Simone Weil: μερικές σκόρπιες σκέψεις πάνω στο πορτραίτο της «αγίας» των φιλοσόφων

Το έργο της Γαλλίδας φιλοσόφου Simone Weil, πάνω στο οποίο γίνεται αναφορά σε αρκετές από τις προηγούμενες αναρτήσεις, παραμένει άγνωστο μέσα στους πολιτικούς χώρους των κυρίαρχων τάσεων και ιδεολογικών ρευμάτων. Στο άρθρο αυτό θα συζητηθεί συνοπτικά η προσφορά του στη σημερινή πραγματικότητα. Πιο συγκεκριμένα, θα δούμε πώς μια κοινωνιολογική προσέγγιση στη σκέψη της Weil μπορεί να συνεισφέρει στην αναζήτηση καίριων απαντήσεων πάνω σε μια σειρά από επίκαιρα ζητήματα – όπως η παγκοσμιοποίηση και η απώλεια της κοινωνικής μνήμης (δηλαδή των παραδοσιακών αξιών που έχουν καθολική ισχύ σε μια κοινωνία), η μετανάστευση και ο ξεριζωμός, ο θεσμός της πολιτικής αντιπροσώπευσης και τέλος, η ίδια η ύπαρξη των πολιτικών κομμάτων -, αφήνοντας πίσω τα αδιέξοδα των βασικών πολιτικών τάσεων της εποχής μας, κυρίως του οικονομικού (και πολιτικού) φιλελευθερισμού, της σοσιαλδημοκρατίας (και της εξάρτησης από το «θεραπευτικό» κράτος, κατά τα λόγια του Αμερικανού φιλοσόφου Christopher Lasch). Ταυτόχρονα, θα δούμε πώς η σκέψη της Weil μπορεί να συμβάλει στην εύρεση νέων προταγμάτων και εναλλακτικών επιλογών, πέρα από τα ψευδή διλήμματα που θέτουν τα δύο κυρίαρχα ρεύματα, όπως ο εθνορομαντισμός της αναδυόμενης λαϊκιστικής δεξιάς και ο φιλελεύθερος τεχνοκρατικός κοσμοπολιτισμός.

Προσωπογραφία

Ως γνωστό, μερικές από τις βασικές επιρροές της Γαλλίδας Φιλοσόφου είναι ο μοντέρνος Πλατωνισμός καθώς και ο Χριστιανισμός. Σε ό,τι έχει να κάνει με την δεύτερη αναφορά θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε το εξής: η Weil δεν υιοθετεί τον Χριστιανισμό κάτω από κάποιο ετερόνομο πρίσμα. Με άλλα λόγια, σε κανένα σημείο του έργου της δεν κάνει λόγο για την ανάγκη θέσμισης της κοινωνίας βάσει κάποιων θρησκευτικών κανόνων οι οποίοι δεν μπορούν να αμφισβητηθούν ή να αναιρεθούν, λόγω της εξωκοινωνικής/θεϊκής τους προέλευσης. Αντιθέτως, η στροφή της προς τον Χριστιανισμό (κυρίως κατά την διάρκεια ενός ταξιδιού στην Πορτογαλία το 1935, και το 1937 στην Basilica of Santa Maria degli Angeli όπου ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης συνήθιζε να συχνάζει μερικούς αιώνες πριν) έχει να κάνει περισσότερο με έναν βαθύτατο συναισθηματισμό (σαν αυτόν που συναντά κανείς στα ποιήματα της Μαρίας Πολυδούρη), παρά με την υποτιθέμενη ανάγκη των ανθρώπων να υπακούν τυφλά σε κάποιες αναντίρρητες θεϊκές εντολές, βγαλμένες μέσα από τα Χριστιανικά κείμενα. Παρομοίως και οι Πλατωνικές επιρροές της Weil αφορούν περισσότερο τον ανθρώπινο ψυχισμό και την συνείδηση του πόνου, αντί να αναπαράγουν τον ελιτισμό της «ιδανικής πολιτείας», τουτέστιν, την ανάγκη ανάθεσης της πολιτικής στους «ειδήμονες». Μήτε η Weil συμμερίζεται την απέχθεια του Πλάτωνα προς τη δημοκρατία, ένα πολίτευμα που (για τον ίδιο) διεγείρει τις «απαίδευτες μάζες», οι οποίες (υποτίθεται) ρέπουν προς την αμετροέπεια. Αντιθέτως η Weil – που, εκτός των άλλων, είχε συμμετάσχει εθελοντικά στο αγώνα των αναρχικών (και πιο συγκεκριμένα στη Φάλαγγα του Ντουρούτι) εναντίον του Φρανκικού καθεστώτος κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου – θα απέρριπτε κάθε είδους τεχνοκρατία ή εξουσία βασισμένη σε μία μόνο «αλάνθαστη» οικονομική ή πολιτική θεωρία. Για τη Weil η αλήθεια που πρέπει να αναζητήσουμε είναι ολιστική, αλλά πάνω απ’ όλα ηθική, βασισμένη στην έννοια της υποχρέωσης. Για παράδειγμα, όπως όλοι είμαστε υποχρεωμένοι να μην αποσκοπούμε στην εξασφάλιση της δικής μας υπεραφθονίας, στερώντας έτσι αναγκαίους πόρους από άλλους ανθρώπους, προκαλώντας πείνα και εξαθλίωση, το ίδιο ισχύει και για το σύνολο όλων των υποχρεώσεων μας που αντιστοιχεί στην κάλυψη ζωτικής σημασίας υλικών αλλά και ψυχικών αναγκών.

