Nikolay Berdyaev is the meaning of creativity. The meaning of creativity. Berdyaev N. A Berdyaev N and the meaning of creativity

Το περασμένο διάστημα, ένας από τους εγχώριους φιλοσταλινικούς κομουνιστές, διαβόητος αρνητής των σταλινικών εγκλημάτων και δουλικός εκπρόσωπος του πλέον χυδαίου διαλεκτικού υλισμού που υπήρξε ποτέ, χαρακτήρισε τον Ρώσο φιλόσοφο Nicolas Berdyaev (1874-1948) «χριστιανοφασίστα», παραθέτοντας για επιχείρημα απλώς τους τίτλους δύο έργων του (Αλήθεια και ψέματα του κομουνισμού και Ο Νέος Μεσαίωνας), και συμπληρώνοντας επίσης πως υπήρξε «φανατικός» υπέρ της μοναρχίας, αλλά και «κήρυκας» ενός νέου Μεσαίωνα, όπου θα «εξουσιάζουν τα απολυταρχικά, αυταρχικά καθεστώτα» (sic!). Προκαταβολική διαπίστωση: και μόνο το γεγονός ότι ο εν λόγω φιλοσταλινικός επικριτής εξαπολύει κατηγορίες φασισμού και φιλομοναρχισμού, συγχρόνως και αδιακρίτως, μας υποψιάζει λίγο για την ιδεολογική σύγχυση που βασιλεύει στο κείμενό του, αλλά και σε τέτοιους ιδεολογικούς χώρους γενικότερα. Για όσους όμως έχουν πλήρη άγνοια του ποιος ήταν ο Berdyaev, εύλογα τέτοιες μομφές δεν ηχούν τόσο εξοργιστικά, όσο κανονικά θα έπρεπε. Διότι στην πραγματικότητα, ο Berdyaev, που ξεκίνησε από στρατευμένος μαρξιστής και συνδέθηκε φιλικά με άτομα που αργότερα θα έχουν σημαίνοντα ρόλο στο πραξικόπημα των Μπολσεβίκων, είχε εναντιωθεί στο τσαρικό καθεστώς τόσο έντονα, ώστε καταδικάστηκε σε κάτεργα στη Σιβηρία, δύο φορές, και μάλιστα τη δεύτερη λίγο έλειψε να εξορισθεί εκεί ισοβίως. Δεν υπήρξε λάτρης κανενός πολιτικού καθεστώτος, αλλά ασκούσε κριτική σε όλα, αναγνωρίζοντας όμως παράλληλα και πτυχές αλήθειας παντού (ακόμη και στον κομουνισμό, όπως φαίνεται από τον τίτλο του βιβλίου του, τουλάχιστον για όποιον δεν φοράει κομματικές παρωπίδες). Συγκεκριμένα, ο Berdyaev, από τα πιο ατίθασα και ασυμβίβαστα πνεύματα της τότε Ρωσίας, συνέταξε μια από τις πιο οξείες και διεισδυτικές καταδικαστικές κρίσεις για τον σοβιετικό μαρξισμό, από χριστιανική σκοπιά, φθάνοντας στο σημείο να τον παρομοιάσει με τις θεοκρατικές μοναρχίες του παρελθόντος. Παράλληλα, ο Berdyaev δεν δίστασε να υιοθετήσει σοσιαλδημοκρατικές απόψεις, καλώντας σε ενεργές λύσεις για το πρόβλημα της φτώχειας και των ακραίων κοινωνικών ανισοτήτων (δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα είναι αγαπητός πρωτίστως ανάμεσα σε σοσιαλιστικών φρονημάτων Χριστιανούς). Ας δούμε όμως και όσα αναφέρει σχετικά το φιλοσοφικό λεξικό του Cambridge:

«Ενώ βρισκόταν στην εξορία το 1922, ο Μπερντιάεφ εμφανίζεται να είναι ο πρώτος που συνέλαβε με σαφήνεια (στις αρχές της δεκαετίας του 1920) ότι η μαρξική θεώρηση του ιστορικού χρόνου περιλαμβάνει μια ηθικά απαράδεκτη απαξίωση και εργαλειοποίηση του ιστορικού παρόντος (συμπεριλαμβανομένων των ζωντανών προσώπων), για χάρη του απώτερου μελλοντικού σκοπού μιας τελειοποιημένης κομμουνιστικής κοινωνίας».

