Ο Henri Bergson (Παρίσι 1859 – 1941) ήταν Γάλλος φιλόσοφος, εβραϊκής καταγωγής. Γιος ενός Πολωνοεβραίου συνθέτη και μιας Αγγλίδας, υπήρξε εξέχουσα μορφή της γαλλικής φιλοσοφικής σκέψης κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, που εκτιμήθηκε και λατρεύτηκε όσο λίγοι. Άσκησε πολύ σημαντική επιρροή στη σκέψη της εποχής του, ενώ το 1927 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας. Περίφημη υπήρξε η διαμάχη του με τον Einstein στη Φιλοσοφική Εταιρεία στο Παρίσι το 1922, σχετικά με το ζήτημα του χρόνου. Αν και τα βιβλία του Bergson περιελήφθησαν στον Index του Βατικανού, ο ίδιος στα τελευταία χρόνια της ζωής του πλησίασε αρκετά τον Ρωμαιοκαθολικισμό, ωστόσο έμεινε πιστός στον Ιουδαϊσμό από αλληλεγγύη προς τους ομοθρήσκους του. Αναγνωρίστηκε ως ο σημαντικότερος και πιο πρωτότυπος εκπρόσωπος της νέας Φιλοσοφίας της Ζωής. Είναι γνωστό ότι το πρώτο περιστατικό κυκλοφοριακής συμφόρησης στις Η.Π.Α., σημειώθηκε το 1913 στο Broadway του Manhattan, επειδή είχε έρθει ο Bergson για να πραγματοποιήσει την εναρκτήρια διάλεξή του.

Ο Bergson διαμορφώθηκε φιλοσοφικά από δύο κατευθύνσεις: αφενός από τις βουλησιοκρατικές και περσοναλιστικές κατευθύνσεις της γαλλικής σκέψης (Maine de Biran, Ravaisson και Boutroux), αφετέρου από τις ωφελιμιστικές θεωρίες αγγλόφωνων στοχαστών όπως ο Herbert Spencer. Μάλιστα ο Bergson είχε δηλώσει κάποτε ότι η φιλοσοφία του ξεκίνησε από τις απόπειρες που έκανε να εμβαθύνει στον Spencer, τον οποίο αργότερα απέρριψε και άρχισε να επικρίνει, ύστερα από τη μελέτη του για το πώς αντιλαμβανόταν το χρόνο. Από τότε κύριος στόχος του Bergson έγινε το να αναχαιτίσει την υλιστική ώθηση που δέχτηκε η φιλοσοφία μετά τη ραγδαία ανάπτυξη των θετικών επιστημών στα τέλη του 19ου αιώνα. Για το σκοπό αυτό ήθελε να αποδείξει ότι η ανθρώπινη συνείδηση δεν αποτελεί απλή φυσική διαδικασία, όπως νομίζει ο φιλοσοφικός υλισμός. Είμαστε ελεύθεροι οι άνθρωποι; Τι είναι αυτό που ονομάζουμε «χρόνο»; Μπορεί ο ψυχισμός μας να μελετηθεί με την ίδια ακρίβεια και αποτελεσματικότητα με την οποία μελετώνται τα φυσικά φαινόμενα; Γύρω από αυτά τα θεμελιώδη φιλοσοφικά ερωτήματα περιστρέφεται το βιβλίο Τα άμεσα δεδομένα της συνείδησης, το πρώτο έργο του Bergson, που αποτέλεσε αρχικά και τη διδακτορική του διατριβή. Μέσα σε τρία κεφάλαια, με πυκνό ύφος και με μια περίπλοκη επιχειρηματολογία βασισμένη στις θετικές επιστήμες, υποστηρίζεται μια βασική θέση: η ανθρώπινη ελευθερία είναι γεγονός και όμως αδύνατο να αποδειχτεί λογικά. Πώς όμως συνδυάζεται η αιτιοκρατία, στην οποία διαρκώς καταλήγει η φιλοσοφική και επιστημονική σκέψη, με την εσωτερική βεβαιότητά μας ότι είμαστε ελεύθερα όντα;

Ο Bergson εξετάζει την Ψυχοφυσική, την περίφημη τάση της νεοσύστατης τότε Πειραματικής Ψυχολογίας, που ήταν και η πρώτη προσπάθεια επιστημονικοποίησης της Ψυχολογίας, αναλύοντας τις προσπάθειες των θεμελιωτών της, Wundt και Delbef, να ανιχνεύσουν τα περιβαλλοντικά ερεθίσματα που μας προκαλούν συγκεκριμένες αισθητηριακές εμπειρίες. Όπως υποστηρίζει, για να εδραιωθεί η Ψυχοφυσική ως επιστημονικός κλάδος, πρέπει να αποδειχτεί η ισότητα δύο τουλάχιστον αισθήσεων, χωρίς όμως την ταυτοσημία τους. Κάτι τέτοιο ωστόσο είναι αδύνατο χωρίς την εξάλειψη του ποιοτικού στοιχείου από τη μελέτη των αισθητηριακών δεδομένων. Με την εξάλειψη του ποιοτικού στοιχείου όμως, εξαλείφεται ακριβώς αυτό που ερευνά η Ψυχοφυσική, οπότε μοιάζει ότι εγκλωβίζεται σε έναν φαύλο κύκλο.