Επιπλέον, η Γαλλίδα φιλόσοφος απορρίπτει εξ’ ολοκλήρου τα πολιτικά κόμματα. Η ίδια πίστευε ότι τα μαζικά κόμματα «δολοφονούν» την αίσθηση τη αλήθειας και της δικαιοσύνης, χτίζοντας την πολιτική τους βάση πάνω στα «συλλογικά πάθη». Ως εκ τούτου, τα μέλη τους αδυνατούν να διαυγάσουν την κοινωνική πραγματικότητα από μόνα τους, ανάγοντας το καθετί στην κοσμοθεωρία που η εκάστοτε παράταξη προωθεί ως απόλυτη γνώση [1]. Έτσι, η Weil κατέληξε στο εξής συμπέρασμα: «αν ήταν να ανατεθεί η οργάνωση της δημόσιας ζωής στον διάβολο, ο ίδιος δεν θα μπορούσε να επινοήσει έναν πιο έξυπνο μηχανισμό» (από αυτόν του κόμματος ή και της οργανωμένης θρησκείας) [2]. Όπως, λοιπόν, τα κόμματα (μαζί και τα αυστηρά δομημένα και άκαμπτα ιδεολογικά σχήματα), συνιστούν εμπόδιο στην αναζήτηση της αλήθειας, με τον ίδιο περιοριστικό τρόπο λειτουργούν τα θρησκευτικά ιερατεία, καθώς και η Καθολική εκκλησία (την οποία η ίδια αρνήθηκε να ακολουθήσει). Μην θέλοντας, λοιπόν, να αποδεχθεί τον «γραφειοκρατικό» Καθολικισμό, η Weil προωθεί περισσότερο έναν Χριστιανισμό που (όπως ειπώθηκε και παραπάνω) δεν εστιάζει στην ανάγκη προσήλωσης στα «ιερά» βιβλία της θρησκείας, με στόχο κάποια μεταθανάτια εκπλήρωση. Περισσότερο η Weil αναζητά μια ιδέα που θα ταίριαζε στην υπερευαίσθητη ψυχοσύνθεσή της και την ατέρμονη δίψα της να μοιράζεται τις δυσκολίες και τον μόχθο των φτωχών ανθρώπων. Ήδη από το 1933, πολύ πριν ενστερνιστεί τον Χριστιανικό πασιφισμό, όντας ακόμα συνδικαλίστρια, με έμφαση στον Μαρξισμό και τον σοσιαλισμό, αισθάνεται την ανάγκη να έρθει ένα βήμα πιο κοντά στους εργάτες. Έτσι, παρότι η ίδια ήταν σωματικά αδύναμη, αποφάσισε να εργαστεί στη Renault. Πολλοί, μάλιστα, εικάζουν ότι ο θάνατός της στο σανατόριο του Kent της Αγγλίας οφείλεται σε υποσιτισμό που η ίδια είχε επιβάλει στον εαυτό της, θέλοντας να μοιραστεί τις κακουχίες των στρατιωτών που μάχονταν στα μέτωπα κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκόσμιου Πολέμου. Κατά κάποιον τρόπο η Weil μας θυμίζει τον George Orwell, ο οποίος εξίσου είχε έλαβε μέρος στον Ισπανικό Εμφύλιο, στο πλευρό των μαχητών του Partido Obrero de Unificación Marxista (POUM) ενάντια στο Φρανκικό καθεστώς, έχοντας αρχικά ζήσει μαζί με εμιγκρέδες στο Παρίσι και αργότερα με άστεγους και ζητιάνους στις υποβαθμισμένες περιοχές του Λονδίνου (βάσει των αναφορών του στο Down and Out in London and Paris), αρνούμενος τις μεσοαστικές ανέσεις της Αγγλίας και αναζητώντας εξιλέωση για τη συμμετοχή του στις εγκληματικές (όπως τις αποκαλεί) αποστολές που του είχε αναθέσει η οικογένειά του και το Βρετανικό κράτος, ως αστυνομικός στην αποικιοκρατούμενη Βιρμανία (βλ. Burmese Days). Θέση κλειδί στο έργο του Orwell είναι η έννοια της κοινής ευπρέπειας, που για τον ίδιο σημαίνει απλότητα, γενναιοδωρία, αλληλεγγύη, διάθεση για χιούμορ, ζεστασιά και καλοσύνη [3]. Αυτά είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά που για τη Weil η ανθρώπινη ψυχή έχει άμεση ανάγκη. Μπορεί, βέβαια, η Γαλλίδα στοχαστής να ερμηνεύει την έννοια της ψυχής από καθαρά Πλατωνική και Χριστιανική οπτική γωνία, ωστόσο είναι δυνατό αυτή η οντότητα να προσεγγιστεί και από μια πιο σύγχρονη ψυχαναλυτική ματιά (όπως θα δούμε και παρακάτω), χωρίς να αλλοιωθεί καν το βασικό διακύβευμα της Βειλικής σκέψης. Ποιές είναι όμως οι επιπλέον «ανάγκες της ψυχής»;