Όσον αφορά δε τον φασισμό (και τον ναζισμό, διότι είχε τη δύναμη να δει τις ιδιαιτερότητες αλλά και τις διαφορές τους), ο Berdyaev ήταν από τους πρώτους που διέβλεψε, σχεδόν από την πρώτη στιγμή, την ιδιαιτερότητα και την πρωτοφανή αγριότητά του, σε μια εποχή όπου οι ιδεολογικοί διαμορφωτές και προπάτορες του παρόντος επικριτή, αρνούνταν να συνεργασθούν με τους σοσιαλδημοκράτες και να εναντιωθούν κοινοβουλευτικά στον Hitler, αποκαλώντας τους σοσιαλδημοκράτες «σοσιαλ-φασίστες», και προσδοκώντας ότι οσονούπω θα έρθει η δική τους σειρά να καταλάβουν την εξουσία. Όσο για τον Stalin, εκείνος ο «μακιαβελικός» δικτάτορας απέρριψε την αντίστοιχη πρόταση των Αγγλογάλλων και πρόθυμα αναζητούσε ευκαιρία για μια συνθήκη με τον Hitler[1]. Δεν είναι λοιπόν ειρωνικό να βλέπουμε σύγχρονους απολογητές και θιασώτες του να χαρακτηρίζουν τον Berdyaev «φασίστα»; Τέλος, για οποιονδήποτε έχει μελετήσει το σχετικό του βιβλίο, είναι ηλίου φαεινότερο ότι ο Ρώσος φιλόσοφος ουδέποτε πόθησε μια πιθανή «επιστροφή» στη Μεσαιωνική εποχή, τουναντίον προειδοποιούσε με ανησυχία για την έλευσή της, ανησυχώντας για τη νέα βαρβαρότητα (ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος τον δικαίωσε μία ακόμη φορά, δυστυχώς) και ελπίζοντας σε μια νέα μελλοντική θρησκευτική «αναγέννηση», η οποία θ’ αποκαθιστούσε το πρόσωπο του ανθρώπου. Κατόπιν τούτων, κατανοεί λοιπόν κανείς τώρα το πού ακριβώς οφείλεται το μένος εναντίον του Ρώσου φιλοσόφου. Αλλά, βέβαια, το παρόν κείμενο δεν γράφθηκε αποκλειστικά και μόνο για την απάντηση σε κριτικές τοιούτου είδους κομματικών στελεχών. Η κριτική είναι μονάχα η αφορμή για μια εμβάθυνση στη σκέψη ενός φιλοσόφου ο οποίος υπήρξε από τα πλέον πρωτότυπα και δημιουργικά πνεύματα του αιώνα που πέρασε. Στο προηγούμενό μας κείμενο, είδαμε συνοπτικά τις θρησκευτικές του ιδέες, εδώ πάλι θα δούμε τους στοχασμούς του για τον πολιτισμό και την ιστορική του σημασία, που πρωτοδιατυπώθηκαν κατά την αγωνιώδη εποχή του Μεσοπολέμου. Σύμφωνα λοιπόν με τον Berdyaev, κάθε ανθρώπινος πολιτισμός βιώνει κατά τη «νεότητά» του τη φάση της «κουλτούρας» (Kultur), η οποία αναπτύσσεται σταδιακά και τελικά φθάνει να εξελιχθεί σε «πολιτισμό» (Zivilization, με την τεχνική σημασία του όρου), δηλαδή σε σύνολο τεχνικών επιτευγμάτων. Όταν όμως γίνει αυτό, ο πολιτισμός οδηγείται σε αυτοκαταστροφή. Φαίνεται λοιπόν πως το τέλος κάθε πολιτισμού οφείλεται σε μια «διαλεκτική» εσωτερικής ανάπτυξης που τον οδηγεί στην αυτοαναίρεση. Αφού παραγκωνίζει τον Oswald Spengler (1880-1936), δηλώνοντας πως οι αναλύσεις που έκανε στη δημοφιλή Παρακμή της Δύσης δεν μπορούν να βοηθήσουν ουσιαστικά στην κατανόηση του ζητήματος[2], ο Berdyaev εξηγεί ότι η Ρωσία έχει τις καλύτερες προϋποθέσεις για να κατανοήσει αυτή την ιστορική μετάβαση του σύγχρονου κόσμου. Έπειτα, επισημαίνει τέσσερα ιστορικά «στάδια» στη διαλεκτική κουλτούρας και πολιτισμού: βαρβαρότητα, κουλτούρα, πολιτισμός, θρησκευτική μεταρρύθμιση. Τα στάδια δεν έχουν αναγκαστικά μια σχέση χρονικής αλληλοδιαδοχής, αλλά περισσότερα από ένα μπορεί και να συνυπάρχουν συγχρόνως. Κάθε κουλτούρα ξεκινά από έμφαση στο θρησκευτικό στοιχείο και από μια θεμελιωδώς θρησκευτική αντίληψη της ζωής. Η κουλτούρα είναι θεωρητική και αφιλοκερδής, ο πολιτισμός είναι χρησιμοθηρικός και εξουσιαστικός. Η ύπαρξη της κουλτούρας κατά κανόνα προϋποθέτει την τραγική «αποτυχία» της ζωής: δεν είναι τυχαίο ότι προσωπικότητες σαν τον λόρδο Byron, τον Shakespeare, τον Michelangelo, τον Leonardo Da Vinci, αλλά και τον Dante, έζησαν μάλλον δυστυχισμένο βίο. Εντελώς το αντίθετο συμβαίνει με τον πολιτισμό. Η μετάβαση από την κουλτούρα στον πολιτισμό δηλώνεται με τη ριζική μεταβολή της στάσης του ανθρώπου απέναντι στη φύση, την οποία δεν προσεγγίζει πλέον εσωτερικά αλλά επιχειρεί να την «κατακτήσει» με τεχνικά μέσα. Ύστερα από ένα σημείο ανάπτυξης, η κουλτούρα τείνει σταδιακά να μετατρέπεται σε κάτι άλλο από αυτό που είναι. Αφού προχωρήσει σε έναν συγκεκριμένο βαθμό ανάπτυξης, επιδεινώνεται και εκπίπτει, μετατρεπόμενη τελικά σε πολιτισμό. Σύμφωνα με τον ίδιο, αν ο Μεσαίωνας υπήρξε βαρβαρικός και από την Αναγέννηση ως και τον 18ο αιώνα μαρτυρείται η κυριαρχία της κουλτούρας, από τον 19ο αιώνα και έπειτα ζούμε στον πολιτισμό, μέσα σε μηχανές, υλισμό (καπιταλισμό και σοσιαλισμό, ως προς αυτό ο Berdyaev τα θεωρεί δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, εξίσου αθεϊστικά στην ουσία τους) και τεχνική. Η επαναφορά της κουλτούρας, με την παλιά έννοια, είναι πλέον αδύνατη. Μπορούμε όμως να προσδοκούμε την τέταρτη εποχή, αυτή της θρησκευτικής μεταρρύθμισης. Όπως γίνεται αντιληπτό, ο Berdyaev εφαρμόζει μια συλλογιστική που διακρίνεται από διαλεκτική, επηρεασμένη μάλιστα από τον Hegel. Σε μια εποχή πολιτισμού, η κουλτούρα καταλήγει να είναι «ρομαντική» και να καταφεύγει σε νοσταλγική αναπόληση των περασμένων εποχών. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει κιόλας ότι ο στόχος του πολιτισμού εκπληρώθηκε:

