Johann Heinrich Wilhelm Tischbein, Goethe in the Roman Campagna, 1787.

Συνδιαμόρφωση κειμένου: Μιχάλης Θεοδοσιάδης και Γιώργος Κουτσαντώνης

Στο βιβλίο του Μισέλ Ουελμπέκ, με τίτλο «Υποταγή», ένας σαραντάρης πανεπιστημιακός καθηγητής περπατώντας στο δρόμο συνειδητοποιεί ξαφνικά ότι γύρω του καμία γυναίκα δεν φοράει πια φούστα, «η σκιαγράφηση των γυναικείων μηρών, δηλαδή η διανοητική προβολή που στοχεύει στην ανοικοδόμηση του αινίγματος που κορυφώνεται στη διασταύρωση τους, μια διαδικασία της οποίας η δύναμη της διέγερσης είναι ευθέως ανάλογη με το μήκος των γυμνών ποδιών, πλέον έχει καταστεί αδύνατη». Οι προσβλητικές, για το συντηρητικό Ισλάμ, φούστες έχουν εξαφανιστεί. Ο καθηγητής έρχεται αντιμέτωπος με μια βαθιά εσωτερική κρίση η οποία συνδέεται με την πεποίθηση ότι οτιδήποτε συνθέτει τη ζωή του – καριέρα, μελέτη, σεξ, αγάπη – δεν είναι σε θέση να του προσφέρουν ευτυχία ή κάποιο νόημα. Για τον Ουελμπέκ ο εξισλαμισμός της Γαλλίας είναι μια αργή υποταγή· το ένα έθιμο μετά το άλλο, η μια παράδοση μετά την άλλη και το ένα δικαίωμα μετά το άλλο υποτάσσονται σε κάτι νεότερο, ισχυρότερο και πιο συμπαγές, κι έτσι χάνουν την ουσία τους και ξεφτίζουν. Για τον πρωταγωνιστή του «Υποταγή», η μόνη διασκέδαση, σε αυτή τη γενική παρακμή της Δύσης είναι το σεξ επί πληρωμή. Όμως η σεξουαλική ευχαρίστηση είναι κάτι το εφήμερο που υποτάσσεται σε μια δύναμη πολύ μεγαλύτερη από αυτήν των κοινωνικών αλλαγών: στο φυσιολογικό γήρας.

Ο πυρήνας της μυθιστορίας του Ουελμπέκ είναι διττός· δεν περιστρέφεται μόνο γύρω από το προσωπικό δράμα του πρωταγωνιστή, αλλά και γύρω από το συλλογικό δράμα της γαλλικής κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης. Η Μαρίν Λε Πεν του Εθνικού Μετώπου, μάχεται ενάντια στον Ben Abbas, τον ηγέτη του μετριοπαθούς Ισλαμικού Κόμματος της Γαλλίας. Κάποια στιγμή όμως γίνεται κάτι που ελάχιστοι θα περίμεναν: το Ισλαμικό Κόμμα -με τη βοήθεια της Μουσουλμανικής Αδελφότητας- κερδίζει τις εκλογές, μετά από μια άνευ προηγουμένου συμμαχία με το UMP και το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Αυτή η εξέλιξη θα οδηγήσει τελικά στη θέσπιση του Νόμου του Κορανίου στη Γαλλία! Έτσι, εκ των πραγμάτων έρχεται το τέλος των λεγόμενων παραδοσιακών πολιτικών κομμάτων, όπως τα δανειστήκαμε από τη Γαλλική Επανάσταση, που βασίστηκαν στον, όλο και πιο τεχνητό, διαχωρισμό μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς. Κάπως έτσι οι φιλελεύθερες δημοκρατίες όπως τις ξέραμε φτάνουν στο τέλος τους. Είναι προφανές ότι για τον διάσημο Γάλλο συγγραφέα το Ισλάμ μπορεί να οδηγήσει τη γαλλική κοινωνία μόνο σε υποχώρηση και υποταγή. Εάν υποθέσουμε ότι η ανάλυσή του είναι σωστή και όχι αποτέλεσμα προκατάληψης -ενός ευφυέστατου και «περπατημένου» ανθρώπου, πλην όμως «υπερβολικού», ίσως και βαθιά πεσιμιστή- τότε θα πρέπει να προβληματιστούμε σοβαρά. Ο συγγραφέας με το έργο του μας αποκαλύπτει, αυτή που θεωρεί μεγάλη ψευδαίσθηση: η δυτικοευρωπαϊκή κοινωνία είναι ήδη νεκρή και οι λόγοι ποικίλουν … ο άλλοτε φιλελεύθερος κόσμος της ανεκτικότητας και της, έστω και ατελούς, ανθρωποκεντρικής ελευθερίας, δεν είναι παρά ένα ζόμπι που νομίζει εαυτόν ζωντανό.