Οι ανάγκες της ψυχής

Για τη Weil η πάλη για την «τάξη», η ελευθερία, η ισότητα, η υπακοή, η αλήθεια, η ζεστασιά, είναι μερικές από τις ανάγκες της ψυχής του ανθρώπου. Τούτοι οι όροι, βέβαια, από μόνοι τους αποτελούν κενά σημαίνοντα και απαιτούν περαιτέρω ανάλυση και εμβάθυνση προκειμένου να καταστούν κατανοητά στον αναγνώστη. Λόγω, όμως, της περιορισμένης χωρητικότητας του άρθρου δεν είναι εφικτό να συζητηθούν εκτενέστερα όλα αυτά (και επομένως, θα ήθελα να παραπέμψω τους αναγνώστες στο ίδιο το βιβλίο Ανάγκη Για Ρίζες). Μπορούμε, ωστόσο, να πούμε σε γενικές γραμμές ότι κεντρική σημασία στο έργο της Weil (αναφορικά με την ανθρώπινη ψυχή, και εντούτοις στην ίδια την ανθρώπινη προσωπικότητα) έχουν τρεις βασικές έννοιες: η αγάπη, η αλήθεια και η δικαιοσύνη (έννοιες που ήδη συζητήθηκαν πιο πάνω). Σε ό,τι αφορά τη δικαιοσύνη, η Weil την αντιπαραθέτει με το δίκαιο και την έννοια του δικαιώματος, το οποίο μάλιστα θεωρεί υποδεέστερο της υποχρέωσης. Δεν υφίσταται κανένας δεσμός μεταξύ δικαιώματος και αγάπης (λέει η ίδια). Επιπλέον, το δικαίωμα ως έννοια δεν φαίνεται ικανό να πραγματώνει αυτό που υποτίθεται ότι προωθεί και επιδιώκει. Αλλά πάνω απ’ όλα (όπως πολύ σωστά επισημαίνει) [4], η έννοια του δικαιώματος δεν υπάρχει σε κανένα αρχαιοελληνικό γραπτό· αντιθέτως αποτελεί Ρωμαϊκή εφεύρεση. Η σημασία του διαχωρισμού μεταξύ αρχαίας Ελλάδας και Ρώμης είναι υψίστης σημασίας για την κατανόηση και πραγμάτωση του δημοκρατικού προτάγματος. Όμως η ανάλυση της Weil για τον αρχαίο κόσμο, και κυρίως σε ό,τι αφορά την αρχαιοελληνική και αρχαιορωμαϊκή πραγματικότητα, είναι περιορισμένη (και πολλές φορές εξόφθαλμα λανθασμένη). Θα μπορούσαμε, ωστόσο, να εκλάβουμε τούτη την διαφοροποίηση ως μια αφετηρία, συνεχίζοντας την εμβάθυνση πάνω στη δημοκρατία μέσα από το έργο της Hannah Arendt (βλ. The Human Condition), και πολύ περισσότερο μέσα από την ανάλυση που η ίδια προσφέρει αναφορικά με την αρχαία Αθήνα. Εκεί η Arendt εντοπίζει δύο πεδία: το ιδιωτικό και το δημόσιο πεδίο, δηλαδή τον Αθηναϊκό οίκο – τη σφαίρα του μόχθου (labour) – και την εκκλησία του δήμου, τουτέστιν, τον πολιτικό βίο (την δημοκρατία) με άλλα λόγια, όντας συνυφασμένη με την κατάσταση της πράξεως (action), που απώτερος στόχος της είναι η ελευθερία. Η σύγχρονη κοινωνία ως έννοια προέρχεται από το Ρωμαϊκό societas, και στην ουσία αποτελεί μια διαστρέβλωση του πολιτικού (δημόσιου) πεδίου. Πρόκειται για μια νέα εκδοχή του «δημόσιου» που προέκυψε ιστορικά όταν έπαψε να γίνεται αντιληπτή η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο σφαιρών, με αποτέλεσμα στοιχεία του ιδιωτικού πεδίου να εισβάλουν στο πολιτικό, αλλοιώνοντας τον πραγματικό του χαρακτήρα. Αυτό, για την Arendt, συνεπάγεται το τέλος της πράξεως, και συνεπώς το ιστορικό τέλος της δυνατότητας των ανθρώπων να διατηρήσουν την κοσμικότητά τους, μέσω της πραγμάτωσης λαμπρών έργων. Η πολιτική μετατρέπεται σε μια διαδικασία όπου κυριαρχούν τα ιδιαίτερα συμφέροντα (του βασιλιά ή μιας ομάδας ανθρώπων), όπως ακριβώς και στη Ρωμαϊκή εκδοχή του societas, που πολύ πριν καταστεί καθολική έννοια (societas generis) έτεινε να είναι ταυτισμένη με τις κλειστές ομάδες ανθρώπων που αποσκοπούσαν στην ιδιωτική τους ανέλιξη.

