέση της κλίμακας και συνεπώς δεν επηρεάζεται από το αν το ανώτατο 10% των νοικοκυριών είχε εκθετική αύξηση πλούτου. Για αυτό και χρησιμοποιείται συχνά ως μέτρο σύγκρισης γιατί δεν επηρεάζεται από μεγάλες διαφορές εντός της κλίμακας.
      Έκανα τις συγκρίσεις με την Clinton γιατί υπάρχει μια κυρίαρχη τάση, τα πολιτικά δρώμενα στις Η.Π.Α. να ‘τσουβαλιάζονται’ μέσω άγνοιας με αποτέλεσμα όπως έλεγε ένας φιλόσοφος μέσα στη νύκτα όλες οι αγελάδες να φαίνονται μαύρες. Αν νομίζεις (όπως φαίνεται) ότι μια πολιτική υπέρ ή κατά της αύξησης του κατώτατου μισθού (που διαφοροποιεί τον προοδευτισμό από τον συντηρητισμό) είναι ασήμαντη λεπτομέρεια, τότε ναι είναι θέμα ‘πολιτικής άποψης’. Για μερικά εκατομμύρια όμως »εργαζόμενων φτωχών» (working poor) είναι ζήτημα στοιχειώδους επιβίωσης και συντάσσομαι με αυτούς. Δεν απηχεί την φιλοσοφία μου η νεοφιλελεύθερη θέση »ζήσε και άφησε τους άλλους να πεθάνουν».

  • Ευχαριστώ για την επισήμανση της διαφοράς ανάμεσα στον μέσο και τον διάμεσο. Τα στοιχεία του συγκεκριμένου blog μπορεί να είναι και παραπλανητικά, αλλά κατά τη γνώμη μου η ουσία της συζήτησης που άνοιξα είναι πολιτική. Σήμερα οι οικονομολόγοι «μετρούν» την φτώχεια και ένα σωρό άλλα μεγέθη με τρόπους και μεθόδους που συχνά δεν καταλαβαίνουν ούτε οι ίδιοι. Ωστόσο φίλε Γιώργο δεν βλέπω να υπάρχει το ενδεχόμενο κάποιας συνεννόησης σε επίπεδο πολιτικής κουβέντας. Επομένως, και εξαιτίας του άχαρου του μέσου, και για να μην καταλήξουμε να λέμε «άλλα λόγια να αγαπιόμαστε» (πράγμα που νομίζω πως έχει ήδη ξεκινήσει) και καθώς προσωπικά δεν είμαι του «προοδευτισμού», νομίζω ότι καλό θα ήταν να παραμείνουμε στις διαφορετικές μας οπτικές.

    • »Είναι έτσι, αν έτσι νομίζετε». Καλό πάντως θα ήταν να προσπαθεί κανείς να διαβάζει και πίσω (ανάμεσα) από τις γραμμές. Ευχαριστώ για τον διάλογο.

      • «Ένας, Κανένας και Εκατό Χιλιάδες» και εγώ ευχαριστώ για τον διάλογο.

  • Λόγω βεβαρημένων υποχρεώσεων αργώ να απαντήσω σε ορισμένα θέματα που θίχτηκαν εδώ στα σχόλια. Η συζήτηση είναι μεγάλη και αυτό με δυσκολεύει να τοποθετηθώ σε όλα όσα έχουν ειπωθεί.

