Η Ανατολική Μεσόγειος και ο πολιτικός ρεαλισμός

Benjamin West, The Battle of La Hogue, Destruction of the French fleet, May 22, 1692

Συνδιαμόρφωση κειμένου: Γιώργος Κουτσαντώνης και Μιχάλης Θεοδοσιάδης

Όταν ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ανέβασε στην επίσημη σελίδα του στο Facebook μια δήλωση στήριξης προς την Ελλάδα, και μάλιστα στην ελληνική γλώσσα, πολλοί αισθάνθηκαν ευχαρίστηση και ικανοποίηση. Ο συμβολισμός της υπήρξε υψηλός και ως ένα σημείο επιβεβαίωσε αυτό που εδώ και αρκετό καιρό έχουμε επισημάνει από αυτό το βήμα: τη στροφή της Γαλλίας σε πολιτικές περισσότερο εθνοκεντρικές, που μιλούν για σύνορα, ουσιαστική αντιμετώπιση της ισλαμικής τρομοκρατίας καθώς και για πιο ενεργό ρόλο της Γαλλίας στην παγκόσμια πολιτική σκηνή.

Ο ρόλος της Γαλλίας και η «φιλία» μεταξύ κρατών

Κατ’ αρχάς, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι στις Διεθνείς Σχέσεις, όπως είχε υποστηρίξει ο Hans Morgenthau[1], οι διακρατικές συνεργασίες δεν αποσκοπούν στη συμφιλίωση, αλλά στην ισχύ (power politics), στο γόητρο (prestige) και στην επικράτηση. Ως εκ τούτου, στη μετα-σοβιετική εποχή, εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο ανταγωνισμός δύο μεγάλων συμφερόντων, των Γαλλικών και των Γερμανικών, θα πρέπει να θεωρείται δεδομένος, όσο και αν φαινομενικά μια τέτοια ένωση αυτοπαρουσιάζεται ως «συμμαχία» μεταξύ οικονομιών, ως μια δήθεν κοινή συμπόρευση όπου όλα τα κράτη (υποθετικά) συνεργάζονται αρμονικά για έναν κοινό στόχο. Σε πρώτη φάση, η Γερμανία, αναφορικά με το ζήτημα των Ελληνοτουρκικών διενέξεων, ρέπει προς την ουδετερότητα, κρατώντας ίσες αποστάσεις τόσο απέναντι στην Τουρκία, όσο και στην Ελλάδα. Σε ορισμένες περιπτώσεις η στάση της Μέρκελ, απέναντι στις Τουρκικές προκλήσεις, είναι χλιαρή (ή ακόμη και φιλοτουρκική) και αυτό, ως ένα βαθμό, θα μπορούσαμε να το αποδώσουμε στην πίεση που ασκεί ο Τούρκικος παράγοντας (Τουρκικές επιχειρήσεις εντός της Γερμανίας και Τούρκοι μετανάστες δεύτερης γενιάς), αλλά και οι γερμανικές εξαγωγές στην Τουρκία. Έτσι δεν μας φαίνεται καθόλου παράξενο που η Καγκελάριος προσπαθεί να ισορροπήσει σε δύο βάρκες, την Ελληνική, όπου διακυβεύονται τα συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (και των ίδιων των Γερμανικών ελίτ) και την Τουρκική. Από την άλλη, η στάση του Μακρόν υπέρ την Ελλάδας και της Κύπρου είναι ενδεικτική των προσπαθειών της Γαλλίας να καταστεί πρωταγωνιστής των εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο, ισχυροποιώντας τη θέση της μέσα στην Ευρώπη. Ο στόχος του Μακρόν δεν είναι άλλος παρά η ηγεμονία· επιδιώκει να καλύψει το κενό που δημιουργεί η αποχώρηση της Βρετανίας από την ΕΕ ώστε να καταστήσει τη Γαλλία ατμομηχανή της Ευρώπης έναντι της Γερμανίας. Συνεπώς, δεν θα πρέπει να βλέπουμε τις δηλώσεις του Μακρόν τόσο ως «επίθεση φιλίας», όσο ως μια λογική κίνηση ρεαλισμού προς όφελος του Γαλλικού παράγοντα. Άλλωστε, η ίδια η εμπειρία και τα βιώματα διδάσκουν ότι ουδεμία φιλία υφίσταται στο πλαίσιο των Διεθνών Σχέσεων· στην πραγματικότητα, βασισμένοι στη σχολή του ρεαλισμού, και ιδίως στη σκέψη του Reinhold Niebuhr[2] θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η φιλία είναι ένα ζήτημα που αφορά μόνο τους ανθρώπους ως άτομα και όχι τα σύνολα ή τις συλλογικότητες (οποιουδήποτε είδους).