Στην πραγματικότητα, όσο περισσότερο βυθιζόμαστε μέσα στη συνείδησή μας, τόσο συνειδητοποιούμε ότι τα άμεσα δεδομένα της είναι ποιοτικά και όχι ποσοτικά. Κάθε προσπάθεια ποσοτικοποίησης των αισθημάτων μας δεν είναι παρά διαστρέβλωση των ποιοτικών μεταβολών. Για παράδειγμα, όταν κάποιος ισχυρίζεται ότι αισθάνεται έναν μικρότερο ή μεγαλύτερο πόνο, σαν να επρόκειτο για μετρήσιμο μέγεθος, αυτό που εννοεί είναι ότι απλώς ο πόνος επεκτείνεται και σε άλλα μέρη του οργανισμού του, καθώς και ότι αλλάζει μορφή: από απλός πόνος μετατρέπεται σε οδύνη. Το ίδιο ισχύει, τηρουμένων των αναλογιών, και για όλα τα συναισθήματα που βιώνουμε οι άνθρωποι: χαρακτηρίζονται από ροή και αλληλοδιείσδυση και δε μπορούν να διαχωριστούν για να μετρηθούν, παρά μόνο τεχνητά. Μάλιστα, οι επί μέρους συνειδησιακές μας καταστάσεις αλληλοεισδύουν και ποικίλουν σε τέτοιο βαθμό ώστε να είναι αδύνατο να τις επαναλάβουμε πειραματικά. Πολύ περισσότερο, δε μπορούμε ούτε καν να τις κοινοποιήσουμε σε άλλους, αφού τα συνειδησιακά βιώματα κάθε ανθρώπου είναι μοναδικά και ανεπανάληπτα. Για παράδειγμα, είναι γνωστό στους περισσότερους η κατάσταση που ονομάζεται κοινώς «έρωτας». Οι περισσότεροι έχουν βιώσει τα συναισθήματα που τη συναποτελούν. Μπορεί όμως να ισχυριστεί κανείς σοβαρά ότι τα ερωτικά συναισθήματά του είναι ακριβώς ίδια με τα ερωτικά συναισθήματα κάποιου άλλου ανθρώπου; Ασφαλώς όχι. Ο καθένας από μας, αν στραφεί στον εαυτό του, θα διαπιστώσει ότι τόσο τα συναισθήματα όσο και τα αισθήματα που βιώνει, είναι συνάρτηση πλήθους στοιχείων που συνθέτουν την προσωπικότητά του. Είναι με λίγα λόγια μοναδικά και δε μπορούν να επαναληφθούν ούτε καν από τον ίδιο σε κάποια άλλη χρονική στιγμή. Θα μπορούσε να αντιτείνει όμως κανείς ότι στις καθημερινές μας συναναστροφές χρησιμοποιούμε τις ίδιες λέξεις και καταφέρνουμε να συννενοηθούμε. Για παράδειγμα, όταν λέμε σε κάποιον «είμαι ερωτευμένος», αμέσως καταλαβαίνει για ποιο πράγμα μιλάμε. Πώς εξηγείται αυτό αν όντως τα αισθήματά μας είναι μοναδικά;

Ο Bergson απαντά ότι κάθε άνθρωπος στην πραγματικότητα διαθέτει δύο «εαυτούς»: από τη μια πλευρά βρίσκεται η εσωτερική του συνείδηση, ενώ από την άλλη ο εξωτερικός του εαυτός, ο οποίος προσπαθεί να κοινοποιήσει τα βιώματα αυτής της συνείδησης στους άλλους. Αυτό συμβαίνει πάντα με τη βοήθεια της γλώσσας, που αποτελεί τη γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Για παράδειγμα, όταν ισχυρίζεται κανείς ότι νιώθει έναν «μεγάλο έρωτα», δεν κάνει τίποτε άλλο από το να παραμορφώνει αυτό το εσωτερικό του αίσθημα, προκειμένου να το μοιραστεί με άλλους. Κάθε αίσθημα που νιώθουμε είναι μοναδικό στον καθένα μας και μεταβάλλεται αδιαλείπτως, όσο και αν η γλώσσα το εγκλωβίζει σε μια εξωτερικεύσιμη μορφή. Αυτό που κοινοποιούμε στους άλλους ανθρώπους δεν είναι το ιδιαίτερο και προσωπικό μας αίσθημα αλλά μονάχα ένα «σύμβολο». Ο Bergson ισχυρίζεται ότι η αιτία που η γλώσσα μας εργάζεται με αυτόν τον τρόπο είναι η λογική. Αυτή, καθώς έρχεται σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο, έχει μάθει να παρατηρεί και να διακρίνει τα υλικά αντικείμενα. Όταν λοιπόν μελετά τα εσωτερικά βιώματα, τείνει να εντοπίζει σε αυτά τις ίδιες ασυνέχειες και ποσοτικοποιήσεις που εντοπίζει στα υλικά αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου. Όταν όμως η επαφή της συνείδησης με τον εξωτερικό κόσμο διαρραγεί, όπως για παράδειγμα συμβαίνει κατά τη διάρκεια του ύπνου, τότε αντιλαμβανόμαστε τα ψυχικά μας γεγονότα ως συγκεχυμένα, συνεχή και αδιαχώριστα. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στα όνειρα: εκεί παύουμε να αντιμετωπίζουμε το χρόνο ως κάτι σταθερό και τον αισθανόμαστε ως διάρκεια. Η αντίληψη του χρόνου είναι που δείχνει κυρίως τη διαφορά ανάμεσα στον εξωτερικό κόσμο και τη συνείδησή μας. Σύμφωνα με τον Γάλλο φιλόσοφο, η λογική και κατ’ επέκταση η επιστημονική σκέψη στηρίζονται σε μια αντίληψη για το χρόνο πολύ διαφορετική από αυτή της συνείδησης. Στην πραγματικότητα, αυτές συλλαμβάνουν το χρόνο χωρικά, με βάση τις ιδιότητες της ύλης. Προκειμένου να προβλέψουμε λόγου χάρη ένα φυσικό φαινόμενο, λαμβάνουμε ως δεδομένη την εκτατικότητά του. Γι’ αυτό και όταν η επιστήμη λέει «διάρκεια» εννοεί μια σύγκλιση ταυτοχρονιών. Κάτι τέτοιο είναι και λογικό και θεμιτό, αφού διαφορετικά δε θα μπορούσε να θεμελιωθεί η επιστημονική παρατήρηση. Η επιστήμη βρίσκεται σε οικείο έδαφος όταν έχει να κάνει με ποσότητα, έκταση και υλικά αντικείμενα.

Ωστόσο, αυτό που ο Bergson θεωρεί σοβαρό σφάλμα των φιλοσόφων, είναι ότι συχνά τείνουν να μετατρέψουν σε υλικό και ποσοτικά μετρήσιμο αντικείμενο κάτι που διαφέρει ριζικά από αυτά: την ανθρώπινη συνείδηση. Προβάλλοντας στον εσωτερικό κόσμο της συνείδησής μας όσα παρατηρήσαμε στον εξωτερικό κόσμο, οδηγούμαστε φυσικά σε σύγχυση και αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας σαν να είναι ένα ακόμη φυσικό φαινόμενο. Καμία έκπληξη δεν πρέπει να μας προκαλεί ότι καταλήγουμε να αρνούμαστε την ελεύθερη βούληση. Κι όμως, η ελευθερία είναι κάτι που μέσα μας νιώθουμε με βεβαιότητα, όσο και αν η λογική μας τείνει να το αρνείται. Ο λόγος είναι, σύμφωνα με τον νομπελίστα συγγραφέα, ότι ενώ εκείνη τείνει να λειτουργεί χωρικά, ο χρόνος μέσα στη συνείδησή μας είναι καθαρή διάρκεια. Μέσα στον καθένα από μας, υπάρχει διαρκής αλληλεπίδραση αισθημάτων, αποφάσεων και πράξεων. Μας είναι αδύνατο να διαχωρίσουμε μια πράξη από τα αίτια που μας οδήγησαν σε αυτή, καθώς αίτιο και πράξη είναι συγχωνευμένα και αδιαχώριστα από τον ίδιο τον εαυτό μας.