Ωστόσο, από το 2015 που γράφτηκε το βιβλίο του Ουελμπέκ, στην Γαλλία, σε επίπεδο πολιτικής, έχουν αλλάξει αρκετά πράγματα και κυρίως αυτός που άλλαξε άρδην είναι ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν. Από την πρώτη περίοδο του «κινήματος» En Marche, όπου ο Μακρόν θύμιζε τη γαλλική έκδοση του Καναδού Τζάστιν Τριντό, η Γαλλία έχει γευτεί μια μαζική εξέγερση (των Κίτρινων Γιλέκων), την ισχυρή ανάσα της Μαρίν Λε Πεν, αισθάνεται την απειλή του πολιτικού Ισλάμ στο εσωτερικό της, ενώ βλέπει την αυξανόμενη επιθετικότητα της Τουρκίας ως μια προσπάθεια περαιτέρω εξάπλωσης του Ισλαμισμού στην Ευρώπη. Εδώ και αρκετό καιρό, είναι αλήθεια ότι η παραδοσιακά ανεκτική Γαλλία, και ολόκληρος ο δυτικός κόσμος εν γένει, βρίσκεται αντιμέτωπος με τις πραγματικές συνέπειες του ακραίου ρεύματος της Πολιτικής Ορθότητας. Όντας, ως ένα βαθμό, γέννημα θρέμμα των αντιφάσεων του νεωτερικού φιλελευθερισμού, απειλεί να «σκοτώσει» τον ίδιο τον κλασικό φιλελευθερισμό εφόσον εξιδανικεύει άκριτα κάθε μή-δυτικό στοιχείο, φτάνοντας μέχρι και στο σημείο να κλείσει το μάτι στο πολιτικού Ισλάμ, το οποίο συχνά πυκνά ταυτίζει με την αντίσταση στη δυτική καταπίεση[1]. Το λεξιλόγιο της πολιτικής ορθότητας θα εκμεταλλευτούν οι Ισλαμικές απολυταρχίες, με πρώτη και καλύτερη αυτή του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Πράγματι, στη ρητορική του Τούρκου προέδρου έχουν ενταχθεί, με τρόπο συστηματικό και στοχευμένο, σειρά όρων από το δυτικής καταγωγής ορθοπολιτικό οπλοστάσιο: «καταπίεση», «ανθρώπινα δικαιώματα», «ρατσισμός», «ιμπεριαλισμός», «αποικιοκρατία», «φασισμός», κ.α. Ταυτίζοντας την Ευρώπη με την αποικιοκρατία και το ρατσισμό και προβάλλοντας διεθνώς την τουρκική ταυτότητα ως το κατεξοχήν θύμα της δυτικής επικυριαρχίας, ο ίδιος επιδιώκει να συγκαλύψει τα ιστορικά εγκλήματα του τουρκικού εθνικισμού (όπως τη γενοκτονία των Αρμενίων), πάντα με στόχο να προωθήσει τη μαξιμαλιστική νεο-Οθωμανική του ατζέντα, παραβιάζοντας κυριαρχικά δικαιώματα άλλων χωρών (της Συρίας, του Ιράκ, της Ελλάδας και της Κύπρου). Η Τουρκική προκλητικότητα και το πολιτικό Ισλάμ -που έχει εισχωρήσει βαθιά στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, σταδιακά και μεθοδευμένα- ακυρώνουν ακόμη και τις πιο προχωρημένες ψευδαισθήσεις περί δυτικοευρωπαϊκής ταυτότητας, συνοχής και ενότητας. Θα μπορούσε η Τουρκία του Ερντογάν, ίσως με όχημα τη Γαλλία, να αφυπνίσει μια Ευρώπη που μέχρι χθες νόμιζε ότι ο νεο-οθωμανισμός είναι το αντικείμενο θεωρητικών μελετών που αφορούν μόνον κάποιους σκονισμένους, από τις παλιές βιβλιοθήκες, ακαδημαϊκούς ή «ψεκασμένους» εθνικιστές;

