Evandro Agazzi – Eπιστημονισμός και «εκ-φυσικοποίηση» του ανθρώπου
Κατά βάση, είναι θέμα αναγνώρισης ότι η ουσιαστική πρόοδος συνίσταται στη διαφύλαξη όλων εκείνων των ωφέλιμων στοιχείων που έχουν επιτευχθεί ιστορικά, και στην προσπάθεια να γίνουν συμβατά και να εναρμονιστούν μεταξύ τους σε μια σύνθεση που, από καιρό σε καιρό, ανασυγκροτείται εκκινώντας από τη νέα γνώση που έχει αποκτηθεί. Αυτό, πρώτον, απαιτεί επίγνωση των περιορισμών αυτών των κατηγοριοποιήσεων και των εννοιολογικών οπτικών που, ωστόσο – στους συγκεκριμένους τομείς εφαρμογής τους – επέτρεψαν σημαντικές προόδους.
Evandro Agazzi – Το πρόβλημα της ζωής
Η γνώση και η κατανόηση «από πού προέρχονται» και «πώς» δημιουργήθηκαν όλα τούτα είναι πολύ σημαντική ώστε να μπορούμε να τα προσεγγίσουμε κριτικά και να δικαιολογήσουμε την εγκυρότητά τους ακόμη και στην παρούσα κατάσταση. Ωστόσο, προειδοποιούμε ότι όλες αυτές οι συνεισφορές δεν είναι αρκετές να ικανοποιήσουν αυτή την κλήση στην οποία από την αρχαιότητα είχε εντοπιστεί η ουσία της σοφίας: «γνῶθι σαὐτόν». Πράγματι, μόνο αφού καταλάβουμε επαρκώς «τι είμαστε», αποκτά νόημα το ερώτημα «τι πρέπει να κάνουμε» για να φροντίσουμε τον εαυτό μας, να μην σπαταλήσουμε τη ζωή μας, να καταλάβουμε τις σχέσεις που πρέπει να δημιουργήσουμε μεταξύ μας, στον κόσμο και την κοινωνία.
Balthus – Ζωγραφική εξομολόγηση
Βέβαια σήμερα, μια και οι ηλίθιοι που κάνουν αυτό που αποκαλείται σύγχρονη τέχνη δεν καταλαβαίνουν τίποτα από ζωγραφική, δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι τα λόγια μου γίνονται κατανοητά. Αλλά τί πειράζει; Η ζωγραφική αρκεί στον εαυτό της. Για να μπορέσεις να την αγγίξεις έστω και ελάχιστα, πρέπει πρώτα να τη συλλάβεις, θα έλεγα, τελετουργικά. Να συλλάβεις αυτό που έχει να δώσει σαν χάρη. Δεν μπορώ να μην χρησιμοποιώ αυτό το θρησκευτικό λεξιλόγιο, δεν βρίσκω τίποτα καλύτερο, πιο κατάλληλο, για να περιγράψω αυτό που θέλω να πω. Μπορούμε να ενωθούμε με το ουσιώδες μέσω της ιερότητας του κόσμου, μέσω της ταπεινής διαθεσιμότητας και προσφοράς του εαυτού μας.
Τζωρτζ Στάινερ – Υπέρ λογοτεχνίας
Αν ο κώδικας οφείλει την επιτυχία του ως επικοινωνιακό σύστημα στην απρόσωπη και μηχανική του δομή, το έργο τέχνης ζει και αναπνέει χάρη στην ανιδιοτελή προσφορά του δημιουργού, απ’ τη μια μεριά, και χάρη στη σύναψη μιας ελεύθερης σχέσης από την μεριά του κοινού, απ’ την άλλη. Ο Στάινερ τοποθετεί απέναντι στην ορθολογική επιχειρηματολογία του επιστημονικού θετικισμού την λογοτεχνική πράξη, όχι ως λογικό αντεπιχείρημα, αλλά ως ζωντανή απόδειξη περί του αντιθέτου. Το γεγονός και μόνο ότι είμαστε ικανοί να προσλαμβάνουμε και να κατανοούμε ένα έργο τέχνης, το οποίο βασίζεται σε ένα καθαρά αυτοαναφορικό σύστημα σημείων, είναι για τον Στάινερ η απτή απόδειξη ότι στη φόρμα του έργου ενυπάρχει το νόημα.