Μας είναι ακόμη αδύνατο, όσο διαρκεί μια πράξη, να προσδιορίσουμε από ποιο σημείο και έπειτα θα έχει αυτή συντελεστεί. Μονάχα αφού έχει παγιωθεί, απομονώνουμε με τη σκέψη μας τα αισθήματα που μας οδήγησαν εκεί και τους προσδίδουμε την αυθαίρετη ονομασία «αίτια». Παραβλέπουμε τις τόσες διαφορετικές δυνατότητες που προς στιγμήν μας ανοίχτηκαν και θεωρούμε ότι μια αιτία οδήγησε σε ένα αποτέλεσμα. Όσο ο χρόνος είναι διαρρέων, ανοίγονται μπροστά μας διάφορες δυνατότητες. Από τη στιγμή όμως που μια από αυτές πραγματώνεται, η σκέψη μας μετατρέπει αυτόματα το διαρρέοντα χρόνο σε διαρρεύσαντα. Κάθε φορά που πιστεύουμε ότι είναι δυνατή η πρόβλεψη των επιλογών μας, υποκαθιστούμε την ποιοτική εντύπωση που δέχεται η συνείδησή μας με την ποσοτική ερμηνεία που δίνει η λογική μας.

Κάθε φορά που αντιλαμβανόμαστε το παρελθόν, τον διαρρεύσαντα χρόνο, αντικειμενοποιούμε τα ψυχολογικά μας συμβάντα και αντιλαμβανόμαστε την πορεία από το αίσθημα ως την πράξη ως μια αλυσίδα αιτίων και αιτιατών, σαν να επρόκειτο για μια αναγκαιότητα. Ας μη βαυκαλιζόμαστε όμως: καμία πρόβλεψη του μέλλοντός μας δεν είναι δυνατή. Αυτό συμβαίνει επειδή, όπως μαρτυρούν τα άμεσα δεδομένα της συνείδησής μας, είμαστε ελεύθερα όντα. Ωστόσο, αυτή η ελευθερία μας έχει επίπεδα και διαβαθμίσεις: όσο περισσότερο αντιλαμβανόμαστε το πλήθος των δυνατοτήτων μας και αρνούμαστε να υποταχθούμε στην αιτιοκρατία, τόσο περισσότερο ελεύθεροι είμαστε. Κατά συνέπεια, η ελευθερία είναι ένα γεγονός, μια βεβαιότητα της εσωτερικής μας συνείδησης, αλλά συγχρόνως, κάθε προσπάθεια λογικής υποστήριξής της θα καταλήγει στην αιτιοκρατία. Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί υφίσταται αυτός ο έμφυτος προσανατολισμός της λογικής μας; Ο Bergson θα απαντήσει αυτό το ερώτημα στο επόμενο βιβλίο του, Η δημιουργική εξέλιξη (L’Évolution créatrice,1907), που σημείωσε θριαμβευτική υποδοχή όταν δημοσιεύτηκε και θεωρείται μέχρι σήμερα το αριστούργημά του και ένα από τα σημαντικότερα συγγράμματα στον χώρο της φιλοσοφίας του 20ού αιώνα. Σε ολόκληρο το βιβλίο προσπαθεί να υπερασπιστεί την ελεύθερη βούληση έναντι της αιτιοκρατίας και το διαρκές γίγνεσθαι απέναντι στο στατικό είναι. Βάση της σκέψης του είναι η κριτική στη διάνοια. Με εξαιρετική ευρυμάθεια στο χώρο των επιστημών, αλλά και απλότητα και σαφήνεια στο ύφος, ο Bergson αντλεί παραδείγματα από τις ανακαλύψεις της σύγχρονης Βιολογίας για να θεμελιώσει τους ισχυρισμούς του. Όπως είναι φανερό, ο Bergson είναι δυϊστής: υποστηρίζει ότι οι δύο αρχές του κόσμου είναι η ύλη και η ζωή, που ο ίδιος ονομάζει «ζωτική ορμή» (“Élan vital”), ενώ τα επί μέρους όντα δεν είναι παρά αποτελέσματα της ένωσης αυτών των δύο αρχών. Πρόκειται για τη θεμελιώδη διάκριση της φιλοσοφίας του. Η ζωή είναι ελεύθερη, δημιουργική και διαρκώς εξελισσόμενη, σε αντίθεση με την ύλη, που είναι στατική, αιτιοκρατική και καταλήγει στη φθορά και το θάνατο. Αυτές οι δύο αρχές του κόσμου αντιμάχονται ασταμάτητα η μια την άλλη, καθώς η ζωή, δηλαδή η ζωτική ορμή, ενώνεται με την ύλη και με αυτή ως πρώτη ύλη δημιουργεί διάφορες μορφές. Ωστόσο, όταν ενώνονται, η ζωή εγκλωβίζεται μέσα στους περιορισμούς που της επιβάλλει η ύλη, από τους οποίους προσπαθεί συνεχώς να απαγκιστρωθεί και να δημιουργήσει νέες μορφές ζωής, ολοένα και πιο σύνθετες.

Κατά τη μακρά πορεία της εξέλιξής της, η ζωτική ορμή έλαβε τις εξής τρεις διιστάμενες κατευθύνσεις: φυτό, ζώο, άνθρωπος. Ενώ το φυτό αποτελεί την πιο στατική μορφή ζωής, το ζώο διαθέτει μεγαλύτερη πολυπλοκότητα και ο άνθρωπος είναι σημαντικά περιπλοκότερος οργανισμός σε σχέση με τους δύο προηγούμενους. Αυτή η περιπλοκότητά του ανθρώπου του εξασφαλίζει περισσότερους από έναν μηχανισμούς για να κάνει μια συγκεκριμένη λειτουργία. Εξαιτίας της περιπλοκότητάς του, ο άνθρωπος διαθέτει συνείδηση, η οποία φωτίζει τις πιθανές επιλογές του, δίνοντάς του τη δυνατότητα να διαλέξει όποια επιθυμεί. Εκεί ακριβώς έγκειται η διαφορά του από το ζώο και το φυτό: ο άνθρωπος, επειδή είναι πολύπλοκος οργανισμός, διαθέτει συνείδηση επιλογών του και κατά συνέπεια ελευθερία στη βούληση. Λόγω της ελευθερίας του, ο άνθρωπος αποτελεί την ανώτερη μορφή ζωής στον κόσμο. Για τον Bergson ήταν εσφαλμένοι οι ισχυρισμοί του Αριστοτέλη ότι η διαφορά του με τα ζώα και τα φυτά είναι απλά ποσοτική. Η ελευθερία αποτελεί τη σημαντικότερη κατάκτηση της ζωής στον ατέρμονο αγώνα της με την ύλη. Για τον Bergson, ο άνθρωπος είναι το μοναδικό ον που έχει κατορθώσει να υπερβεί τα όρια της άμεσης δράσης και μπορεί να ελέγχει την ύλη, κατακτώντας την αφηρημένη σκέψη που γίνεται για χάρη της γνώσης.