Η σημασία της εντοπιότητας

Βασική προϋπόθεση, ωστόσο, για την ανάδειξη νέων αξιών (όπως, άλλωστε, θα συμφωνούσε και η Margaret Canovan [5]) οι οποίες θα εμπεριέχουν αυτό το σπέρμα της δημοκρατίας που συναντάμε στην αρχαία Αθήνα πρωτίστως, είναι ο επανακαθορισμός και επαναπροσδιορισμός αυτού που αποκαλούμε «ρίζες». H ανάγκη για ρίζες (που εκφράζεται μέσα από το έθνος και, πολύ περισσότερο, μέσα από τον λαό) είναι όχι μόνο ένα από τα βασικότερα προαπαιτούμενα για την ανάδυση μιας πολιτικής κοινότητας εντός της οποίας μπορούν να γεννηθούν απελευθερωτικά προτάγματα, αλλά ταυτόχρονα και η μεγαλύτερη ανάγκη της ανθρώπινης ψυχής, συνάμα όμως και η λιγότερο αναγνωρισμένη όπως αναφέρει η Weil (βλ. Ανάγκη για Ρίζες). Πρόκειται για την ταύτιση των ανθρώπων με μια σειρά από δεδομένα που νοηματοδοτούν τον συλλογικό βίο και τον καθιστούν μια ζωντανή κοινότητα, όπως οι κοινές συνήθειες, το περιβάλλον, η μνήμη του παρελθόντος (που λανθασμένα, τονίζει η ίδια, πολλές φορές η αριστερά την αντιλαμβάνεται ως έννοια αντιδραστική), η ικανότητα να απομνημονεύουμε ποιήματα, τραγούδια, αλλά και ένα πλήθος άλλων δεξιοτήτων που συντελείται μέσα στην κοινότητα αυτήν. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι το εργατικό κίνημα (το οποίο εμπεριέχει σπέρματα δημοκρατίας, όπως έχει ο Καστοριάδης) έδρασε μέσα σε εθνικά πλαίσια. Πολύ περισσότερο, η ίδια η λαϊκή Επανάσταση των Ισπανών του 1936 υπήρξε από πολλές απόψεις βαθύτατα Ισπανική, κυρίως λόγω της ύπαρξης στοιχείων κοινωνικότητας και συντροφικότητας στις συνήθειες των φτωχών Ισπανών εργατών, στοιχείων αλληλεγγύης, αλτρουισμού και εντοπιότητας, βαθιά ριζωμένων στην τοπική κουλτούρα όπως πολύ χαρακτηριστικά αναλύει ο Murray Bookchin στο The Spanish Anarchists. Υπήρξε βαθύτατα Ισπανική, επίσης, και λόγω της ιδιαιτερότητας των προβλημάτων που έπρεπε οι επαναστάτες να επιλύσουν, όπως εξιστορεί ο Orwell στο Homeage to Catalonia. Το ιστορικό κενό της εποχής μας, δηλαδή ο μηδενισμός της μαζικής κουλτούρας, της παγκοσμιοποίησης, ο φιλελεύθερος κοσμοπολιτισμός και η νεοτεχνολογία έχουν εξοβελίσει κάθε μορφή εντοπιότητας, συμβάλλοντας παράλληλα στην εξαφάνιση του λαϊκού πολιτισμού. Η εκρίζωση χαρακτηρίζει το σύνολο των σημερινών κοινωνιών, και πολλές φορές οι ολιγαρχικές εξουσίες την ανάγουν σε πολιτισμικό πρόταγμα. Άλλωστε, όπως πολύ χαρακτηριστικά είχε πει και η Weil, η ίδια η καπιταλιστική οικονομική δραστηριότητα έχει ως αποτέλεσμα τον εκμηδενισμό κάθε κοινωνικού δεσμού, κάθε εθνικού χαρακτηριστικού και κάθε λαϊκού στοιχείου (όπως θα έλεγε ο Ζαν-Κλωντ Μισέα), ώστε να μπορεί η ελεύθερη αγορά να επεκτείνεται δίχως νεκρούς χρόνους και γεωγραφικούς περιορισμούς [6].