Η τέχνη ως κοινωνικό σύστημα. Η συμβολή του Niklas Luhmann
Από τη στιγμή που η τέχνη καθίσταται ένα αυτόνομο σύστημα, τότε η εξέλιξή της είναι αποκλειστικά δικό της επίτευγμα, ακόμα και αν η διέγερση προέρχεται από τις σχέσεις που αναπτύσσει με άλλα κοινωνικά (υπο)συστήματα (π.χ. την οικονομία) και το ευρύτερο κοινωνικό της περιβάλλον. Ως εκ τούτου, η τέχνη δοκιμάζει ταχέως επιταχυνόμενες και αυτο-παραγόμενες διαδικασίες δομικών αλλαγών. Μέσα από αυτές, αυξάνεται η πολυπλοκότητά της, ως σύστημα, καθώς προσπαθεί να αποφύγει μια παγίδα υψηλής εντροπίας (και άρα θανάσιμης παρακμής της) που υπάρχει πάντα ως πιθανότητα στην εξέλιξη των οργανισμών. Συνεπώς, όλα όσα παρατηρούμε σήμερα στη σύγχρονη τέχνη…
Συμπλήρωμα για τις φοιτητικές εξεγέρσεις – Alvin W. Gouldner
Πολλά έχουν ειπωθεί για την ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της φοιτητικής διαμαρτυρίας και του μεγέθους του πανεπιστημίου, με τη διαμαρτυρία προφανώς να αυξάνεται με το μέγεθος. Εν μέρει, το μεγάλο μέγεθος των πανεπιστημίων διευκόλυνε τη διαμαρτυρία ευνοώντας μια γραφειοκρατικοποιημένη, ρουτινιάρικη ακαδημαϊκή ατμόσφαιρα με λιγοστούς προσωπικούς δεσμούς που η ύπαρξή τους θα μπορούσε να περιορίσει τη σύγκρουση. Το μεγάλο μέγεθος των πανεπιστημίων επίσης θα γινόταν ιδιαίτερα ένα στοιχείο απέχθειας εκ μέρους των φοιτητών που προέρχονταν από τη νέα τάξη και ήταν προσανατολισμένοι στην κουλτούρα του κριτικού λόγου.
Ο Στίλπων Κυριακίδης και η ιστορική μέθοδος
Επιμέλεια: Γιώργος Κουτσαντώνης Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο της Άλκης Κυριακίδου Νέστορος, Η Θεωρία της Ελληνικής Λαογραφίας, Κριτική Ανάλυση, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Σχολή Μωραΐτη, Αθήνα 1978. —— ○ —— H συγκριτική θεωρία, όπως και οι άλλες πριν από αυτήν και όσες την ακολούθησαν,…
Λαός και Λαογραφία – Άλκης Κυριακίδου Νέστορος
Αναμφισβήτητα, η στροφή προς τη νεοελληνική πραγματικότητα ήταν πρόοδος: σήμαινε εντατική μελέτη της πρόσφατης ιστορίας μας, της λαογραφίας, στροφή της λογοτεχνίας σε θέματα από τη λαϊκή αγροτική ζωή·[17] σήμαινε ακόμη, ότι οι διανοούμενοι της εποχής, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζει η μορφή τον Ίωνα Δραγούμη, δεν προβάλλουν πια την αρετή των προγόνων, αλλά τις αξίες του λαϊκού μας πολιτισμού, άξιες σαν την «εσωτερική ελευθερία» και τη λαϊκή ευαισθησία,[18] που συγκεφαλαιώνονται, θα μπορούσε να πει κανείς, στο «ήθος του Νεοέλληνα», όπως εκφράζεται, κατά τον Γιάννη Αποστολάκη,[19] στο κλέφτικο τραγούδι.