Για να στηριχτεί η ζωτική ορμή και να διαπεράσει τους περιορισμούς της ύλης, τόσο ο άνθρωπος όσο και τα ζώα είναι εφοδιασμένα με τρόπους να επιδρούν πάνω στην ύλη: το ζώο έχει τα ένστικτα, ενώ ο άνθρωπος διαθέτει τη διάνοια. Αυτό σημαίνει ότι τα ένστικτα των ζώων και η διάνοια του ανθρώπου είναι προσανατολισμένα προς την ύλη, με βάση την οποία έχουν καθοριστεί να λειτουργούν. Ο ίδιος γράφει χαρακτηριστικά:

«Δεδομένου ότι η σκέψη μας δημιουργήθηκε από τη ζωή, σε καθορισμένες περιστάσεις, για να επενεργήσει σε καθορισμένα πράγματα, πώς θα μπορούσε να συλλάβει τη ζωή, της οποίας αποτελεί μόνο μιαν απόρροια ή μιαν όψη»;

Άρα η ανθρώπινη διάνοια είναι ανίκανη να συλλάβει το αδιάκοπο γίγνεσθαι της ζωτικής ορμής στον κόσμο, επειδή ακριβώς η σκέψη μας είναι σφραγισμένη από τους περιορισμούς της ύλης. Αυτός είναι ο λόγος, υποστηρίζει ο Bergson, που τείνουμε πάντα να σκεφτόμαστε «γεωμετρικά», δηλαδή με βάση το χώρο (ύλη). Εξαιτίας του προσανατολισμού της προς την ύλη, η διάνοιά μας έχει μια έμφυτη προδιάθεση προς τον υλισμό: διαρκώς αναζητά αιτιώδεις σχέσεις που να ρυθμίζουν τα πάντα. Η ίδια η επιστήμη μας αυτό κάνει άλλωστε: αναζητά και σημειώνει τις αιτίες που προκαλούν με απόλυτη νομοτέλεια τα φυσικά φαινόμενα. Η ζωή όμως είναι κάτι περισσότερο από τους μηχανισμούς της. Κατά τον Bergson:

«Η ολότητα του πραγματικού θα μπορούσε, όπως είπαμε, να είναι μια μη διαιρετή συνέχεια· οπότε τα συστήματα που διαχωρίζουμε μέσα της δεν θα ήταν, κατά κυριολεξία, μέρη παρά επιμέρους απόψεις του όλου. Οπότε, με αυτές τις επιμέρους απόψεις, τοποθετημένες τη μία δίπλα στην άλλη, δεν θα επιτύχετε ούτε καν ένα ξεκίνημα ανασύνθεσης του συνόλου, όπως δεν πρόκειται να αναπαράγετε την υλικότητα ενός αντικειμένου πολλαπλασιάζοντας τις φωτογραφίες του από μύριες διαφορετικές όψεις. Αυτό ισχύει για τη ζωή και για τα φυσικοχημικά φαινόμενα στα οποία θα αξίωνε κανείς να την αναγάγει».

Ακόμη και τη διαρκή μεταβολή που χαρακτηρίζει τον κόσμο μας, εμείς έχουμε την τάση να τη σκεφτόμαστε με βάση τη σταθερότητα: σκεφτόμαστε την κίνηση σαν μια σειρά από διαδοχικές ακινησίες που ενώνονται. Ο Bergson χρησιμοποιεί το περίφημο παράδειγμα του κινηματογράφου και εξηγεί ότι όπως ο κινηματογραφικός μηχανισμός φωτογραφίζει και ύστερα προβάλλει διαδοχικά τις ακίνητες φωτογραφίες δίνοντάς μας την ψευδαίσθηση ότι υφίσταται κάποια κίνηση, έτσι και ο νους μας τείνει να ακινητοποιεί την διαρκώς μεταβαλλόμενη πραγματικότητα σε στιγμιαίες φάσεις, τις οποίες έπειτα ενώνει νομίζοντας ότι έτσι αναπαριστά την κίνηση της ζωής. Τόσο η τελολογία, δηλαδή η ιδέα ότι καθετί έχει δημιουργηθεί για έναν προκαθορισμένο σκοπό (πχ φιλοσοφία του Αριστοτέλη), όσο και ο μηχανικισμός, δηλαδή η άποψη ότι καθετί στον κόσμο προκύπτει ως αναγκαίο αποτέλεσμα μιας προγενέστερης αιτίας (πχ φιλοσοφία του Spencer), είναι για τον Bergson λανθασμένες. Αποτελούν απλώς ακραίες συνέπειες του έμφυτου προσανατολισμού της διάνοιάς μας στην ύλη.

Σύμφωνα με τον Bergson, ολόκληρη η αρχαιοελληνική σκέψη αναζητούσε τα «είδη», δηλαδή τα σταθερά και αμετάβλητα στοιχεία από τα οποία συντίθεται η πραγματικότητα. Με βάση αυτόν τον τρόπο σκέψης, εξιστορεί ο Bergson, προέκυψε η αριστοτελική επιστήμη που θεωρούσε την κίνηση ως εκτροπή από την πρώτη αρχή του κόσμου, το «Κινούν ακίνητον». Αντίστοιχα, η νεότερη επιστήμη που έχει την αφετηρία της στον Γαλιλαίο, αναζητάει τη σταθερότητα μέσα στην πολυπλοκότητα του κόσμου, όπως ακριβώς η αριστοτελική, με τη διαφορά ότι δεν προσπαθεί να βρει τους σκοπούς στους οποίους κατατείνουν τα πράγματα, αλλά τους σταθερούς νόμους που τα διέπουν. Κατά συνέπεια, αν και η νεότερη επιστήμη είναι πιο ακριβής από την αρχαία, επειδή μελετά περισσότερα επί μέρους σημεία μέσα στο χρόνο, ο κόσμος της ζωής παραμένει και σε αυτή απρόσιτος.