    Σε ό,τι έχει να κάνει με το ζήτημα των πετρελαίων και του αερίου: πάει χρόνια η διαμάχη μεταξύ Σκωτίας και Αγγλίας για το ποιός θα ελέγχει τους φυσικούς πόρους, ποιός θα καρπώνεται την υπεραξία και ποιός τα ψίχουλα, όπως και η συζήτηση για το αν οι Σκωτσέζοι προσφέρουν περισσότερα (στο Λονδίνο) απ’ αυτά που αντέχουν, αν τρώνε λιγότερο απ’ την πίτα… Απλά, όλος αυτός ο ντόρος που γίνεται για την απόσχιση αδυνατώ να φανταστώ ότι θέτει ως κεντρικό του πυλώνα μόνο γεω-οικονομικά κίνητρα. Διότι αυτά τα ζητήματα μπορούν να λυθούν και με συνεχόμενα σκληρά lobbying και όχι με εξαγγελίες για δημοψηφίσματα και λαϊκή κινητοποίηση που θέτουν απειλές και πλήγματα στο ΗΒ (το οποίο ακόμα και αν δεν διαλυθεί, τα τραύματα από τις πληγές αυτές δύσκολα θα επουλωθούν, καθώς πλέον εισβάλει στη συνείδηση των ανθρώπων, και μάλιστα με δυναμικό τρόπο, η ιδέα πως «μπορούμε να τα καταφέρουμε και μόνοι μας», ενώ αμφισβητείται – έστω και σε πρωτόλειο επίπεδο – η υπάρχουσα εξουσία του Westminster). Εξίσου δεν νομίζω ότι αρκεί να πούμε πως ο «Ατλαντισμός» είναι ένα ιδεολόγημα που εξυπηρετεί κάποια συμφέροντα, παρότι (όπως είχα υποστηρίξει σε παλαιότερο άρθρο) η περίπτωση της Αγγλίας είναι ιδιάζουσα σε ό,τι αφορά τον ευρωσκεπτικισμό της. Δηλαδή, η εναντίωση στην ΕΕ δεν είναι απλά μια αγανάκτηση τύπου cacerolazo-μούντζα-γκρίνια (όπως πάνω κάτω συμβαίνει στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης) αλλά έχει βάσεις και στην ελίτ την ίδια. Η οικονομική ελίτ της Βρετανίας είναι διχασμένη, με το ένα κομμάτι της να κοιτά προς τις ΗΠΑ, την Αυστραλία και τις Ασιατικές αγορές, ενώ το άλλο προς την Ευρώπη και το Βερολίνο. Αντίθετα, είναι λίγες εκείνες οι ελίτ που θα μπορούσαν να στηρίξουν μια πιθανή έξοδο της Γαλλίας ή της Ιταλίας από το ευρώ (πόσο μάλλον την ΕΕ την ίδια), σε αντίθεση με τη Βρετανία που πάντα έβαζε τα δυο πόδια της καί στις δύο βάρκες (το ένα στην καθεμία). Αρκεί κανείς να δει και τον τρόπο που συμπεριφέρθηκαν οι «Συντηρητικοί» Τόριδες, που ενώ ανήκουν στην κεντροδεξιά, έθεσαν δημοψήφισμα για την παραμονή ή όχι της χώρας στην ΕΕ, σε αντίθεση με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες που η κεντροδεξιά είναι φιλοευρωπαϊκή, υπέρ της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, και χρειάζεται κανείς να μετακινηθεί πιο δεξιά για να αμφισβητήσει το Ευρωπαϊκό «όραμα». Δηλαδή μια πιθανή νίκη της Λεπέν στη Γαλλία θα σημάνει και την έναρξη μιας επαναδιαπραγμάτευσης των σχέσεων της χώρας με την ΕΕ, και στη συνέχεια το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων θα τεθεί σε δημοψήφισμα (αυτό λέει πάνω κάτω η πρόεδρος του Εθνικού Μετώπου). Αντίθετα, στη Βρετανία δεν χρειάστηκε καμία ακροδεξιά να διεκδικήσει την εξουσία ώστε να τεθεί ένα τέτοιο ζήτημα στο τραπέζι. Αρκούσε η επανεκλογή του Cameron. Βέβαια, θα πει κανείς, το UKIP δεν ήταν αυτό που έσπρωχνε τη χώρα προς την πόρτα της