Ευρωπαϊκή ταυτότητα, έθνος κράτος και συμπολιτεία

Σε πρόσφατη ομιλία του ο Γιώργος Καραμπελιάς αποδίδει την αποτροπή των σχεδίων Ερντογάν στην Ευρωπαϊκή στάση και συνοχή. Παρότι έχουμε πολλές φορές υποστηρίξει την πολιτική και δημοκρατική αυτονομία των εθνών-κρατών, έναντι της κυριαρχίας υπερεθνικών διευθυντηρίων, συμπεριλαμβανομένου και του διευθυντηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ίδια στιγμή μιλήσαμε για την ανάγκη διατήρησης κάποιου πλαισίου διεθνών συνεργασιών, με στόχο την αποφυγή του απομονωτισμού και περιχαράκωσης στα στενά εθνικά όρια. Ο ισχυρισμός του Γ. Καραμπελιά, αναφορικά με την Ευρωπαϊκή συνοχή και αποφασιστικότητα, ως βασικών παραγόντων που οδήγησαν στην (προσωρινή) υποχώρηση της Τουρκίας στο Αιγαίο, ανοίγει και πάλι συζητήσεις γύρω το θέμα της Ευρωπαϊκής ταυτότητας. Παρότι οι προσεγγίσεις μας πάνω σε ζητήματα Διεθνών Σχέσεων βασίζονται στον πολιτικό ρεαλισμό, δηλαδή στην ανάγκη αναγνώρισης του έθνους-κράτους ως βασικό εγγυητή της ασφάλειας και της ελευθερίας, την ίδια στιγμή αναγνωρίζουμε την ανάγκη συγκρότησης κοινών χώρων συνεργασίας μεταξύ εθνών, τη συγκρότηση, με άλλα λόγια, μιας Συμπολιτείας, ικανής να κρατά ανοιχτούς διαύλους (κυρίως πολιτισμικής) επικοινωνίας και συνεργασίας (ιδίως σε θέματα άμυνας), δίχως όμως να επεμβαίνει στις πολιτικές αποφάσεις του κάθε κυρίαρχου και αυτόνομου κράτους/πολιτικού σώματος. Μια τέτοια Συμπολιτεία, κατά τη γνώμη μας, δεν μπορεί να είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, δεδομένης της υπερσυγκεντρωτικής της φύσης, της έλλειψης πολιτικής διαφάνειας και δημοκρατικής νομιμοποίησης όσων συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων, ερήμην των λαών. Με άλλα λόγια, η σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι ούτε κοσμοπολιτεία, ούτε συμπολιτεία· πρόκειται για μια αυτοκρατορία που άγεται και φέρεται από τις διεθνείς των ασύδοτων αγορών.

Γνωρίζουμε τη χαμπερμασιανή θέση περί ανάγκης δημιουργίας ενός «Ευρωπαϊκού λαού»[2]. Ωστόσο, όπως πολύ σωστά είχε τονίσει η Margaret Canovan, μια τέτοια θέση είναι ιδιαίτερα αδύναμη: μια λαϊκή ταυτότητα δεν θα μπορούσε να είναι αντικείμενο «κατασκευής» και «παράδοσης» κατά παραγγελία. Με άλλα λόγια, η νεωτερική ιδέα πως μια λαϊκή ταυτότητα (ταυτότητα ικανή να συμπεριλαμβάνει όλα εκείνα τα στοιχεία που ένας διανοητής εγκρίνει ως ιδανικά) θα μπορούσε να κατασκευαστεί εκ των άνω, αγνοεί μια σημαντική παράμετρο: καμία λαϊκή ταυτότητα δεν είναι αποτέλεσμα πολιτικού προγραμματισμού, αλλά συνεχόμενων και συχνά αυθόρμητων κινητοποιήσεων, των οποίων τις συνέπειες δεν δύναται να γνωρίζει κανείς εκ των προτέρων. Όπως, άλλωστε, είχε ισχυριστεί ο Κορνήλιος Καστοριάδης[3], οι ιδεολογίες που προτάσσουν την κατασκευή μιας πραγματικότητας βάσει κεντρικού και ορθολογικού σχεδιασμού είναι καταδικασμένες σε αποτυχία εφόσον αγνοούν τον μη ορθολογικό (και συχνά απρόβλεπτο) χαρακτήρα της κάθε κοινωνίας. Έτσι, αν η απειλή της Τουρκίας κινητοποιεί ορισμένα μέλη της ΕΕ να μιλήσουν για «ευρωπαϊκότητα», μια τέτοια «συνειδητοποίηση» περισσότερο επιβεβαιώνει τις θέσεις Canovan παρά τη θεωρία του Χάμπερμας, περί ανάγκη κατασκευής μιας «ευρωπαϊκής ταυτότητας» μέσα από διαδικασίες εκπαίδευσης και διαπαιδαγώγησης (civic education). Άλλωστε ήταν πάγια θέση του Ρουσσώ, ότι η συνείδηση ενός έθνους διαμορφώνεται όταν η βάση του, ο λαός δηλαδή, συσπειρώνεται με σκοπό να αντιμετωπίσει μια εξωτερική απειλή[4]. Μια τέτοια έποψη, όπως φαίνεται, είναι μάλλον ορθή, αν θεωρήσουμε την «εξωτερική» απειλή της ισλαμιστικής Τουρκίας ως συγκυρία που αυθόρμητα καλλιεργεί συνθήκες συσπείρωσης.