Σύμφωνα πάλι με τον Bergson, αν η αρχαιοελληνική επιστήμη και φιλοσοφία από το Ζήνωνα τον Ελεάτη, ως τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τον Πλωτίνο, είναι εγκλωβισμένη στο πλαίσιο της τελολογίας, η νεότερη από τους Descartes, Spinoza, Leibniz και Kant μέχρι και το Spencer είναι εξίσου εγκλωβισμένη στο πλαίσιο του μηχανικισμού (αιτιοκρατία). Και οι δύο σε τελική ανάλυση αδυνατούν να διαφύγουν από τον «κινηματογραφικό μηχανισμό» με βάση τον οποίο λειτουργεί η διάνοια, γι’ αυτό τους διαφεύγει πλήρως το διαρκές γίγνεσθαι της ζωής. Στην πραγματικότητα όμως, η αρχή του κόσμου, η ζωτική ορμή, είναι απολύτως ελεύθερη από καταναγκασμούς και δεν έχει κανένα προκαθορισμένο σκοπό προς τον οποίο να κατατείνει. Αυτή η ορμή συνεχίζει αδιάκοπα την εξέλιξή της και δεν αποκλείεται, σύμφωνα με τον Bergson, να καταφέρει κάποτε να υπερβεί όλους τους περιορισμούς της ύλης, ακόμα και τον ίδιο το θάνατο. Η δημιουργική διαδικασία συνεχίζει να προωθείται προς ανώτερα επίπεδα, ίσως ακόμη να φτάσει και στο επίτευγμα της ανθρώπινης αθανασίας. Επειδή όμως ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, διαθέτει εκτός από το γεωμετρικό μηχανισμό της διάνοιας που χρησιμοποιεί στην επιστήμη, το πνεύμα του διαθέτει τη δημιουργική δραστηριότητα, που χρησιμοποιεί στην τέχνη.

«Στην πραγματικότητα, το παρελθόν διατηρείται αφ’ εαυτού, αυτομάτως. Δεν χωράει αμφιβολία ότι μας ακολουθεί σύσσωμο ανά πάσα στιγμή· ό,τι νιώσαμε, σκεφτήκαμε, θελήσαμε εξ απαλών ονύχων είναι εκεί, συνάπτεται με το παρόν και σπρώχνει τη θύρα της συνείδησης που θα ήθελε να το κλείσει απέξω […] Η προσωπικότητά μας, η οποία οικοδομείται ανά πάσα στιγμή με τη σωρευμένη εμπειρία, μεταβάλλεται αδιαλείπτως», υποστηρίζει ο Γάλλος φιλόσοφος. Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι «το σύνολο της πραγματικότητας είναι ένα γίγνεσθαι».

Πάλι με τα λόγια του ίδιου:

«Όλα τα έμβια όντα συνέχονται και ενδίδουν στην ίδια φοβερή ώθηση. Το ζώο ερείδεται επί του φυτού, ο άνθρωπος επιβαίνει στη ζωικότητα και σύμπασα η ανθρωπότητα, εν χώρω και εν χρόνω, είναι μια τεράστια στρατιά που καλπάζει πλάι στον καθένα μας, μπροστά μας και πίσω μας, με μια ξέφρενη έφοδο ικανή να υπερφαλαγγίσει όλες τις αντιστάσεις και να υπερβεί πολλά εμπόδια, ίσως μάλιστα και το θάνατο».

Με κάποια υπερβολή, η Δημιουργική εξέλιξη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αναβίωση του αρχαίου Νεοπλατωνισμού με όρους δανεισμένους από τη Βιολογία του 20ού αιώνα. Αν αυτή αποτελεί την έκθεση της μεταφυσικής του Bergson, το Δοκίμιο για τα άμεσα δεδομένα της συνείδησης τη γνωσιοθεωρία και οι Οι δύο πηγές της ηθικής και της θρησκείας την ηθική, τότε το συνοπτικό του δοκίμιο με τον τίτλο Το Γέλιο: δοκίμιο για τη σημασία του κωμικού (Le Rire: essai sur le signification du comique, 1900), αποτελεί σίγουρα την αισθητική του. Μέσα στα τρία κεφάλαια του συγκεκριμένου βιβλίου, ο Γάλλος στοχαστής επιχειρεί να υποδείξει, μέσα στα πλαίσιο της δικής του φιλοσοφίας, τις αιτίες που κάνουν εμάς τους ανθρώπους να γελάμε. Παρατηρώντας αρχικά τις συνθήκες υπό τις οποίες προκαλείται τα γέλιο, διακρίνει ότι κάθε αστείο χαρακτηρίζεται από τρεις θεμελιώδεις ιδιότητες: είναι ανθρώπινο (αναφέρεται σε ανθρώπους ή πράγματα που θυμίζουν ανθρώπινη παρουσία), προϋποθέτει μια (στιγμιαία έστω) αδιαφορία απέναντι στο αντικείμενό του, ενώ αποτελεί πάντα κοινωνικό γεγονός. Σύμφωνα με τον Bergson, πάντα η αιτία του γέλιου είναι κάποιος αυτοματισμός, μια ορισμένη «ακαμψία» που μοιάζει να χαρακτηρίζει την εμφάνιση ή το χαρακτήρα ενός ανθρώπου. Ένα παράδειγμα είναι ο άνθρωπος που βαδίζει αφηρημένος και εξαιτίας αυτής της αφηρημάδας του σκοντάφτει και πέφτει στο δρόμο, ή ένας άλλος άνθρωπος που ξεστομίζει μια άστοχη φράση, ανίκανος να προσαρμοστεί στην κατάσταση στην οποία βρίσκεται.