«Ο πολιτισμός βρίσκεται σε αδυναμία να πραγματώσει το όνειρό του της παγκόσμιας ισχύος που μεγαλώνει ως το άπειρο. Ο πύργος της Βαβέλ δεν θα ολοκληρωθεί. Ο παγκόσμιος πόλεμος είναι η απαρχή της πτώσης του ευρωπαϊκού πολιτισμού, η κρίση του βιομηχανικού συστήματος, η διάψευση των φαντασμάτων και των ιδεοληψιών του “αστικού” κόσμου. Αυτή είναι η τραγική διαλεκτική του ιστορικού πεπρωμένου. Όλα μέσα στην ιστορία έχουν μια τάση να φτάσουν στην αυτή θέση του ίδιου τους του εαυτού».

Οι ελπίδες του Ρώσου εμιγκρέ, που απειλήθηκε και στα 1922 διώχθηκε οριστικά από τη Σοβιετική Ένωση στη Γερμανία και λίγο μετά στη Γαλλία, εξαιτίας των θέσεών του, είναι στραμμένες στον ρωσικό λαό, που εκείνη την εποχή δοκιμαζόταν σκληρά:

«Σ’ εμάς τους Ρώσους, η βούληση δημιουργίας των αξιών της κουλτούρας βρισκόταν πάντοτε καταπιεσμένη από την θέληση δημιουργίας μιας νέας ζωής, μιας ζωής μέσα στην αλήθεια. Δύο διαφορετικές επιδιώξεις- που συχνά μπλέκονται- εμφανίζονται στην Ρωσία: η επιθυμία της επαναστατικής κοινωνικής μεταμόρφωσης της ζωής και ο πόθος της θρησκευτικής μεταμόρφωσης, η δίψα ενός θαύματος μέσα στην μοίρα των λαών και της ανθρωπότητας».