Θα μπορούσαμε, λοιπόν, στο μέλλον να μιλήσουμε για Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, η οποία δεν θα βασίζεται στις αντιλήψεις που έθεσαν τις βάσεις για την ανάδυση της σημερινής υπερσυγκεντρωτικής και αντιδημοκρατικής Ευρώπης, αλλά θα σέβεται την αυτονομία των εθνών-κρατών ως μητροπόλεις και της τοπικής αυτοδιοίκησης ταυτόχρονα; Αναμφισβήτητα κάτι τέτοιο φαντάζει πολύ μακρινό, ιδίως όσο υπάρχουν κράτη μέλη που εξακολουθούν να βρίσκονται σε άρνηση, στρουθοκαμηλίζοντας εμμονικά μπροστά στον κίνδυνο από την Ανατολή. Σε παλαιότερη διαπίστωση μας, αναφορικά με τις βασικές επιδιώξεις της Γαλλίας, είχαμε αναφέρει ότι, «ο στόχος του Μακρόν δεν είναι άλλος παρά η ηγεμονία· επιδιώκει να καλύψει το κενό που δημιουργεί η αποχώρηση της Βρετανίας από την ΕΕ ώστε να καταστήσει τη Γαλλία ατμομηχανή της Ευρώπης έναντι της Γερμανίας». Επιπλέον, είναι απόλυτα κατανοητό ότι οι Γάλλοι απεύχονται κάθε ανταγωνισμό από πλευράς Τουρκίας η οποία στήνει προγεφυρώματα στη βόρεια Αφρική. Όπως γνωρίζουμε άλλωστε, η Τουρκία έχει έτοιμο πυρηνικό εργοστάσιο στην Αττάλεια, ακριβώς απέναντι από την Κύπρο, ενώ έχει ήδη προχωρήσει σε συμφωνία με τον Νίγηρα για παροχή ουράνιου στο εργοστάσιο της. Οι πολεμοχαρείς Τούρκοι ηγέτες επιθυμούν να αποκτήσουν πυρηνικά όπλα· η Γαλλία, από την άλλη, δεν επιθυμεί την Τουρκία απέναντί της οπλισμένη με πυρηνικές κεφαλές να την απειλεί. Ας αναρωτηθούμε το εξής: αν οι Τούρκοι ηγέτες απειλούν ήδη τώρα τη Γαλλία, θα σταματήσουν να την απειλούν όταν αποκτήσουν πυρηνικά όπλα; Στην περίπτωση λοιπόν αυτή, η «Ευρωπαϊκή συνοχή» δεν προωθείται μόνο μέσω κάποιας πολιτισμικής συνειδητοποίησης, ή έστω μέσα από την κοινή συσπείρωση των Γάλλων εν όψη ενός κοινού εχθρού, αλλά σε σημαντικό βαθμό, είναι και αποτέλεσμα του ωμού και κυνικού γεωπολιτικού συμφέροντος. Επιπλέον, πέρα από τη Γαλλία και την Αυστρία, οι πιο πολλές χώρες της Ευρώπης, ακόμη και αυτές που έχουν αναγνωρίσει την Τουρκία ως πρόβλημα στην Ανατολική Μεσόγειο (όπως, για παράδειγμα, η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Ισπανία) επιμένουν στην αδιέξοδη και μάταιη στάση κατευνασμού, ή κρατούν ίσες αποστάσεις (όπως η Γερμανία και οι χώρες «δορυφόροι» της: Ολλανδία, Εσθονία, Φινλανδία, μαζί με την Σουηδία). Από την άλλη, οι χώρες του Βίσεγκραντ (Ουγγαρία, Τσεχία, Σλοβακία και Πολωνία), παρά τον ενδημικό τους συντηρητισμό και τις δήθεν ευαισθησίες τους για τις «δυτικές παραδόσεις», σιωπούν εκκωφαντικά.