Με λίγα λόγια, το κωμικό δεν είναι τίποτε άλλο από τη ανάμειξη ενός σταθερού και παγιωμένου κατά κάποιον τρόπο αυτοματισμού με κάτι το ρέον, ζωντανό και μεταβλητό, μέσα σε μια συγκεκριμένη κατάσταση είτε φυσική (πχ μια αφύσικα μεγάλη μύτη που φαίνεται σαν ψεύτικη) είτε κοινωνική (μια αταίριαστη κοινωνική πρακτική). Ζωντανό επιστρωμένο με μηχανικό: αυτή είναι εξάπαντος η προέλευση του γέλιου. Εξετάζοντας αναλυτικά τις διάφορες επιμέρους εκφάνσεις του κωμικού στο θέατρο (τόσο στο υψηλό όσο και στο ελαφρό) και στην ποίηση, ο Bergson συμπεραίνει ότι ενώ οι τραγωδίες τείνουν να περιπλέκουν και να εξατομικεύουν τις ιδιότητες στους ήρωές τους, οι κωμωδίες τείνουν να τις υπεραπλουστεύουν και να τις υπερτονίζουν. Για παράδειγμα, ένα έργο που τον τίτλο Ο ζηλόφθονος, μας φέρνει περισσότερο στο νου κωμωδία παρά τραγωδία, καθώς οι τραγωδίες τείνουν να συνοψίζονται σε ένα κύριο όνομα (πχ Άμλετ, Μάκβεθ κλπ) Βασισμένος σε ορισμένα δημοφιλή παιδικά παιχνίδια (πχ τα αυτόματα-μαριονέτες), ο Γάλλος φιλόσοφος υποδεικνύει ότι οι διάφορες κωμικές καταστάσεις στην πραγματικότητα αντλούν την καταγωγή τους σε κωμικές κινήσεις. Το ίδιο ισχύει και για τις αστείες και πνευματώδεις ατάκες. Επομένως, η ζωντανή ζωή σε συνδυασμό με κάποιου είδους αυτοματισμού αναγνωρίζεται από τον Bergson ως ριζική αιτία του γέλιου, από την οποία προκύπτουν τόσο τα πιο χοντροκομμένα αστεία όσο και οι πιο εκλεπτυσμένες μορφές κωμωδίας. Το ερώτημα όμως είναι: σε τι εξυπηρετεί το γέλιο;

Σύμφωνα με τον Γάλλο συγγραφέα, το γέλιο έχει πρωτίστως κοινωνική προέλευση και λειτουργία: στόχο έχει πάντοτε να «τιμωρήσει», κατά μια έννοια, την παρέκκλιση κάποιου ανθρώπου- κατά κανόνα απρόσεκτου, αφηρημένου ή αστόχαστου-από τη ζωντανή και διαρκώς μεταβαλλόμενη πραγματικότητα της ζωής. Το κωμικό δεν είναι παρά μια αφηρημάδα ή ακαμψία και το γέλιο είναι η επαναφορά του αυτουργού της στην τάξη, εκ μέρους του κοινωνικού συνόλου. Το άνοιγμα της μπερξονικής σκέψης προς την κοινωνική ζωή και δράση, θα ολοκληρωθεί με το τελευταίο βιβλίο του με τίτλο Οι δύο πηγές της ηθικής και της θρησκείας, που σύμφωνα με τον ίδιο ωρίμαζε μέσα του είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια, ο Henri Bergson αναζητά τον πραγματικό λόγο ύπαρξης της ηθικής, τη θρησκείας και της οργανωμένης κοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Αρχικά λοιπόν, αυτό το βιβλίο πραγματεύεται τις διάφορες μορφές κοινωνίας, την εμφάνιση του θρησκευτικού φαινομένου μέσα στην κοινωνία, έπειτα την εμφάνιση και την κοινωνική λειτουργία του μυστικισμού και τέλος, συζητά σχετικά με το μέλλον του δυτικού και βιομηχανικού πολιτισμού μας μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Βασισμένος στις σκέψεις που έχει ήδη διατυπώσει στη Δημιουργική Εξέλιξη, επαναλαμβάνει ότι το ένστικτο και η νόηση δεν είναι παρά οι δύο τρόποι με τους οποίους η ζωτική ορμή επιδρά πάνω στην ύλη. Το ζώο αντιπροσωπεύει κυρίως το πρώτο, ενώ ο άνθρωπος τη δεύτερη. Προκειμένου όμως να επιβιώσουν οι δημιουργηθείσες μορφές της ζωτικής ορμής, συνεχίζει ο Bergson, έπρεπε να ενωθούν μεταξύ τους: πρόκειται για το σχηματισμό κοινωνιών. Έτσι, από το ένα άκρο βρίσκεται η κοινωνία των ζώων (πιο συγκεκριμένα, των Υμενοπτέρων): μυρμηγκοφωλιά και μελίσσι, βάση της οποίας αποτελεί το ένστικτο, ενώ από την άλλη είναι οι άνθρωποι, οι κοινωνίες των οποίων στηρίζονται στη νόηση. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο μορφές κοινωνίας, κατά το Γάλλο φιλόσοφο, έγκειται στην ελευθερία των ανθρώπων, που επειδή είναι νοήμονα όντα, έχουν τη δυνατότητα να υπακούσουν ή να παρακούσουν τα κοινωνικά κελεύσματα. Η ανθρώπινη νόηση αποτελεί το αποκορύφωμα της δημιουργικής εξέλιξης της ζωτικής ορμής. Ωστόσο, αυτό το πλεονέκτημα του ανθρώπου έναντι των άλλων μορφών ζωής εγκυμονεί κινδύνους: αφενός η ελευθερία τείνει να σχηματίζει μέσα από το κοινωνικό σύνολο ανεξάρτητα άτομα, αφετέρου αυτά τα άτομα μπορούν να αντιλαμβάνονται τα εμπόδια που θέτει η ύλη στην πραγμάτωση των όποιων επιδιώξεών τους, αποκορύφωμα των οποίων αποτελεί ο θάνατος.