«Η ψυχή του ρωσικού λαού», θα πει ο Berdyaev:

«[…] λιγότερο καλλιεργημένη, λιγότερο πολιτισμένη, φυλάγει μέσα της μια πιο μεγάλη δίψα για το θαύμα της θρησκευτικής μεταμόρφωσης του κόσμου. Οι Ρώσοι έχουν ανάγκη από την κουλτούρα, όπως όλοι οι λαοί του κόσμου, και είναι υποχρεωμένοι να περάσουν από την εποχή του πολιτισμού στις πιο ακραίες μορφές του. Αλλά η ψυχή του ρωσικού λαού δεν θα γίνει ποτέ σκλάβα του συμβολισμού της κουλτούρας και του πραγματισμού του πολιτισμού. Η ρωσική ιδέα δεν είναι η ιδέα της δημιουργίας μιας κουλτούρας ή ενός πολιτισμού θρησκευτικού, αλλά μιας μεταμόρφωσης και μιας θαυματουργικής έκλαμψης της ανθρώπινης ζωής και του κόσμου ολόκληρου».

Αφήνουμε τον αναγνώστη ν’ αναρωτηθεί τι θα έλεγε ο Berdyaev  για τη σημερινή πουτινική Ρωσία, ιδίως μετά την εισβολή και τον σκληρό πόλεμό της απέναντι στην Ουκρανία, έναν πόλεμο που οι εναπομείναντες φιλοσταλινικοί (ή μήπως θα έπρεπε ν’ ακολουθήσουμε την αλόγιστη μόδα διαστολής των όρων και να τους πούμε σταλινο-φασίστες) των ημερών μας κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να δικαιολογήσουν.

Nikolai Berdyaev - Images


[1] Η πολιτική αυτή, φυσικά, δεν υπαγορευόταν από κάποια συμπάθεια προς το χιτλερικό καθεστώς, ούτε από φιλανθρωπία, αλλ’ από ψυχρούς υπολογισμούς ιδεολογικού και κομματικού συμφέροντος. Ας δούμε μερικά αποσπάσματα από την εισήγηση του Stalin στη συνεδρίαση του Πολιτικού Γραφείου της Κ.Ε του Πανενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος (Μπολσεβίκοι), τη 19η Αυγούστου του έτους 1939:

«Η εμπειρία των είκοσι τελευταίων χρόνων δείχνει ότι κατά την ειρηνική περίοδο δεν μπορούμε να έχουμε στην Ευρώπη κομμουνιστικό κίνημα τόσο ισχυρό, ώστε το μπολσεβικικό κόμμα να πάρει την εξουσία. Η δικτατορία αυτού του κόμματος είναι δυνατή μόνο ως αποτέλεσμα ενός μεγάλου πολέμου. Θα κάνουμε την επιλογή μας και αυτή είναι προφανής. Θα πρέπει να δεχτούμε τη γερμανική πρόταση και ευγενικά να στείλουμε πίσω την αγγλογαλλική αντιπροσωπεία. Το πρώτο πλεονέκτημα που θα αποκτήσουμε είναι η καταστροφή της Πολωνίας μέχρι τα προάστια της Βαρσοβίας, συμπεριλαμβανομένης της ουκρανικής Γαλικίας […] Είναι προς το συμφέρον της Ε.Σ.Σ.Δ., της πατρίδας των εργαζομένων, ο πόλεμος να συμβεί ανάμεσα στο Ράιχ και το καπιταλιστικό αγγλογαλλικό μπλοκ. Θα πρέπει να κάνουμε τα πάντα ώστε ο πόλεμος αυτός να διαρκέσει όσο το δυνατόν περισσότερο με στόχο την εξάντληση των δύο πλευρών. Για αυτό τον λόγο ειδικά θα πρέπει να συμφωνήσουμε για την υπογραφή συμφώνου που μας πρότεινε η Γερμανία και να εργαστούμε ώστε ο πόλεμος αυτός, ο οποίος κηρύχθηκε, να διαρκέσει όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο. Θα πρέπει να ενισχύσουμε την προπαγανδιστική μας δουλειά στις εμπόλεμες χώρες, ώστε να είμαστε έτοιμοι για την περίοδο μετά τη λήξη του πολέμου». (Φυλάσσεται στο Κέντρο φύλαξης ιστορικών συλλογών τεκμηρίωσης, πρώην Εθνικό αρχείο της Ε.Σ.Σ.Δ. Φάκελος 7, κατάλογος 1, ντοσιέ 1223. Το αρχείο δημοσιεύθηκε ολόκληρο στο περιοδικό “Στέπα”, τεύχ. 14, Χειμώνας 2019, σελ. 403-405), διαθέσιμο και ηλεκτρονικά εδώ.

[2] Με τη δημοσίευση του παρόντος έργου, ο Berdyaev και άλλοι Ρώσοι διανοούμενοι διοργάνωσαν ένα συνέδριο συζήτησης και απάντησης στις απόψεις του Γερμανού διανοητή.