εξόδου; Δεν ήταν το κόμμα που με την ξενοφοβία του κινητοποιούσε τους πολίτες να στραφούν ενάντια σε οτιδήποτε φέρει τη σφραγίδα του «Ευρωπαϊκού οικοδομήματος»; Δεν είναι ο Φαράτζ (ηγέτης του UKIP και πρώην τραπεζίτης) κομμάτι της ελίτ; Αναμφισβήτητα έτσι είναι! Αλλά δυσκολεύομαι να δεχτώ ότι όλα αυτά είναι αποτελέσματα κάποιας οικονομικής ελίτ και μόνο, και πως δεν έχουμε να κάνουμε συγκεκριμένα με την εθνική συνείδηση των Άγγλων· ότι δεν είναι ο αντιευρωπαϊσμός τους μια ζωντανή ιδέα που αντανακλά τις πιο ιδιαίτερες πτυχές της Αγγλικής κουλτούρας όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα στους αιώνες. Όπως επίσης δεν με πείθει και το επιχείρημα των αριστερών, πως δήθεν οι Τόριδες πιέστηκαν από το UKIP να μετατοπιστούν σε ευρωσκεπτικιστικές θέσεις. Αν δεν υπήρχε βαθιά ριζωμένη στη συνείδηση και τον τρόπο ζωής των Άγγλων αυτή η αντι-ευρωπαϊκή (ή καλύτερα, μή ευρωπαϊκή) κουλτούρα (στην οποία αναφέρομαι), κανένα UKIP δεν θα είχε βρει πρόσφορο έδαφος να αναπτύξει τέτοιον λόγο που θα επηρέαζε την κεντροδεξιά, ενώ καμία ελίτ δεν θα έφτανε στο σημείο να προωθήσει ατλαντική ατζέντα. Στην τελική, η ταυτότητα του λαού δεν είναι πάντα αποτέλεσμα ορθολογικών κινήσεων. Δεν μπορεί, με άλλα λόγια, ένας λαός να χτιστεί κατά παραγγελία, όπως έχει πει η Canovan. Ένας λαός, και η συνείδησή του, πολλές φορές, είναι αποτέλεσμα τυχαίων μεταβολών, ανεξέλεγκτων κινητοποιήσεων, μετακινήσεων· υπόκειται σε μια ενδεχομενικότητα, στη λεγόμενη fortuna, όπως θα έλεγε και ο Machiavelli. Άρα η αντίληψη πως ο ατλαντισμός είναι απλά και μόνο ένα ιδεολόγημα που εξυπηρετεί τους σκοπούς του κεφαλαίου αποτελεί ως ένα βαθμό μονομερής συμπέρασμα, μολοντούτο δεν είναι εσφαλμένο καθόλου. Ιδιαίτερα στην περίπτωση της Βρετανίας έχουμε να κάνουμε με μια συμμαχία μεταξύ δύο πόλων: α) των πολύ φτωχών, αυτών δηλαδή που απαξιώθηκαν από το πάλαι ποτέ κόμμα της εργατικής τάξης, το Labour Party, που κατάντησε να είναι αναπόσπαστο κομμάτι της παγκοσμιοποίησης (ενώ πλέον αντλεί υποστήριξη από φοιτητές, ερευνητές, χίπστερ, μέλη ΜΚΟ κ.λπ, οι οποίοι ωστόσο είναι αριστεροί ιδεολογικά και προωθούν έναν πολιτικά ευαίσθητο χιπστερισμό – αυτό που παλιά αποκαλούσαμε «εναλλακτική παγκοσμιοποίηση») και β) των πολύ πλούσιων· ένα κομμάτι δηλαδή της οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας που δεν μπορεί να συμβιβαστεί με την ιδέα της ΕΕ και τους κανόνες της, καθώς τους θεωρεί ιδιαίτερα περιοριστικούς και σοσιαλιστικούς, διεκδικώντας ελεύθερο εμπόριο δίχως φρένα και παρεμβάσεις. Από εδώ, λοιπόν, συμπεραίνουμε πως υπάρχουν επιπλέον κίνητρα που τροφοδοτούν τον ευρωσκεπτικισμό των Άγγλων, και αυτά δεν είναι μόνο κατασκευές μιας ελίτ, αλλά αντικατοπτρίζουν ένα σύνολο αξιών, παραδόσεων, αρχών, άγραφων νόμων, και μια νοοτροπία που κάνουν τους Άγγλους να διαφέρουν από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους σε ορισμένα βασικά ζητήματα.