Φαίνεται λοιπόν ότι το μεγαλύτερο κατόρθωμα της ζωής, η νόηση, δημιουργεί στον άνθρωπο δύο μεγάλα προβλήματα, τον ατομοκεντρισμό και το φόβο της καταστροφής (και κυρίως του θανάτου), με αποτέλεσμα αυτή η προνομιούχα μορφή ζωής να απειλείται με εξαφάνιση. Η υπέρβαση του ανθρωποκεντρισμού και η ενίσχυση έναντι του φόβου είναι για τον Bergson οι δύο πηγές της ηθικής και της θρησκείας, που αρχικά δεν ξεχωρίζουν η μία από την άλλη, αλλά επικρατούν μαζί ως «έθιμο» στις πρωτόγονες κοινωνίες. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η επιβίωσή της, δηλαδή η ύπαρξη κοινωνίας, η ζωτική ορμή τοποθέτησε μέσα στην ανθρώπινη νόηση τη μυθοπλαστική λειτουργία. Χάρη σε αυτή, οι άνθρωποι έχουμε την ικανότητα να συλλαμβάνουμε τον κόσμο με τη φαντασία μας ως κάτι οικείο που ενδιαφέρεται για μας. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο δημιουργούμε μύθους που στόχο έχουν να νοηματοδοτήσουν τον κόσμο με ανθρωπομορφισμό, καθιστώντας τον οικείο και προσιτό σε μας. Αυτή η μυθοπλαστική διαδικασία, που αξιοποιείται και με το παραπάνω κατά την καλλιτεχνική δημιουργία, αποκρυσταλλώνεται σε ορισμένα στάδια: αρχικά ο πρωτόγονος άνθρωπος αποδίδει προθέσεις και στόχους στα γεγονότα. Για παράδειγμα, παρατηρώντας ένα σεισμό που σκοτώνει τους συνανθρώπους του, εκείνος κρίνει ότι υπάρχει μια ανθρώπινη πρόθεση: ο σεισμός θέλει το θάνατο αυτών των ανθρώπων. Προκειμένου να χρησιμοποιήσει το γεγονός προς όφελός του, θα χρησιμοποιήσει κάθε μέσο: η μαγεία έχει ήδη κάνει την εμφάνισή της.

Ύστερα, αφού η παρατήρηση συγκεκριμένων φαινομένων έχει αποκρυσταλλωθεί μέσα στο νου του, ο πρωτόγονος αρχίζει να τρέφει την πεποίθηση ότι υπάρχει μέσα στο γεγονός κάτι σταθερό, ένα απρόσωπο πνεύμα. Τέλος, έχοντας μάθει να πιστεύει σε αυτό το πνεύμα, αργά ή γρήγορα βλέπει σε αυτό ένα πρόσωπο, έναν θεό. Δεδομένης της απουσίας μιας οργανωμένης και συστηματικής γνώσης, όπως η επιστήμη που διαθέτουμε εμείς οι πολιτισμένοι, οι πρωτόγονοι χρησιμοποιούν τη μυθοπλασία για να αντεπεξέλθουν στην καθημερινότητά τους. Σύμφωνα με τον Bergson, που έχει εντρίψει στη σχετική βιβλιογραφία, η διαφορά ανάμεσα στον πρωτόγονο άνθρωπο και σε μας είναι μικρή: εμείς βασίζουμε τη γνώση άρα και τη ζωή μας στην ανίχνευση μηχανικών αιτιών (επιστήμη), ενώ εκείνος απλώς χρησιμοποιεί τον ανθρωπομορφισμό του (μυθοπλασία). Ασφαλώς συλλαμβάνει και εκείνος τις μηχανικές αιτίες ως ένα βαθμό, απλώς δεν έχει αναπτύξει τόσο την παρατήρηση και την κατανόησή του όσο εμείς. Η διαφορά μας έγκειται μονάχα στο βαθμό περιπλοκότητας της κοινωνίας μας, αίτια του οποίου υπήρξαν διάφορες πρακτικές ανάγκες της ζωής.

Από την άλλη, η μυθοπλαστική διάθεση που «ανθρωπομορφοποιεί» τον κόσμο υπάρχει και στους σύγχρονους ανθρώπους: αρκεί να παρατηρήσει κανείς τους παίκτες τυχερών παιχνιδιών για να συλλάβει πόση δεισιδαιμονία κουβαλάμε ακόμη μέσα μας οι άνθρωποι. Αρκεί να έρθουμε σε επαφή με το τυχαίο. Άλλωστε τα επιστημονικά δεδομένα της Βιολογίας μαρτυρούν την αδυναμία μετάδοσης των επίκτητων χαρακτηριστικών: πλην της αγωγής που λαμβάνουμε, δε διαφέρουμε από τους πρωτόγονους ανθρώπους. Τόσο η θρησκεία τους όσο και η επιστήμη μας, ως προσπάθειες επηρεασμού του κόσμου, έχουν κοινή καταγωγή: τη μαγεία. Καθώς εξελίσσονται οι κοινωνίες σε πιο περίπλοκες μορφές, η ηθική και η θρησκεία παίρνουν διιστάμενες κατευθύνσεις. Ωστόσο, εξακολουθούν να εξυπηρετούν τη διατήρηση της εκάστοτε κοινωνίας. Συγκεκριμένα, κάθε ηθική και θρησκεία πάντα διαιρεί τους ανθρώπους σε ομάδες, με αποτέλεσμα η αγάπη για τα μέλη της μιας να επιτάσσει το μίσος, ή τουλάχιστον την αντιπαλότητα, απέναντι στα μέλη που δεν ανήκουν σε αυτή. Αυτή η κοινή αγάπη (για τους εντός) και το κοινό μίσος (για τους εκτός) προκαλούν κάθε τόσο τους πολέμους. Κάθε μεγάλος πόλεμος τείνει στην ένωση των κοινωνιών κάτω από έναν κατακτητή, οπότε δεν είναι μια ανάγκη της ζωής. Η συγκεκριμένη μορφή θρησκείας ονομάζεται από τον Bergson«στατική», ενώ η ηθική «κλειστή», αφού και οι δύο εξυπηρετούν την επιβίωση της ζωής.

Ωστόσο, υπάρχει και μια εντελώς διαφορετική μορφή θρησκείας αλλά και ηθικής: αυτές εκφράζονται από ελάχιστες χαρισματικές προσωπικότητες της ιστορίας και δεν αποβλέπουν πια στη διατήρηση του είδους, αλλά στην καλυτέρευσή του. Πρόκειται για τη «δυναμική» θρησκεία που δημιουργεί μια ηθική «ανοικτή» προς όλο τον κόσμο: άνθρωποι, ζώα, φυτά και ολόκληρη η πλάση είναι αντικείμενο της αγάπης της. Πραγματικά, πώς αλλιώς μπορούμε να εξηγήσουμε τη μετάβαση από τις δουλοκτητικές κοινωνίες του παρελθόντος στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες που αναγνωρίζουν σε όλους απαράγραπτα δικαιώματα; Δεν πρόκειται φυσικά για μια σταδιακή τροποποίηση της ηθικής μας, αλλά για ένα αιφνίδιο άλμα στο οποίο καίριο ρόλο διαδραμάτισε η φωτεινή μορφή του Ιησού από τη Ναζαρέτ. Αυτός ο θρησκευτικός μυστικιστής, σύμφωνα με τον Bergson, συνετέλεσε στη μεγαλύτερη ηθική επανάσταση της ιστορίας: το Χριστιανισμό. Χάρη σε αυτόν φτάσαμε να ζούμε στην «ανοικτή» κοινωνία του σήμερα.