Για να συζητήσουμε το ενδεχόμενο μιας Ευρωπαϊκής Συμπολιτείας (ή Κοσμοπολιτείας), τότε τα ευρωπαϊκά έθνη πρέπει να αναζητήσουμε την ετερότητα (altereitas)· οφείλουμε, πρώτα από όλα, να ανακαλύψουμε όχι ποιοί είμαστε, αλλά ποιοί δεν είμαστε. Ο κίνδυνος της ανάδυσης μιας παντοδύναμης δεσποτείας της νέας Οθωμανικής αυτοκρατορίας αναμφισβήτητα αποτελεί ισχυρό παράγοντα, ικανό να ενεργοποιήσει τον συλλογικό νου, να δημιουργήσει ρωγμές στο συλλογικό συνειδητό ώστε να αναδυθούν από το συλλογικό υποσυνείδητο, με τρόπο αυθόρμητο, όλα εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσαν σταδιακά να σφυρηλατήσουν την ταυτότητα της Ευρωπαϊκής Κοσμοπολιτείας. Η κρίση στην Ανατολική Μεσόγειο ενδέχεται όχι μόνο να αλλάξει τις πολιτικές ισορροπίες στην Ευρώπη και την Μέση Ανατολή, αλλά πολύ περισσότερο να μας οδηγήσει σε αναστοχασμό αναφορικά με όσα διακυβεύονται εντός του δυτικού κόσμου. Τα σύνορα της Ελλάδας με την Τουρκία δεν είναι απλά και μόνο τα γεωγραφικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ασίας, αλλά και τα σύνορα μεταξύ χριστιανισμού/εγκοσμιότητας και θεοκρατίας, ή για να το θέσουμε διαφορετικά, τα σύνορα μεταξύ κοινωνιών οι οποίες οφείλουν να αναδείξουν την ανθρωποκεντρικότητά τους έναντι σύγχρονων θεοκρατικών μορφών δεσποτείας. Κάτι τέτοιο, φυσικά, δεν θα πρέπει να μας οδηγεί στην περιφρόνηση για όσους ανθρώπους βρίσκονται στην άλλη πλευρά των δυτικών συνόρων. Αναμφίβολα μια τέτοια αλαζονική στάση θα πρόδιδε τον ίδιο τον ανθρωποκεντρισμό του ελληνο-δυτικού κόσμου. Μήτε, από την άλλη, σημαίνει υποταγή στο όνομα της Πολιτικής Ορθότητας και της ψεύτικης ευαισθησίας του μεταμοντέρνου ανθρωπισμού και στις ορέξεις των ανατολικών δεσποτικών καθεστώτων. Ιδίως της Τουρκίας, που εργαλειοποιεί το μεταναστευτικό με στόχο τη διεκδίκηση οικονομικών κονδυλίων από την Ευρώπη, ή πολύ περισσότερο, το «γκριζάρισμα» περιοχών της Ελλάδας μέσω του συνωστισμού μεταναστών (όπως πάνω κάτω είχε επιχειρήσει στις Κουρδικές περιοχές της Συρίας και του Ιράκ).

Εν τέλει, η ανθρωποκεντρικότητα η οποία αναζητούμε είναι παράγωγο ενός πολιτισμού, ο οποίος ξεκινά με την κλασική αρχαιότητα των ελληνικών πόλεων, εξελίσσεται κατά την Ελληνιστική και Βυζαντινή εποχή, αναδύεται (εν μέρη) μέσα από ρεύματα της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού, και περιστρέφεται γύρω την έννοια του ορίου [5] [6]. Προωθεί μια βελτιόδοξη (και όχι οπτιμιστική ή πεσιμιστική) θέαση για τον άνθρωπο· τον καθιστά ικανό να υπερβαίνει την έμφυτη δεινότητά του μέσω της γνώσης, της ορθοκρισίας αλλά και της πνευματικής εξύψωσης, γνωρίζοντας όμως ότι ποτέ του δεν θα οδηγηθεί σε έναν επίγειο παράδεισο. Η αναγνώριση της αξίας του ανθρώπου, ο λαϊκός οικουμενισμός που μιλά για τον «κοινό πόνο των ανθρώπων», επ ουδενί συνεπάγονται την αθρόα εισροή πληθυσμών σε μία γεωγραφική περιοχή, διαδικασία που ενδέχεται να οδηγήσει σε βίαιες πολιτισμικές τριβές, διαλύοντας την συνοχή των εγχώριων κοινωνιών με οδυνηρές συνέπειες, είτε στην εισαγωγή συστημάτων κοσμοθέασης που έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το ελεύθερο πνεύμα της ανθρωποκεντρικότητας. Ακριβώς αυτό το πνεύμα απειλεί σήμερα ο τουρκικός επεκτατισμός, είτε βάζοντας τους μετανάστες ως ανθρώπινες ασπίδες, είτε χρησιμοποιώντας τα θεωρητικά εργαλεία της δύσης (την Πολιτική Ορθότητα).

Σύντομες αναφορές στα ελληνοτουρκικά ζητήματα

Καταρχάς θα πρέπει να απορρίψουμε ρητά την θέση ότι η πρόσφατη ελληνοτουρκική κρίση είναι σχεδιασμένη, από τα πάνω, απλά και μόνο «για να πουληθούν όπλα», πράγμα που ακούμε συχνά από μαρξιστές κυρίως αναλυτές οι περισσότεροι από τους οποίους έχουν την τάση να ζουν στο μακρινό παρελθόν, να κάνουν αναγωγές και να απλοποιούν τα πάντα γύρω από τον οικονομισμό. Με ευθυμόλογη πλην όμως διαυγή διάθεση μπορούμε να δηλώσουμε ότι, «έχεις τόσες πιθανότητες να εξηγήσεις ικανοποιητικά τον 21ο αιώνα της παγκοσμιοποίησης με μαρξιστικά εργαλεία, όσες να ρυθμίσεις ένα μηχανικό ρολόι Patek Philippe με γκασμά». Σε παρόμοια απλουστευτική γραμμή κινούνται και άλλες φωνές που θεωρούν ότι οι Γάλλοι απλά προκαλούν τους Τούρκους με στόχο «να μας τρομοκρατήσουν» ώστε να προβούμε στην αγορά πολεμικών φρεγατών και μαχητικών Ραφάλ. Αυτή η επιδερμικότητα θυμίζει σενάρια σαν αυτό που περιγράφει την πανδημία ως επινόηση «για να μας πουλήσουν μάσκες, εμβόλια και να μας αφαιρέσουν τα ατομικά δικαιώματα!».