    Σε ό,τι έχει να κάνει με την ένταξη της Σκωτίας στην ΕΕ, είναι σίγουρο ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορέσει να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση που απαιτεί η χώρα για να καλύψει τις ανάγκες της, καθώς θα της κοπεί η πρόσβαση στους πόρους που διαθέτει το (υπόλοιπο) ΗΒ. Γνωρίζουμε όμως πως η ένταξη μιας χώρας στην ΕΕ είναι μια διαδικασία που διέπεται από κανόνες και υποχρεώσεις για κάθε υποψήφιο μέλος. Έτσι, η προσάρτηση (γιατί στην ουσία για προσάρτηση μιλάμε) της Σκωτίας στο ευρωμαντρί σημαίνει πως η κυβέρνηση του Εδιμβούργου θα πρέπει ενώ λαμβάνει χρηματοδότηση να υπακούει σε όλους αυτούς τους κανόνες, οι οποίοι κανείς δεν γνωρίζει τί αντίκτυπο θα έχουν στην οικονομία της Σκωτίας. Δηλαδή κομμάτι από την πίτα θα πρέπει να δοθεί στο ευρωπαϊκό ταμείο, και κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αν πραγματικά αυτό το κομμάτι θα αντιστοιχεί στην υπεραξία του κρατικού κέρδους. Πιο βασικό ερώτημα που απασχολεί μονάχα τους ενωτιστές (δηλαδή αυτούς που επιθυμούν την παραμονή στο ΗΒ): ποιό θα είναι το επίσημο νόμισμα της χώρας; Αν μιλάμε για ευρώ, τότε κατά πάσα πιθανότητα η οικονομία της Σκωτίας θα δεσμευτεί και σε κανόνες δημοσιονομικής προσαρμογής που απαιτεί η ευρωζώνη για να γίνει δεκτό ένα μέλος, κι έτσι θα χρηματοδοτείται μέσω των bail outs (αν κριθεί απαραίτητο), ενώ στην περίπτωση που επιλέξει δικό της νόμισμα, ουδείς γνωρίζει αν η αξία του θα υποτιμηθεί και ποιούς θα εξυπηρετήσει η υποτίμηση (φαντάζομαι, όχι τους φτωχούς πολίτες). Το γεγονός ότι ελάχιστοι υπέρμαχοι της ανεξαρτησίας συζητάνε αυτά τα θέματα, και περιορίζονται στο γνωστό «Scottish not British», σημαίνει πως το διακύβευμα ενδέχεται να είναι πολύ βαθύτερο από κάποιες γεω-οικονομικές διαφωνίες. Με άλλα λόγια, φαίνεται παράλογο που οι Σκωτσέζοι εθνικιστές (όντας αριστεροί και σοσιαλδημοκράτες στις πολιτικές τους τοποθετήσεις) από τη μια απεχθάνονται το Λονδίνο, που τους ξεζουμίζει και τους εκμεταλλεύεται, τους επιβάλει μέτρα λιτότητας και περικοπές, τους λοιδορεί ως «τεμπέληδες που ζουν με επιδόματα που το κράτος παρέχει στους πολίτες του ΗΒ μέσα από τους φόρους του σκληρά εργαζόμενου Άγγλου», αλλά από την άλλη δεν νοιάζονται για τη λιτότητα που θα μπορούσε να επιβληθεί από την ΕΕ (όπως στην περίπτωση του νότου) με πιθανή άμεση συνέπεια στο μέλλον το ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας (κατά πρότυπο των ιδιωτικοποιήσεων λιμανιών και αεροδρομίων στην Ελλάδα) σε ξένους εργολάβους (που θα μπορούσαν να είναι οι πηγές αερίου και πετρελαίου). Δεν μπορώ να δεχτώ ότι οι Σκωτσέζοι εθνικιστές είναι τόσο αφελείς ώστε να μην γνωρίζουν τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις μιας ένταξης στην ΕΕ, μήτε είναι ανενημέρωτοι για το τί συμβαίνει στον ευρωπαϊκό νότο. Συνεπώς, αυτό που τους ενδιαφέρει πιο πολύ (από ότι φαίνεται) είναι η εθνική τους συνείδηση και ταυτότητα, αν δηλαδή οι ίδιοι επιθυμούν να παραμείνουν κοντά στους Άγγλους, ή αν προκειμένου να ανεξαρτητοποιηθούν (μέ ή χωρίς εισαγωγικά) θα επιδιώξουν να πλησιάσουν την Ευρώπη, παρότι δεν τρέφουν κάποια ιδιαίτερη συμπάθεια προς την ΕΕ, σε αντίθεση με τους Ιρλανδούς οι οποίοι αισθάνονται περισσότερο Ευρωπαίοι παρά Άγγλοι (κάτι που φαίνεται και μέσα από τα γραπτά του James Joyce).