Η σκέψη της Weil μας ωθεί να σταθούμε κριτικά απέναντι στον σύγχρονο κοινωνικό ξεριζωμό, που εσφαλμένα ο μεταμοντέρνος αριστερός χιπστερισμός προωθεί ως απάντηση στις «καταπιεστικές» και «παρωχημένες» ταυτότητες του παρελθόντος, ακριβώς λόγω του μηδενισμού που εκφράστηκε μέσα από κινήματα αντικουλτούρας της δεκαετίας του 70, από όπου και ξεπήδησαν τα πρώτα νεοαριστερά προτάγματα. Συνεπώς, κάθε αναφορά στις «ρίζες», στην εντοπιότητα και στα έθιμα εκλαμβάνεται ως «πουριτανισμός» και «οπισθοδρόμηση», ενώ την ίδια στιγμή το αντιαυταρχικό φαντασιακό της αριστερής ιδεολογίας εξιδανικεύει τον φιλελεύθερο κοσμοπολιτισμό (ως δήθεν αντίδοτο στον εθνικισμό), και το πολυπολιτισμικό melting pot μοντέλο. Αυτές οι έννοιες, βέβαια, είναι ασυμβίβαστες με τα ρεπουμπλικανικά ιδεώδη και τη δημοκρατία εν γένει. Διότι το πολυπολιτισμικό μοντέλο αντιστοιχεί περισσότερο στις μοναρχικές απολυταρχίες με το πλήθος των συντεχνιών τους, ή στις σημερινές δυτικές καπιταλιστικές μητροπόλεις, που είναι διασπασμένες σε διάφορες εθνοτικές ομάδες τις οποίες δεν συνδέει τίποτα μεταξύ τους. Το μοντέλο αυτό, συνεπώς, όντας γέννημα θρέμμα της κυρίαρχης χιπστερικής ιδεολογίας, ενισχύει περαιτέρω την εκρίζωση και τη διάβρωση όλων των κοινωνικών σχέσεων. Όπως είχε ισχυριστεί, όμως, η Weil, ο μαζικός ξεριζωμός δεν ευνοεί παρά τις αυταρχικές πολιτικές δυνάμεις [7]. Σαν το φίδι που δαγκώνει την ουρά του λοιπόν, η ίδια η φιλελεύθερη πραγματικότητα, μέσω της υποβάθμισης της λαϊκότητας και της αποθέωσης του πολιτισμικού ξεριζωμού, άθελά της ενίσχυσε τα αυταρχικά κόμματα της λαϊκιστικής δεξιάς, τα οποία προσπαθούν μανιωδώς και με επιθετικό τρόπο να επαναπροσδιορίσουν την έννοια του ανήκειν. Επιπλέον, (όπως μας λέει η Weil) η ανάγκη για ρίζες είναι μια από τις πιο βαθιές ανάγκες της ψυχής· με αυτό θα συμφωνούσε και ο Βρετανός ψυχαναλυτής John Bowlby, ο οποίος εισάγει τη θεωρία του δεσμού (attachment theory). Όπως είχα αναλύσει σε προηγούμενη ανάρτηση, η ταύτιση (ή δεσμός) είναι μια αναγκαία συνθήκη για να νοηματοδοτηθεί το ανθρώπινο ζειν. Μπορεί για τον Bowbly η