Οι υπεραπλουστεύσεις δίνουν εύκολες, εύπεπτες και γρήγορες απαντήσεις οι οποίες όμως, πέρα από τις περιπτώσεις όπου είναι ξεκάθαρα λανθασμένες, δεν είναι αρκετές να εξηγήσουν έναν πολυπολικό και πολυσύνθετο κόσμο όπως ο σημερινός. Στην πραγματικότητα, σε ό,τι αφορά την ελληνοτουρκική κρίση, η Ελλάδα είναι μια αμυνόμενη χώρα απέναντι σε μια αναθεωρητική, δεσποτική και επεκτατική Τουρκία, η οποία μπολιάζει το πολιτικό Ισλάμ με τον τουρανισμό και τον κεμαλισμό. Από την οθωμανική κατάκτηση της μικράς Ασίας και της Ελλάδας, την πολιορκία της Μάλτας, της Ισπανίας, της Αυστρίας, μέχρι και σήμερα, στο τουρκικό φαντασιακό έχει ριζώσει η ιδέα της ισλαμιστικής επέκτασης με τη σπάθα. Με προπύργιά τους την Ανατολική Θράκη και την Βόρεια Κύπρο οι Τούρκοι ηγέτες διαχρονικά απειλούν να εισβάλλουν και στην υπόλοιπη Κύπρο· να καταλάβουν νησιά του Αιγαίου μέχρι και την Κρήτη. Μια ακόμη αφελής, αναγωγιστική και οικονομίστικη, προσέγγιση λέει ότι: «όλο αυτό γίνεται με αφορμή τα κοιτάσματα». Όμως αυτή η άποψη δεν αντιμετωπίζει τον πυρήνα του προβλήματος που είναι το τουρκικό κατακτητικό φαντασιακό το οποίο έχει μακρά ιστορία και είχε ακριβώς τις ίδιες βλέψεις πολύ πριν ανακαλυφθούν τα κοιτάσματα. Οι Τούρκοι πολιτικοί στους χάρτες της χώρας τους περιλαμβάνουν σχεδόν όλη την Ελλάδα. Ένας ακόμη από τους πολλούς παράγοντες που ενισχύει τις κατακτητικές εμμονές των Τούρκων υπερεθνικιστών είναι η αύξηση του πληθυσμού της χώρας. Όπως είχε αναφέρει ο Κονδύλης[7], η αύξηση του πληθυσμού μιας χώρας την ωθεί να απλωθεί και να επεκταθεί περισσότερο και προς τα έξω, υπερβαίνοντας τα σύνορά της. Όχι μόνο για να αυξήσει το ζωτικό της χώρο και τις οικονομικές της δυνατότητες, αλλά και γιατί θεωρεί ότι πλέον είναι αρκετά μεγάλη, γιατί νομίζει ότι ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να ακολουθήσει το πεπρωμένο της. Ειδικά στην περίπτωση της Τουρκίας, εκτός των άλλων, πρέπει να αντιμετωπίζονται, συνήθως με αίμα – επεκτατισμό και εθνοκαθάρσεις (όπως των Αρμενίων και του ποντιακού ελληνισμού)- οι ποικίλες εσωτερικές τάσεις διάσπασης που διαχρονικά παρουσιάζει αυτό το τραγικά ετερόκλητο μωσαϊκό πληθυσμών. Σήμερα η Τουρκία του Ερντογάν, των σχεδόν 80.000.000 ανθρώπων, είναι μια χώρα της οποίας το νόμισμα καταποντίζεται και πράγματι ένα ορισμένο ποσοστό του πληθυσμού της στρέφεται προς τη δύση ως μετανάστες (κυρίως στη Γερμανία). Ένα άλλο όμως, πολύ σεβαστό ποσοστό Τούρκων, το οποίο φαίνεται να στηρίζει σθεναρά την κυβέρνηση Ερντογάν, έχει πολιτισμικό και θρησκευτικό όραμα, αλλά και κατακτητικές βλέψεις, προς την Ελλάδα, την Κύπρο, τη Βόρεια και Υποσαχάρια Αφρική, και τα Βαλκάνια.