    Όσο για τη συζήτηση που έγινε πάνω στο θέμα του Trump, και πιο συγκεκριμένα στο αν οι πολιτικές του είναι όντως πολιτικές προστατευτισμού ή όχι, θα πω ότι δεν βλέπω κάποιον σοβαρό προστατευτισμό, παρά μόνο στα λόγια (τα οποία σιγά σιγά ξεθυμαίνουν). Δηλαδή, όσο περνάει ο καιρός τόσο τελειώνουν οι λεονταρισμοί, οι μεγαλοστομίες και οι απομονωτισμοί, και στο πρόγραμμα μπαίνει και πάλι η ίδια – a la Bush – πολιτική των επεμβάσεων (βλ. πύραυλοι στη Συρία – μια πολιτική που πολύ θα ήθελε να είχε επιβάλει η Κλίντον – και απειλές προς Βόρεια Κορέα). Τα μεγάλα λόγια πως «είναι καιρός να ασχοληθούμε λιγάκι με τη χώρα μας και να αφήσουμε τα προβλήματα του κόσμου» (όπως είχε πει στην ορκωμοσία του ο Trump) μάλλον ήταν ένα ακόμα εφέ για εσωτερική κατανάλωση και εντυπώσεις για τον μέσο άνθρωπο της ενδοχώρας. Οι υποσχέσεις για εύρεση κοινής γραμμής με τη Ρωσία (σε αντίθεση με την Κλίντον που σχεδίαζε κατά μέτωπο επίθεση στον Πούτιν) πάνε και αυτές, με τις σχέσεις των δύο χωρών να είναι στο ναδίρ. Την έξοδο από την TTIP δεν ακολούθησε έξοδος από την πολύ χειρότερη CETA (και πέρα τούτου, μια χώρα εκτός TTIP δεν είναι κατ’ ανάγκη χώρα δίχως νεοφιλελεύθερη οικονομία, μήτε η έξοδος από τη συνθήκη του Παρισιού σημαίνει πολλά). Αν μέσα σε όλα συμπεριλάβουμε και το γεγονός ότι ο Trump δεν κατάφερε να εμποδίσει την είσοδο μεταναστών και προσφύγων από τις επτά χώρες που είχε (ήδη το επιτελείο του Ομπάμα) κατατάξει στη λίστα ως «επικίνδυνες για τρομοκρατία» (και όλα αυτά μετά από αδιάκοπες σφαλιάρες από ανώτατα δικαστήρια), το ότι δεν του είναι εύκολο να υλοποιήσει αυτά που είχε υποσχεθεί για τα μεταναστευτικά άσυλα, να κόψει τελείως τη χρηματοδότηση σε αυτές τις πόλεις (ώστε να περιορίσει τη διακίνηση μεταναστών εντός της χώρας δίχως χαρτιά), μαζί και τα εμπόδια που συναντά στο χτίσιμο του τείχους με το Μεξικό, όχι μόνο απόκλιση βλέπουμε, αλλά και τεράστια διαφοροποίηση σε σχέση με αυτά που είχαν εξαγγελθεί (και δεν έχει περάσει πολύς καιρός ακόμα). Το πού θα οδηγηθεί η κατάσταση είναι δύσκολο να το γνωρίζουμε (ιδίως μετά από μια πολύ πιθανή νίκη της Λεπέν στη Γαλλία). Το σίγουρο είναι πως τα πράγματα αλλάζουν, όχι όμως α) προς την κατεύθυνση που θα θέλαμε ή, β) προς την κατεύθυνση που θα ήθελαν ακόμα και αυτοί που υπόσχονται προστατευτισμό, οικονομικό εθνικισμό και απομονωτισμό. Όπως και να’ χει, μήτε η Βρετανία, μήτε η ΗΠΑ, μήτε η Γαλλία της Λεπέν θα πάψουν να είναι εκτεθειμένες στην παγκοσμιοποίηση.