πρωταρχική ταύτιση να εκφράζεται με την προσκόλληση του νεαρού ατόμου στο μητρικό πρόσωπο, κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής του (και κυρίως με το ξεπέρασμα της εφηβείας), το ίδιο άτομο θα έρθει σε επαφή με νέα είδους ταυτιστικά αντικείμενα (objects) που υπερβαίνουν τη σφαίρα της οικογενειακής φροντίδας (δοσμένα φυσικά από το κοινωνικό περιβάλλον). Το έθνος, οι παραδόσεις, τα έθιμα και η ίδια η ιδέα της εντοπιότητας αποτελούν από τα πιο χαρακτηριστικά ταυτιστικά αντικείμενα. Η απουσία όλων αυτών των στοιχείων, η μετατροπή του ανθρώπου σε εκριζωμένο «ελάχιστο εαυτό» (κατά τον Christopher Lasch) που βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στο πολιτισμικό κενό του μηδενισμού έχουν, σε ορισμένες περιπτώσεις, ωθήσει τμήματα του πληθυσμού σε άλλου είδους αντικείμενα (objects), όπως η φυλή και η θρησκεία (κοινώς στον φυλετισμό ή στον θρησκευτικό φονταμενταλισμό), ή τις πιο πολλές φορές στην αναζήτηση ενός νέου εθνικισμού. Η αναδυόμενη λαϊκιστική δεξιά υφαρπάζει όλα αυτά τα δεδομένα (την εκρίζωση και την σύγχυση που προκαλείται από την απώλεια του χαμένου κόσμου – όπως και από κάθε «δεσμό» που διαλύεται) και συναθροίζει τον εθνικιστικό της λόγο, προσπαθώντας να επαναφέρει τον ταυτιστικό ρόλο του έθνους. Τούτος ο τοξικός, όμως, λόγος δεν δίνει έμφαση στην ενίσχυση των ρεπουμπλικανικών στοιχείων του έθνους κράτους (τα οποία στα πλαίσια της αποδυνάμωσης του θεσμού αυτού, διαρκώς οπισθοχωρούν), στον συνταγματικό πατριωτισμό με άλλα λόγια. Απεναντίας, έμμεσα προωθεί έναν, κατά κάποιον τρόπο, γερμανικής προέλευσης Ρομαντικό εθνικισμό. Για την Weil, αυτού του είδους ο εθνικισμός όχι μόνο δεν ενισχύει την εντοπιότητα, αλλά προκαλεί περαιτέρω εκρίζωση. Ταυτόχρονα, θανατώνει την αγάπη, την αλήθεια και την δικαιοσύνη, καθώς αντί να προωθεί προτάγματα ικανά να κινητοποιήσουν την πολιτική φαντασία (δηλαδή στη δημιουργία θεσμών που βαθαίνουν τις κοινωνικές σχέσεις, διευρύνουν τη συμμετοχικότητα και αναχαιτίζουν τον προ-πολιτικό φυλετισμό) επενδύει στα «συλλογικά πάθη» (στη σύγχυση και τη νοσταλγία).