Βέβαια, υπήρξαν και άλλου τύπου δυναμικές θρησκείες στο παρελθόν. Από τους Ορφικούς και τους Πυθαγόρειους μέχρι το Νεοπλατωνισμό, ο μυστικισμός εμψύχωνε σταθερά την αρχαιοελληνική σκέψη, όπως επίσης και την ινδική, με το Βουδισμό και τις επί μέρους θρησκείες της. Αν το μήνυμα του μυστικισμού είναι ότι ο Θεός είναι αγάπη, κανείς από αυτούς του μυστικισμούς δεν ολοκληρώθηκε: ο ελληνικός παρέμεινε στη θεωρητική φιλοσοφία, ενώ ο ινδικός σταμάτησε εξαιτίας του ίδιου του πεσιμισμού από τον οποίο είχε προέλθει. Μονάχα ο Χριστιανισμός δημιούργησε προσωπικότητες τόσο ολοκληρωμένες όπως ο Φραγκίσκος της Ασίζης, ο Άγιος Παύλος και η Ζαν ντ’ Αρκ. Μέσα σε τέτοια άτομα, η ζωτική ορμή εκφράζεται πληρέστερα και υπερβαίνει τους περιορισμούς που θέτει η ύλη. Δεν είναι άλλωστε καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο μυστικισμός συμβαδίζει πάντα με τον ασκητισμό. Ωστόσο, ο χριστιανικός ασκητισμός, που κυριάρχησε στο δυτικό κόσμο μαζικά κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους, είναι η αιτία που μας οδήγησε στην εκβιομηχάνιση: θέλοντας να απελευθερωθούμε από τις ανάγκες της ύλης, επινοήσαμε περίπλοκες μηχανές. Σήμερα όμως βιώνουμε μια περίοδο πλεονεξίας: μέχρι και η επιστήμη μας έχει γίνει όργανο πολλαπλασιασμού αναγκών. Ακόμη και ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος συνδέεται στενά με το βιομηχανικό χαρακτήρα του πολιτισμού μας. Συγκεκριμένα, η μακροχρόνια ανάπτυξη των χωρών έχει ως συνέπεια τον υπερπληθυσμό, ο οποίος οδηγεί σε έλλειψη πόρων και τελικά στο δανεισμό πρώτων υλών από άλλες χώρες. Ως αντάλλαγμα, προσφέρονται σε αυτές τα παραγόμενα βιομηχανικά προϊόντα. Σε περίπτωση που η άλλη χώρα αρνηθεί την παροχή, ξεσπά ο πόλεμος. Σύμφωνα με τον Bergson, αν θέλουμε πραγματικά να απαλλαγούμε από τους πολέμους, οφείλουμε να δώσουμε εξουσία σε οργανισμούς σαν την Κοινωνία των Εθνών, να παρεμβαίνουν στα εσωτερικά των χωρών. Τα δύο σημαντικότερα προβλήματα που πρέπει να ρυθμιστούν είναι ο υπερπληθυσμός και η πλεονεξία. Κατά συνέπεια, τόσο η δημοκρατία όσο και ο βιομηχανικός χαρακτήρας του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού στηρίζονται στο χριστιανικό μυστικισμό, που μεταμόρφωσε ριζικά τον κόσμο μας.

Πρέπει όμως να τονιστεί ότι από τη στατική στη δυναμική θρησκεία και από την κλειστή ηθική στην ηθική είναι αδύνατο να μεταβούμε με σταδιακές επιμέρους βελτιώσεις. Πρόκειται για αιφνίδια άλματα προόδου που μεταμορφώνουν σταδιακά τις κοινωνίες μας. Άλλωστε, η κλειστότητα και η στατικότητα εκφράζουν μια ευαισθησία «υπονοητική» (κατώτερη του νου), σε αντίθεση με την ανοιχτότητα που δείχνει το «υπερνοητικό». Η νόησή μας βρίσκεται στο μεταίχμιο αυτών των δύο. Βέβαια, είναι γεγονός ότι η στατική και δυναμική θρησκεία δεν είναι παρά δύο ακραίες τάσεις ενός και του αυτού φαινομένου, όπως ακριβώς και η κλειστή ηθική με την ανοιχτή. Αυτό σημαίνει ότι ο μυστικισμός, από τη στιγμή που θα διαδοθεί στον κόσμο, εκλαϊκεύεται κατά κάποιον τρόπο, προσαρμοζόμενος στις αντικειμενικές μορφές των κοινωνιών, δίνοντας όμως και το έναυσμα για νέα πρόοδο. Επιπλέον, ο μυστικισμός μπορεί να προσφέρει εμπειρίες για το σχηματισμό μιας μεταφυσικής. Στην εμφάνιση ενός νέου μυστικισμού, που θα ανανεώσει το φιλοσοφείν, προσβλέπει ο Γάλλος φιλόσοφος. Ίσως τα σημαντικότερα (ψευδο)προβλήματα που εγείρουν οι φιλόσοφοι θα μπορούσαν τότε να παραμεριστούν.

Σε κάθε περίπτωση, ανοίγοντας ένα ρήγμα μέσα στην ηθική και τη θρησκεία, ο μυστικισμός σηματοδοτεί τη μεγαλύτερη νίκη της ζωτικής ορμής πάνω στην ύλη, μέσω του ανθρώπου, χάρη στις προσπάθειες του οποίου ο κόσμος μας μπορεί να γνωρίσει μια ατελεύτητη πρόοδο. Αυτή φαίνεται να είναι η τελευταία λέξη της μπερξονικής φιλοσοφίας. Αν έπρεπε να συνοψιστεί το σύνολο της μπερξονικής φιλοσοφίας σε μια πρόταση, αυτή θα ήταν: η ζωή είναι κάτι περισσότερο από τους μηχανισμούς της. Καταλήγοντας, η φιλοσοφία του Bergson, που είναι επηρεασμένη από τον Πλωτίνο, ξεκάθαρα ιρασιοναλιστική και ανήκει στο ρεύμα που ονομάζεται Βιταλισμός (από το λατινικό “vita”= ζωή) ή μπερξονικός βολουνταρισμός, καθώς αναγνωρίζει μια θεμελιώδη δημιουργική δύναμη στην οποία αντιστέκεται ως βασικό εμπόδιο αλλά και με την οποία ενώνεται η ύλη σχηματίζοντας τα όντα του κόσμου μας.