Η συνειδητοποίηση της πραγματικότητας είναι πάντα ο πρώτος και ο πιο καθοριστικός παράγοντας στη λήψη των αποφάσεων, ειδικότερα σε επίπεδο πολυσύνθετων γεωπολιτικών εξελίξεων όπως αυτές που ζούμε σήμερα. Ο μέσος Έλληνας θεωρούμε ότι έχει καταλάβει τις πραγματικές (και συνολικές) βλέψεις του Τούρκου προέδρου, ο οποίος εντάσσει την Ελλάδα και την Κύπρο σε ένα σαφώς ευρύτερο επεκτατικό σχέδιο. Η Γαλλική κοινωνία, από την άλλη, φαίνεται πως έχει αντιληφθεί την απειλή του πολιτικού Ισλάμ, είτε στην πιο πούρα φονταμενταλιστική, είτε στην εθνικολαϊκιστική του μορφή (όπως τη βλέπουμε στην περίπτωση της Τουρκίας) [8]. Τέλος, οι Έλληνες πολίτες με τη στάση τους υποδεικνύουν στις ελληνικές κυβερνήσεις τη βούλησή τους και μετά τα συμβάντα στον Έβρο, στην Λιβύη και γενικότερα στην ΝΑ Μεσόγειο πιστεύουμε ότι έχουν σχηματίσει ξεκάθαρη εικόνα και δεν είναι διατεθειμένοι να διαπραγματευτούν στο ελάχιστο την εθνική κυριαρχία. Απέναντι στο ερντογανικό σχέδιο είναι απαραίτητος ο πραγματισμός και ο ρεαλισμός που επιδιώκει κάθε χρήσιμη και γόνιμη συμμαχία με τη Γαλλία και με άλλες ισχυρές στρατιωτικά χώρες, όπως η Αίγυπτος και το Ισραήλ, ώστε να ανακοπεί η πορεία του νέο-οθωμανισμού και του Ισλαμισμού και να περιφρουρηθούν τα σύνορα της Ελλάδας, τα νοτιοανατολικά σύνορα της Ευρώπης και ολόκληρου του δυτικού κόσμου, εντός του οποίου μπορούμε να αναζητήσουμε σπέρματα ανθρωποκεντρισμού και ελευθερίας. Καταλήγοντας, οι δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες -για να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων/προκλήσεων του 21ου αιώνα- θα πρέπει να αντιληφθούν τους μεγάλους εξωτερικούς κινδύνους και να περιορίσουν το μίσος προς εαυτόν που καλλιεργείται εντός τους εδώ και δεκαετίες.


[1] Επί της ουσίας, το ρεύμα της Πολιτικής Ορθότητας ουδεμία σχέση έχει με τον κλασικό φιλελευθερισμό, αν και αξίζει να ειπωθεί ότι οι φιλελεύθερες κοινωνίες επέτρεψαν να αναδυθεί αυτή η μηδενιστική πολιτική και κοινωνική αντίληψη της Πολιτικής Ορθότητας πάνω σε μια σειρά από ευαίσθητα ζητήματα (όπως ο ρατσισμός και ο αποκλεισμός των γυναικών) η οποία κατ’ επίφαση επικαλείται τον κλασικό φιλελευθερισμό του John Locke, του John-Stuart Mill, της Mary Wollstonecraft και άλλων. Για τον Patrick Deneen, ωστόσο, ο κλασικός φιλελευθερισμός φέρει και αυτός ευθύνη για το μίσος ενάντια στην παράδοση, την οικογένεια και τη θρησκεία, που η Πολιτική Ορθότητα καλλιέργησε. Βλ. Patrick Deneen. Why Liberalism Failed. 2018. New Haven: Yale University Press.

[2] Βλ. Jürgen Habermas, The European nation-state and the pressures of globalization. 1999. New Left Review. 235, σ.46-59. Επιπλέον, του ίδιου, Why Europe needs a Constitution. 2001. New Left Review second series. 11, σσ.5-26.

[3] Βλ. Κορνήλιος Καστοριάδης, Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας. 2010: Κέδρος. Στο έργο αυτό ο Καστοριάδης ασκεί κριτική στον Μαρξισμό, και πάνω από όλα στον τρόπο με τον οποίο οι Μαρξιστές θεωρητικοί αντιλαμβάνονται την κοινωνία και την ιστορία ως προϊόντα πολιτικού (ορθολογικού) σχεδιασμού. Για τον Καστοριάδη, η ιστορία και η κοινωνία δεν υπάγονται σε ορθολογικούς κανόνες. Η θέσμιση μιας κοινωνίας δεν μια διαδικασία αμιγώς ορθολογική (λέγειν και τεύχειν). Ως επί το πλείστον, είναι μαγματική, δηλαδή ακαθόριστη και απρόβλεπτη.