    Αυτό που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ως «αλλαγή σελίδας» θα ήταν όχι η συγκεντροποίηση της εξουσίας σε όλο και πιο διογκωμένα μορφώματα, αλλά η διάχυσή της σε τοπικά, εδαφικοποιημένα συστήματα διακυβέρνησης που ίσως να ευνοούν την αμεσότητα και την πρόσωπο-με-πρόσωπο πολιτική διαβούλευση. Έτσι από τον 18ο-19ο αιώνα έχουμε το εθνος-κράτος που ενοποιεί τα εδάφη των αχανών προ-νεωτερικών αυτοκρατοριών, ενώ στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα έχουμε την υπερεθνική ενοποίηση και την global εποχή, και τώρα, τον 21ο αιώνα αρχίζει να μπαίνει στο πολιτικό μας λεξιλόγιο το αίτημα του τοπικού, του ριζωμένου πολιτικού συστήματος. Όμως, για να μην ωραιοποιούμε τα πράγματα, αυτό παραμένει στα πλαίσια του έθνους-κράτους, και δίχως να ξεπροβάλει κάποια ρεπουμπλικανική ιδέα που θα ξαναθέσει το ζήτημα της διακυβέρνησης σε άλλη βάση – δηλαδή στη βάση της επανεδαφοποίησης της εξουσίας σε επίπεδα κοντινά στον πολίτη που να ευνοούν τη συμμετοχή του. Πολλές φορές, μάλιστα, μπορεί να συνδυάζεται με εθνορομαντισμό, μια ιδεολογία που δεν τρέφει κάποια ιδιαίτερη συμπάθεια για τα ρεπουμπλικανικά ιδεώδη. Ακόμα, βέβαια, και η επιστροφή στο έθνος-κράτος – με τα δημοψηφίσματα να μπαίνουν στο προσκήνιο δυναμικά προκειμένου να καθορίσουμε σημαντικές αποφάσεις, όπως π.χ. μια ενδεχόμενη απόσχιση (σε Σκωτία, Καταλονία κτλ) – ίσως να ήταν και μια ευχάριστη έκβαση αν συνυπολογίσουμε την κίνηση των κινημάτων κατά τα τελευταία χρόνια που θέτουν το αίτημα της άμεσης δημοκρατίας και της εξουσίας στον λαό. Η τροπή που παίρνουν τα πράγματα, όμως, δεν φαίνεται πως βαδίζει προς μια τέτοια κατεύθυνση.

    • Το ό,τι υπάρχει ιστορική παράδοση αντι-Ευρωπαϊσμού (νήσος vs. ηπειρωτική χώρα) στη λαϊκή συνείδηση των Άγγλων είναι γεγονός. Δεν πρέπει όμως να παραβλέπεται η διαμεσολάβηση των ΜΜΕ (που ανήκουν στην ελίτ) τα οποία ‘επανα-επινόησαν την παράδοση’ του αντι-ευρωπαϊσμού τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Η συγκρότηση εθνικής ταυτότητας διέρχεται (και αυτό το γνωρίζουν καλά οι εθνικιστές) μέσα από την κατασκευή του ‘αντιπάλου δέους’ και ο καταλληλότερος υποψήφιος για την θέση αυτή ήταν η Ε.Ε. που η ‘υπερ-εθνική’ αοριστία της επέτρεπε πάσης φύσεως προβολές.
      Ο ‘Ατλαντισμός’ είναι ιδεολόγημα αλλά κυρίως φαντασίωση γιατί στερείται υλικών στηριγμάτων. Και αν θέλουμε να εγκύψουμε βαθύτερα πρέπει να συνυπολογίσουμε μια υποδόρια στάση αντι-Αμερικανισμού της εθνικής Αγγλικής συνείδησης που θρηνεί για την ‘Αμερικανοποίηση της Αγγλικής’, τον δευτερεύοντα και υποτελή ρόλο των πολιτικών αρχηγών της δίπλα στον εκάστοτε Ηγεμόνα και την συχνά καταγγελλόμενη υπεροψία των Αμερικανών απέναντι τους (ας μην ξεχνάμε ότι οι Αμερικανοί έκαναν επανάσταση ενάντια στο Βρετανικό ‘έθνος’).
      Μια καλοζυγισμένη ανάλυση πρέπει να αναρωτιέται γιατί οι πάσης φύσεως ‘πολιτισμικές’ εξηγήσεις κυκλοφορούν ανενδοίαστα στην προφάνεια των πραγμάτων ενώ τα ‘κοινωνικοοικονομικά συμφέροντα’ παραμένουν επιμελώς αόρατα στο πεδίο του δημοσίου λόγου.