—Αλλά τί άπ’ όλα αυτά ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα; Στη λογοτεχνία, ο λαϊκισμός καλλιεργεί μιαν ειδυλλιακή εικόνα της υπαίθρου, που δεν έχει καμιά σχέση με τις πραγματικές συνθήκες της ζωής των αγροτών. Και όσο για τον Αποστολάκη — αυστηρό κριτή του Κρυστάλλη και όλων των λαϊκιστών[20]—η αλήθεια είναι ότι το κλέφτικο τραγούδι το ξέρει. Τί ξέρει όμως για τον φορέα του, τον ελληνικό λαό; Απολύτως τίποτε. Και εδώ, ακριβώς, βρίσκεται το πρόβλημα: λαός και λαϊκός πολιτισμός είναι για τη φιλελεύθερη ιδεολογία αυτής της εποχής ιδέες εξίσου μυθοποιημένες όσο και η ιδέα των προγόνων της ολιγαρχικής ιδεολογίας. Αν οι πρόγονοι βρίσκονται στα μουσεία και τις βιβλιοθήκες, μέσα σε μια εξίσου ρομαντική αντίληψη, ο λαός βρίσκεται στην ύπαιθρο, όπου πρέπει να προστρέξουν οι μορφωμένοι για ν’ανακαλύψουν τη μαγική δύναμη που κρύβει μέσα του, τη «λαϊκή ψυχή». «Ας λουστούν στα φεγγερά και διάφανα νερά της», προτρέπει ο Δραγούμης, «ας συνταραχτούν και ας θελήσουν κάτι, και ο λαός θα τους ακολουθήσει έπειτα.» Γιατί ο «ξαναγεννημός», όπως λέει, της Ελλάδας έτσι μονάχα μπορεί να πετύχει, αν αρχίσει «όχι από κάτω, παρά από πάνω». Οι εξαιρετικοί άνδρες, η αριστοκρατία του πνεύματος, θα σκύψουν πρώτα επάνω στο λαό, θα αντλήσουν από την ψυχή του την έμπνευσή τους, και έπειτα θα απευθυνθούν πάλι σ’ αυτόν, για να τον φωτίσουν.
Διερευνώντας τις δομές του λαϊκού πολιτισμού – Σύστημα και αντισύστημα.
Προεκτείνοντας, κάπως τολμηρά ενδεχομένως, τις σκέψεις μας, θα μπορούσαμε να απλωθούμε και σε άλλου τύπου δραστηριότητες: σκέφτομαι τον χορό, όπου από τη μια έχουμε τις συγκρατημένες και ομοιόμορφες κινήσεις του συνόλου, όπου όλα πρέπει να προβάλουν την τάξη και το μέτρο, όπου το άτομο χάνεται στο σύνολο, κι από την άλλη τα υπέρμετρα πηδήματα και τα τσαλίμια του κορυφαίου, που για έναν ή δύο γύρους, ο καθένας με τη σειρά, έχει το δικαίωμα να αντιταχθεί στο σύνολο, να αναδείξει το πάθος εκεί που οι άλλοι αναδεικνύουν την ηρεμία – μια συμβολική και προσωρινή απελευθέρωση του ατομικού από το κοινωνικό.
Αυτό που πρέπει συνολικά να προσέξουμε είναι ότι οι αντιθέσεις, όπου κι αν τις παρατηρούμε, δεν τείνουν ποτέ προς τη σύνθεση· αυτοπεριορίζονται στο άθροισμα, διατηρούν δηλαδή πάντα την αυτοτέλειά τους. Οργανώνονται μεταξύ τους αλυσιδωτά, σαν κρίκοι, έτσι ώστε το σύνολο του λαϊκού πολιτισμού μπορούμε να το προσομοιάσουμε με κάτι σαν δίχτυ…
Michael Löwy: Συγχωνεύοντας το Tikkoun και την κοινωνική Ουτοπία
Στην καβαλιστικής προέλευσης θρησκευτική παράδοση το Tikkoun αποτελεί έναν πολύσημο όρο της οραματικής μεσσιανικής διδασκαλίας, που συμβολίζει ταυτόχρονα την αποκατάσταση/επανόρθωση του απολεσθέντος Παραδείσου και τη Λύτρωση του εβραϊκού λαού από τον καταπιεστικό/τυραννικό ιστορικό χρόνο[1]. Ο Michael Löwy στο βιβλίο του Λύτρωση και Ουτοπία (Παρίσι, 1998)…