Ο λαϊκός οικουμενισμός (αντί επιλόγου)

Πέρα από το δίπολο πολυπολιτισμικότητα και κοσμοπολιτισμός έναντι εθνορομαντισμού και απομονωτισμού έχουμε να αντιπροτείνουμε την αναγέννηση της λαϊκότητας (κάτι που προϋποθέτει, βέβαια, τον επανακαθορισμό των «ριζών»), και την Οργουελική ιδέα περί κοινής ευπρέπειας. Αντί λοιπόν να ενισχύουμε τον ατομικισμό και τον επικίνδυνο ξεριζωμό, αναθέτοντας ταυτόχρονα την επίλυση κοινωνικών προβλημάτων στη γραφειοκρατία της «θεραπευτικής» πολιτικής ορθότητας, εισάγουμε τούτη την αξία ως απάντηση τόσο στους εθνικούς ανταγωνισμούς όσο και στον αντι-πολιτικό και μηδενιστικό κοσμοπολιτισμό. Ως αναπόσπαστο κομμάτι της κοινής ευπρέπειας, βέβαια, θα πρέπει να εκλάβουμε την αντίληψη περί «ενιαίου κοινού καλού» της Weil, μια αντίληψη που, κατά κάποιον τρόπο, εκφράστηκε στην πρώτη περίοδο του Κινήματος για τα Πολιτικά Δικαιώματα (ΗΠΑ), αλλά και την «οικουμενική φύση της ανθρώπινης συμπόνοιας». Όλες αυτές οι αξίες εξυψώνουν και προωθούν τον αυτο-περιορισμό απέναντι στην ύβρη και την αλαζονεία των ρατσιστικών αντιλήψεων. Η κοινή συμπόνοια, μάλιστα, είναι απόλυτα συνυφασμένη με τα «κοινά δεινά των ανθρώπων» (βλ. Ανάγκη για Ρίζες), βάσει της αντίληψης ότι όλοι υποφέρουμε ή έχουν υποφέρει σε κάποια ιστορική στιγμή, θυμίζοντάς μας έτσι τον Πόνο του Ανθρώπου και των Πραγμάτων του Κώστα Καρυωτάκη. Ως εκ τούτου, η σκέψη της Weil από τη μια βρίσκεται εκ διαμέτρου αντίθετη με τον φιλελεύθερο κοσμοπολιτισμό, αλλά την ίδια στιγμή προωθεί την υπέρβαση του απομονωτισμού, των εθνικών ανταγωνισμών και του μίσους ανάμεσα σε λαούς που περισσότερα τους ενώνουν παρά τους χωρίζουν, προς έναν «λαϊκό οικουμενισμό» [8]. Σε αντίθεση με τον φιλελευθερισμό, ο λαϊκός οικουμενισμός δίνει έμφαση στη εντοπιότητα, άρα και στην ύπαρξη των λαών ως διαφορετικές οντότητες (πράγμα που μια δημοκρατία απαιτεί). Συνεπώς εστιάζει στις ρίζες και τις παραδοσιακές αξίες που έχουν καθολική ισχύ· όχι όμως σε αυτές τις αξίες που προωθούν την ετερονομία, τον διχασμό και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Η σκέψη της Weil, όπως είδαμε, βασίζεται στην αναγνώριση κοινών εννοιών μεταξύ πολιτισμών και ανθρώπων, θυμίζοντάς μας το αίσθημα παγκόσμιας αδελφοσύνης που βρίσκουμε στα ποιήματα του Νίκου Καββαδία [9], τη λαϊκότητα και το πάθος για κοινωνική δικαιοσύνη που συναντάμε στις δημοκρατικές παραδόσεις των Quakers – οι οποίοι εκτός των άλλων συνέβαλαν και στην εξάπλωση κινημάτων εναντίον του ρατσισμού και της δουλείας στις ΗΠΑ [10] – και στους Άγγλους Ρομαντικούς του 19ου αιώνα (κυρίως στα έργα των Emily και Charlotte Brontë).