      • Μα ασφαλώς και οι οικονομικές ολιγαρχίες προσπαθούν να οικειοποιηθούν το λαϊκό αίσθημα για δικό τους όφελος, και τα Βρετανικά ΜΜΕ δεν αποτελούν εξαίρεση, με πρώτα και καλύτερα τις φυλλάδες της αυτοκρατορίας Murdoch (Sun, Daily Mail, Daily Express). Ωστόσο, είναι προτιμότερο όταν ερμηνεύουμε μια κατάσταση να προσπαθούμε να δούμε όλες τις δυνατές πτυχές και προεκτάσεις ενός προβλήματος, και έτσι δεν μπορούμε να αρκεστούμε μονάχα στο σχήμα ελίτ vs λαός. Χωρίς να αμφισβητεί κανείς την επιρροή της ολιγαρχίας στο κοινωνικό σώμα, θα πρέπει να μπορούμε να δούμε την κοινωνία όχι σαν ένα καλοκουρδισμένο ρολόι, που κάποιοι το ελέγχουν και το ρυθμίζουν, αλλά και σαν έναν μηχανισμό που παράγει τα δικά του πρότυπα. Μια τέτοια ανάλυση δεν αναζητά απλά «πολιτισμικές εξηγήσεις» αλλά προσπαθεί να δει την ανθρωπολογική διάσταση του ζητήματος. Στόχος μας, με άλλα λόγια, είναι να μελετήσουμε πώς το σύνολο των κοινωνικών διεργασιών προωθούν άλλου είδους συμπεριφορές, αλλάζουν τα δεδομένα και, ως εκ τούτου, διαμορφώνουν τον εκάστοτε κοινωνικό προσανατολισμό. Αυτά τα νέο δεδομένα μπορεί να καλλιεργήσουν το έδαφος για την ανάδυση νέων ολιγαρχιών (όπως συνέβη μετά τη δεκαετία του 70 στις περισσότερες δυτικές χώρες). Έτσι και στην περίπτωση της Βρετανίας: δεν είναι απλά και μόνο η ελίτ που προσπαθεί να οικειοποιηθεί το αντι-ευρωπαϊκό αίσθημα με στόχο να εξυπηρετήσει οικονομικά συμφέροντα, αλλά πίσω από το προφανές υπάρχει και μια άλλη πραγματικότητα που συχνά δεν θέλουν κάποιοι αναλυτές να παραδεχτούν: μέσα σε ένα περιβάλλον γενικευμένης κατάρρευσης αξιών – το λεγόμενο κενό νοήματος που καταρρακώνει κάθε έννοια κοινού χρόνου – δεν είναι παράλογο που κάποιοι στρέφονται προς τον εθνικισμό (όπως έχω επανειλημμένως τονίσει), προσπαθώντας να επαναπροσδιορίσουν την έννοια του ανήκειν. Προκειμένου μια ταυτότητα να αποκτήσει ένα Α περιεχόμενο που την προσδιορίζει ως Α θα πρέπει να διαφοροποιηθεί από όλα τα άλλα ανθρώπινα σύνολα που υπάρχουν (το Β, το Γ, ή οτιδήποτε). Και αυτός ο ρόλος του «άλλου» στην περίπτωση της Βρετανίας είναι η ΕΕ, το «αντίπαλο δέος» όπως πολύ σωστά λες. Αντίθετα με αυτά που μας έχει διδάξει η μεταμοντέρνα ιδεολογία της νεοαριστεράς, τέτοιου είδους διαφοροποιήσεις δεν συνιστά απαραίτητα πρόβλημα. Αντίθετα, είναι αναγκαίο να υφίστανται πολλαπλές ταυτότητες, αντί να μιλάμε για ένα πολιτισμικό Esperanto, την λεγόμενη cosmo-polis του Kant που οι μεταμοντέρνοι διανοούμενοι έχουν ανάγει σε πρόταγμα (ως δήθεν αντίδοτο στους εθνικισμούς). Μια τέτοια ταυτότητα πολλές φορές δεν εκφράζει παρά την ανάγκη των ανθρώπων να επαναφέρουν την ταύτιση με το περιβάλλον τους (εξ ου και ταυτότητα-ταύτηση-ταυτίζω), πράγμα που είναι ζωτικής σημασίας για όλους μας, ενώ αντιθέτως η στέρηση του κοινού χρόνου μπορεί να οδηγήσει στην αναζήτηση επιθετικών μορφών ταύτισης. Διότι δίχως μια συλλογική ένταξη μετατρεπόμαστε σε εκριζωμένα όντα, σε ένα σύνολο «ελάχιστων εαυτών» κατά τον Christopher Lasch και βουλιάζουμε στον μηδενισμό. Ως αντίδοτο στον μηδενισμό μπορεί να αναζητηθεί οτιδήποτε (ακόμα και ένας πολύ ακραίος εθνικισμός).