[4] Βλ. Simone Weil. The Need for Roots. Routledge: London and New York. 2002. σ.26,

[5] Βέβαια πρέπει να τονιστεί ότι ο ελληνικός ανθρωποκεντρισμός διαφέρει από τον ευρωπαϊκό ανθρωποκεντρισμό. Η σημερινή Ευρώπη, στο οντολογικό πεδίο, είναι κατά βάση, α) μια ερμηνεία της Καινής Διαθήκης με βασικό εργαλείο το Ρωμαϊκό Δίκαιο (και όχι την Αρχαιοελληνική σκέψη) και β) μια «αυτοκρατορία» που ομοιάζει με αυτή του Καρλομάγνου, δηλαδή μια δεσποτική δομή με ρίζες στον 9ο αιώνα. Μπορεί ο ελληνικός ανθρωποκεντρισμός να είναι διαφορετικός από τον Ευρωπαϊκό (της Εσπερίας), μπορεί (με άλλα λόγια) να είναι ο «πραγματικός ανθρωποκεντρισμός», βελτιόδοξος και ευπρεπής, ωστόσο, στόχος μας δεν είναι να «πετάξουμε» τη δυτική σκέψη στον κάδο της ιστορίας (όπως προτείνει το κίνημα της Πολιτικής Ορθότητας). Ιερή μας επιδίωξη είναι να εμπλουτίσουμε το δυτικό τρόπο σκέψης με το ελληνικό στοιχείο, με αυτό δηλαδή που θεωρούμε ότι απουσιάζει. Η Αναγέννηση, και πολύ περισσότερο ο Διαφωτισμός, αναπαρήγαγαν μονάχα ένα τμήμα του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού ή το έκαναν με τρόπο στρεβλό, όπως αναφέρει ο Καστοριάδης (βλ. Η Ελληνική Ιδιαιτερότητα. Β’ τόμος. 2008. Αθήνα: Κριτική). Έτσι, αντί να διαγράψουμε πλήρως τη φιλελεύθερη παράδοση, καλούμαστε να την αναπτύξουμε, να τη διορθώσουμε, να τη συμπληρώσουμε, κοινώς να την βελτιώσουμε ώστε να καταστεί ικανή να αναδείξει όλα εκείνα τα στοιχεία που μπορούμε να θεωρήσουμε πραγματικά «ελληνικά» δηλαδή «ανθρωποκεντρικά». Αυτό, απαιτεί πρώτα από όλα τη διαφύλαξη της παράδοσης, διότι δεν μπορούμε να βελτιώσουμε κάτι χωρίς να το προστατέψουμε αρχικά. Επομένως, οφείλουμε, τις αναγνώσεις μας στον Kant, στον Δάντη, στον John-Stuart Mill, στον Carl Jung, και σε όλους τους μεγάλους δυτικούς κλασικούς, να τις κάνουμε από ελληνική σκοπιά. Έτσι θα καταφέρουμε να τους εμπλουτίσουμε και να δώσουμε στη Δύση το στοιχείο που λείπει ώστε α) να αποβάλλει στοιχεία πεσσιμισμού και δεσποτισμού και β) να απογαλακτιστεί από την οπτιμιστική ιδεολογία της προόδου ή τους επικίνδυνους μεφιστοφελικούς μηδενισμούς. Σε κάθε περίπτωση, όλα τα παραπάνω απαιτούν και αξίζουν ξεχωριστές αναλύσεις.

[6] Στην συγκεκριμένη περίπτωση αναφερόμαστε αποκλειστικά και μόνο στο ελληνο-δυτικό στοιχείο της ελευθερίας που θεωρούμε ότι οφείλει να αναδειχθεί ως κοινό Ευρωπαϊκό κεκτημένο. Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει ότι ανθρωποκεντρικά στοιχεία δεν υφίστανται σε μή-δυτικούς πολιτισμούς ή ότι θα πρέπει να απορρίψουμε όλα τα μη ελληνο-δυτικά στοιχεία, αλλά ότι προέχει, στη δεδομένη στιγμή, να επικεντρωθούμε στην ανθρωποκεντρικότητα της δικής μας παράδοσής μας, αντί να επιδιώκουμε τη διαγραφή της.

[7] Παναγιώτης Κονδύλης. Θεωρία του Πολέμου. 1988. Αθήνα: Θεμέλιο. σσ.386-7.

[8] Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι οι συνεχόμενες στρατιωτικές επεμβάσεις των Γάλλων σε μουσουλμανικές χώρες δεν όξυναν το πρόβλημα διαχρονικά. Η εκμετάλλευση των χωρών αυτών, που επέβαλαν οι αποικιακές πολιτικές, ήταν μια από τις αιτίες που δημιούργησαν στρατιές εξαθλιωμένων μετακινούμενων εργατών (μεταναστών) για τα Γαλλικά εργοστάσια.