[1] Βλ. άρθρο του Jan-Werner Müller στους Irish Times, «Review: On the Abolition of All Political Parties, by Simone Weil» (21 Μαΐου 2015).


[2] Simone Weil, On the Abolition of All Political Parties, (2014, New York: New York Review of Books).

[3] Rodden John. Decency and Democracy: The Aspiring Plebeian, σσ. 171-188 στο βιβλίο: The Politics of Literary Reputation (the Making and Claiming of ‘St. George Orwell). (1989, Oxford: Oxford University Press).

[4] Simone Wel. An Anthology. (2005, London: Penguin Books)

[5] «To make sense, democracy requires a ‘people’, and social justice a political community within which redistribution can take place […] The resounding silence of most of the thinkers concerned on the topic of boundaries, the generation of political solidarity and the sources of political power bears witness to their presuppositions» Margaret Canovan. Nationhood And Political Theory. (1996. Cheltenham: Edward Elgar Publishing Limited). σ.2.

[6] Ζαν Κλωντ Μισέα. Η Εκπαίδευση της Αμάθειας (1999, Αθήνα: Βιβλιόραμα), σσ.18-21

[7] Βλ. άρθρο Pankaj Mishra στην Guardian, «The Need for Roots brought home the modern era’s disconnection with the past and the loss of community» (18 Αυγούστου 2013).

[8] Η έννοια του οικουμενισμού στην κοινωνιολογία δεν είναι ταυτόσημη με τη θρησκευτική κατανόηση του όρου και δεν θα πρέπει να συγχέεται με κάποιο Χριστιανικό δόγμα. Ως οικουμενισμό ορίζουμε την ικανότητα των ανθρώπων να αναγνωρίζουν τα προβλήματα που ταλανίζουν όλη την ανθρωπότητα (όλη την «οικουμένη» δηλαδή), να σκέφτονται με άλλα λόγια «διεθνιστικά», δίχως όμως να εγκαταλείπουν τμήμα των παραδοσιακών τους αξιών, δίχως να ενσωματώνονται σε κάποιο πολιτισμικό Esperanto που θέλει τον κάθε άνθρωπο αποκομμένο από το περιβάλλον του, σα να πρόκειται για πολίτες ενός παγκόσμιου χωριού.

[9] Βλ. Περιοδικό Πρόταγμα 2016 (τεύχος 9), Σιμόν Βέιλ, Ανάγκη για ρίζες, μια διακήρυξη καθηκόντων απέναντι στον άνθρωπο και την κοινωνία (σσ.202-236).


[10] William Frost, “The Quaker Origins of Antislavery”. (1980, Norwood: Norwood Editions).

Αναρτήθηκε στις: 08 Δεκεμβρίου 2016

Σχολίασε

Go to top