        Ανθρωπολογικά μιλώντας, οι κοινωνίες μπορούν να δημιουργούν νέες ελίτ (όπως είπα και πιο πάνω), οι οποίες απλά αντικαθιστούν τις προηγούμενες, ή ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις, νέες και παλιές ελίτ να συνυπάρχουν. Έτσι και μετά τη δεκαετία του 70 έχουμε την άνοδο των χίπστερ, δηλαδή της νέας ολιγαρχίας, που προήλθε μέσα από κινήματα. Πρόκειται για τους bobo, δηλαδή bourgeoisie bohemian, καθώς συνδυάζουν από τη μια στοιχεία της αντικουλτούρας του 60-70, και από την άλλη το business ethic της παλιάς WASP ελίτ. Αυτή η ολιγαρχία είναι πολιτισμικά φιλελεύθερη (προωθεί την πολυπολιτισμικότητα και την ανεκτικότητα) ενώ σε οικονομικά ζητήματα ταυτίζεται με το laissez faire. Και στην περίπτωση της Βρετανίας, αυτή η ολιγαρχία βρίσκεται στο πλευρό της ΕΕ, με το Βερολίνο και την «ανοιχτή Ευρώπη», ενώ η παλιά ελίτ της χώρας συγχέει την ΕΕ με τα ανοιχτά σύνορα, τον πολιτικό φιλελευθερισμό της νέας ολιγαρχίας, και στρέφεται προς τις ΗΠΑ και την Αυστραλία. Χαρακτηριστικό των bobos είναι η αποκοπή τους από το κοινωνικό σώμα, και η τάση τους να ανάγουν το φαινόμενο της εκρίζωσης – η οποία χαρακτηρίζει το σύνολο των σημερινών κοινωνιών – σε πολιτισμικό πρόταγμα, πράγμα που οδηγεί στην καταστροφή κάθε κοινωνικού δεσμού, άρα και στο τέλος της κοινωνίας. Γι’ αυτό και τμήμα του πληθυσμού που αισθάνεται εκριζωμένο και παρατημένο στη μοίρα του, προσπαθεί να επιστρέψει στις παραδοσιακές σταθερές αξίες, ενάντια στη μεταμοντέρνα ρευστότητα, ενώ στην προσπάθειά του να σώσει ό,τι μπορεί να σωθεί, καρπώνεται από παράσιτα της παλιάς ολιγαρχίας, όπως ο Φαράτζ. Δηλαδή, δεν είναι μόνο ο Φαράτζ και ο Murdoch που «κινούν τα νήματα» όσο και η τάση μιας μερίδας του πληθυσμού (κυρίως οι κάτοικοι της ενδοχώρας) να αναζητούν τον χαμένο τους κοινό χρόνο (μην μιλήσουμε φυσικά για την ολική απαξίωση που έχουν υποστεί από την νέα ελίτ, η οποία όντας πολιτισμικά φιλελεύθερη θεωρεί ότι αυτό το κομμάτι του πληθυσμού – που επιθυμεί να διατηρήσει τα παραδοσιακά του έθιμα, σε αντίθεση με την πολυπολιτισμική κουλτούρα της μητρόπολης – είναι ένα μάτσο φασίστες και ρατσιστές). Τί να κάνουμε όμως τώρα που στην περίπτωση της Βρετανίας οι παλιές αξίες είναι συνυφασμένες με τη μοναρχία και την αυτοκρατορική μεγαλομανία; Απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να δώσει κανένας πολιτικός χώρος από ότι φαίνεται, κι έτσι η κοινωνία διχάζεται σε δύο πόλους, τον φιλελεύθερο (που όπως φαίνεται υποχωρεί κάθε μέρα όλο και περισσότερο) και τον δεξιόστροφο (δεν τολμώ να το πω συντηρητικό) εσωστρεφή εθνικισμό, ο οποίος πολλές φορές αναπαράγει τη Ρομαντική αφήγηση περί έθνους.

        Καθότι όμως γράφω αυτό το σχόλιο, οι εξελίξεις τρέχουν. Τα νέα γεγονότα μας πληροφορούν ότι ο Trump δεν θα εγκαταλείψει τη NAFTA για την ώρα (μένει να δούμε, βέβαια, πόσο διαρκεί αυτή η ώρα…) Θα προσπαθήσει, λέει, να επαναδιαπραγματευτεί μια νέα συμφωνία προς όφελος καί των τριών χωρών: κοινώς… αλλαγή εκ των έσω! Κάπου τα έχω ξανακούσει αυτά αλλά κάνω πως δεν θυμάμαι που! Πολύ ωραίο το «είπα-ξείπα» της «εναλλακτικής δεξιάς», και γρήγορο πριν καλά καλά προλάβουν οι αριστεροί και κρατήσουν copy-right!

Σχολίασε

Go to top