Ο Ηλίας Καζάν (Καζαντζόγλου), γιος Ελλήνων Κωνσταντινουπολιτών που μετανάστευσαν στις ΗΠΑ στις αρχές του εικοστού αιώνα, όταν ο ίδιος ήταν τεσσάρων ετών, εξελίχθηκε σε έναν από τους σπουδαιότερους και πιο σεβαστούς σκηνοθέτες του θεάτρου και του κινηματογράφου, αλλά και σε δάσκαλο ηθοποιών, με την πολύ προσωπική του χρήση της υποκριτικής μεθόδου του Στανισλάφσκι και του Λι Στράσμπεργκ, που ονομάστηκε απλώς The Method. Με την μέθοδο αυτή, ο ηθοποιός καλείται να επιστρατεύσει το σύνολο των ψυχικών, συναισθηματικών, νοητικών και σωματικών του δυνάμεων, για να γίνει η ερμηνεία του όχι απλώς αληθινή, αλλά ωμά ρεαλιστική, με στιγμές μέγιστης ψυχικής έντασης, δραματικές συγκρούσεις και έντονες κινήσεις του προσώπου και του σώματος. Έχει γίνει μάλιστα γνωστό πως ο σκηνοθέτης επεδίωκε να γνωρίσει βαθύτερα τους ηθοποιούς, ώστε να αξιοποιήσει στο μέγιστο τις ιδιαιτερότητες του καθενός, ενίοτε χρησιμοποιώντας παρεμβατικές, ανορθόδοξες μεθόδους, όπως το να δημιουργεί τεχνητές εντάσεις μεταξύ των ηθοποιών, για να εκμαιεύει τις βαθύτερες ψυχικές τους αντιδράσεις και δυνάμεις. Για να γίνουν τα παραπάνω και εμπειρικά κατανοητά, μπορεί κανείς να ανατρέξει σε ταινίες του όπως το Λεωφορείο ο Πόθος, Ανατολικά της Εδέμ, ή Αμέρικα Αμέρικα, προκειμένου να δει με τα μάτια του το αποτέλεσμα της μεθόδου του Καζάν.

Mελετητές και αρθρογράφοι έχουν κατά καιρούς επισημάνει την σημασία της καταγωγής και των πολιτισμικών προσλαμβανουσών του Καζάν στην διαμόρφωση του αποτελέσματος του έργου του. Αναφέρονται στην “ψυχολογία του ξένου”, που τον ωθεί να ασχοληθεί με χαρακτήρες που παλεύουν για κοινωνική αποδοχή ή συγκρούονται με το κατεστημένο. Μιλούν για το “ανατολίτικο χαμόγελο”, μια φράση που χρησιμοποιούσε ο ίδιος για να περιγράψει την τακτική επιβίωσης των Ελλήνων υπό την οθωμανική κυριαρχία, ένα δηλαδή εξωτερικό, ψευδές χαμόγελο που έκρυβε την εσωτερική οργή και φιλοδοξία. Αναφέρονται στις επιρροές από την αρχαία τραγωδία, όπου οι χαρακτήρες έρχονται σε σύγκρουση με την μοίρα και βιώνουν την κάθαρση. Μιλούν ακόμα και για μια κατεξοχήν π ρ ο σ ω π ο κ ε ν τ ρ ι κ ή μέθοδο, που δημιουργεί έναν κινηματογράφο όχι θεαματικό ή εικονοκεντρικό, αλλά ένα μέσο για αποκάλυψη του προσώπου, όπου η κάμερα υπηρετεί τον ηθοποιό και όχι ο ηθοποιός την κάμερα, δίνεται έμφαση σε κοντινά και όχι σε γενικά πλάνα, αναζητείται η ακατέργαστη αλήθεια παρά η αισθητική τελειότητα, και το συναίσθημα δεν καθοδηγείται από την εικόνα ή το μοντάζ αλλά οδηγεί εκείνο την δράση.

Σε αυτήν την τελευταία ποιοτική ιδιαιτερότητα της μεθόδου του Καζάν θα σταθούμε, για να τονίσουμε πως η προσωποκεντρική του ματιά δεν είναι απλώς αποτέλεσμα της στανισλαφσκικής μεθόδου όπως εφαρμόστηκε και από άλλους σκηνοθέτες της ομάδας του Group Theatre και του ActorsStudio – θεατρικών σχολών των οποίων ήταν συνιδρυτής. Πρόκειται για μια πρωταρχική, ασυνείδητη ίσως για τον ίδιο, έκφραση της ελληνικής ιδιοσυστασίας, όπως εκφράζεται μέσα από την υψηλή έννοια του π ρ ο σ ώ π ο υ, της κατανόησης δηλαδή του ανθρώπου ως όντος που υπάρχει όχι εφ’ εαυτού του και εξ’ ολοκλήρου για τον εαυτό του, αλλά που υπάρχει κατά κύριο λόγο για να σχετίζεται με τους άλλους, ως πρόσωπο προς πρόσωπο. Πρόκειται για έννοια που διατρέχει, ως συνδετική διαχρονική γραμμή, την συνολική εξελικτική πορεία των μεθαρμόσεων του ελληνικού πολιτισμού, από την πρώιμη αρχαιότητα ως σήμερα, και πρόκεται ακόμα για τον ελληνικό τρόπο του υπάρχειν ως ριζικά διαφορετικού από την δυτική κατανόηση του ανθρώπου ως μεμονωμένου, αυτόνομου ατόμου. Ή όπως το έχει εκφράσει στο σύνολο του έργου του ο Χρήστος Γιανναράς, πρόκειται για την ιδιοσυστασία που “αρνείται την αυτονομία, και επιδιώκει την εκστατική αναφορά στον άλλο. Το να είσαι Έλληνας σημαίνει να υπάρχεις προσωπικά”.

Το προσωποκεντρικό, γι’ αυτό και ελληνοκεντρικό, έργο του Ηλία Καζάν, αποτελεί για μας σήμερα, εκτός από μέγιστο ευτύχημα, και υπόδειγμα της πολιτισμικής επιρροής και διείσδυσης που (μπορεί να) έχει ο πολιτισμός μας σε όλους τους τομείς, προκειμένου να προσφέρει μια διαφορετική, βαθύτερης και καθοριστικής εμβέλειας οπτική και ανάγνωση. Ο μέχρι και σήμερα θαυμασμός που εκφράζουν πλείστοι Αμερικανοί ηθοποιοί του Actors’ Studio, αλλά και άλλων σχολών, για τον Καζάν και την μέθοδό του – αλλά και για τον σημερινό επίτιμο πρόεδρο του μεταπτυχιακού προγράμματος της σχολής, Ανδρέα Μανωλικάκη – είναι θαυμασμός επαγγελματιών οι οποίοι έχουν συναίσθηση πως στον Ηλία Καζάν χ ρ ω σ τ ο ύ ν την κατανόηση του τι πρέπει να κάνουν με το σώμα, τη φωνή, το συναίσθημα και την συνολική παρουσία τους στη σκηνή και στο πλατό, όπως επίσης χρωστούν και την προσωπική τους ανέλιξη προς την διασημότητα, αφού χάρη στις ταινίες του εκτοξεύθηκαν πολλοί μέχρι τότε άσημοι ηθοποιοί – οι Marlon Brando, James Dean, Warren Beatty είναι λίγοι από αυτούς.

Η κατακραυγή που είχε δεχτεί κατά την δεκαετία του 1950 για προδοσία συναδέλφων του που ήταν μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος ΗΠΑ, διαιωνίζει ακόμα την εναντίον του δυσαρέσκεια στους αμερικανικούς και διεθνείς καλλιτεχνικούς κύκλους, πόσο μάλλον στην Ελλάδα όπου η αριστεροκρατούμενη εγχώρια διανόηση, που κατ’ ουσίαν δεν γνωρίζει και δεν αγαπά τον ελληνικό πολιτισμό, προτιμά να αγνοεί και να περιθωριοποιεί το έργο του, παρά να διδάσκεται από αυτό. Προς υπεράσπιση του εαυτού του, ο Καζάν δήλωσε χαρακτηριστικά πως θα μπορούσε να θυσιάσει την καριέρα του για κάτι ουσιαστικό, αλλά όχι για χάρη μιας ολοκληρωτικής ιδεολογίας, και αυτό και μόνο θα πρέπει να είναι εξήγηση αρκετή και απόλυτα σεβαστή. Η επιλογή του υπέρ μιας πατριωτικής, γι’ αυτό και ξεκάθαρα αντικομμουνιστικής στάσης, μεταθέτει τις ευθύνες σε όσους εξ’ αρχής επιχείρησαν να στρέψουν την αμερικανική κοινωνία ενάντια στον εαυτό της με όχημα τον διεθνιστικό ολοκληρωτισμό, που κατ’ εξοχήν δίδαξε τους ιδεολογικούς διωγμούς, τις συνωμοτικές πρακτικές, και τις (πραγματικές ή συμβολικές) δολοφονίες προσώπων. Οι καθ’όλα υπεύθυνοι, οι κομματικοί καθοδηγητές και οι ινστρoύκτορες εντός κι εκτός Χόλιγουντ, με την συστηματική συνδικαλιστική και ιδεολογική τους δράση, είναι αυτοί που πρέπει να χάσουν την εκτίμηση και το χειροκρότημα των συναδέλφων τους, στις τελετές απονομής κινηματογραφικών βραβείων, και όχι ο Ηλίας Καζάν.