Ο ρεαλισμός στις Διεθνείς Σχέσεις δεν συνθέτει μια συγκεκριμένη θεωρία, αλλά μια ομάδα θεωριών που έχουν μια κοινή πεποίθηση: είναι αδύνατη κάποια θεμελιώδης και ποιοτική πρόοδος στη διεθνή πολιτική, όπως επίσης είναι αδύνατο να επιτευχθεί μια διαρκής και μόνιμη ειρήνη, όπου η ειρήνη νοείται ως σταθερότητα και τάξη, όχι απλά ως μη πόλεμος. Ο Αυγουστίνος, έναν από τους σημαντικούς ρεαλιστές[3], στο εμβληματικό του έργο Η Πολιτεία του Θεού, υποστηρίζει ότι η επιθυμία του ανθρώπου για ισχύ και εξουσία προκαλεί διχασμούς στην επίγεια Πολιτεία πράγμα που οδηγεί σε πόλεμο. Για τον χριστιανό φιλόσοφο η διαμάχη μεταξύ Κάιν και Άβελ απέδειξε ότι υπάρχει εχθρότητα μεταξύ των δύο πόλεων, της Πολιτείας του Θεού και της Πολιτείας των ανθρώπων. Κατά συνέπεια, υπάρχουν μάχες του κακού εναντίον του καλού, όπως υπάρχουν επίσης μάχες του κακού ενάντια στο καλό και μάχες του καλού κατά του κακού. Αλλά δύο καλά, που και τα δύο τους έχουν πετύχει μια τελειότητα, δεν μπορούν ποτέ να αντιμάχονται μεταξύ τους. Αν, ωστόσο, αυτά οδεύουν προς την τελειότητα, αλλά δεν την έχουν ακόμη επιτύχει, η μάχη μεταξύ τους είναι δυνατή στο βαθμό που κάθε καλός άνθρωπος μπορεί να πολεμήσει τον άλλον μόνο μέσα από εκείνο το κομμάτι του με το οποίο πολεμά επίσης τον ατελή εαυτό του. Παρά την σκληρή πραγματικότητα που χαρακτηρίζεται από συγκρούσεις, ο Αυγουστίνος πίστευε ότι κατά βάθος όλοι επιζητούν την ειρήνη. Ακόμη και οι άνθρωποι που διαταράσσουν την ειρήνη, το κάνουν γιατί θέλουν μια άλλη, διαφορετική ειρήνη, όχι επειδή τη μισούν. Σύμφωνα με τον Waltz[4] η ρεαλιστική προσέγγιση στηρίζει τις θέσεις της από τρεις διαφορετικές σκοπιές: α) την ανθρώπινη φύση, β) την εθνική πολιτική και γ) την δομή του διεθνούς συστήματος. Έτσι οι πόλεμοι ουσιαστικά προκύπτουν από ανθρώπινο εγωισμό, λανθασμένες επιλογές, επιθετικές παρορμήσεις, ή ακόμη και από ηλιθιότητα. Στη δεύτερη περίπτωση είναι τα εθνικά σφάλματα και ελαττώματα που προκαλούν τους πολέμους μεταξύ των κρατών. Τέλος, στο διεθνές σύστημα, που για τον Waltz είναι δομικά άναρχο, δεν υπάρχει ειρήνη και αρμονία.

Στον αντίποδα, στην χώρα μας, επικράτησε το φιλελεύθερο αφήγημα και η κατευναστική στάση με επίκεντρο την Ελληνοτουρκική φιλία. Αυτό το αφήγημα προωθήθηκε έντονα από το εκσυγχρονιστικό μπλοκ, ειδικά κατά την περίοδο 2000 με 2010, δημιουργώντας μια μεγάλη ψευδαίσθηση. Όπως προαναφέραμε, ακόμα και στις συνεργασίες μεταξύ καθαρά φιλελεύθερων κρατών -όπως π.χ. μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας- αυτό που υπερισχύει δεν είναι η φιλία, αλλά η τάση για επικράτηση. Πολύ δε περισσότερο οι διακρατικές σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας, με τη δεύτερη να βαδίζει ολοταχώς προς τη μετατροπή της σε Ισλαμικό σουλτανάτο, ήταν και θα είναι σαφώς ανταγωνιστικές. Ωστόσο, αυτό το αξίωμα δεν συνεπάγεται αναδίπλωση στον πεσιμιστικό εθνικισμό και αποδοχή κάποιου είδους εθνικής περιχαράκωσης. Η ίδια η προσέγγιση του Niebhur, που μας καλεί να απορρίψουμε την αόριστη επίκληση της «φιλίας» μεταξύ κρατών, ταυτόχρονα μας ωθεί να επαναπροσεγγίσουμε την έννοια της Ελληνοτουρκικής φιλίας θέτοντάς την στο ατομικό επίπεδο (όπως προαναφέραμε). Μόνο μεταξύ ατόμων μπορούν να ευδοκιμήσουν συναισθηματικοί δεσμοί, εγκάρδιες σχέσεις και κάθε είδους καλή επικοινωνία. Όπως άλλωστε το είχε θέσει η Simone Weil[5], μια συλλογικότητα (σε αντίθεση με το άτομο ως αδιαίρετη μονάδα) δεν έχει νου ή γλώσσα, και συνεπώς δεν είναι ικανή να δράσει και να σκεφτεί από μόνη της. Αντίθετα, όπως έχει ειπωθεί σε παλαιότερη ανάρτηση, μια συλλογικότητα -της οποίας την ύπαρξη κρίνουμε αναγκαία – ενδέχεται να μετατραπεί σε φορέα εξυπηρέτησης εγωιστικών παθών, να καταστεί νεκρό είδωλο που θα ικανοποιεί ναρκισσιστικές επιδιώξεις. Αυτό συναντάμε στην περίπτωση της Τουρκίας του Ταγίπ Ερντογάν, του οποίου οι νεο-Οθωμανικές πολιτικές εξυπηρετούν, με ακραία δημαγωγικό τρόπο, τα κατώτερα πάθη, με πρώτο και καλύτερο το συλλογικό πάθος για κατάκτηση και κυριαρχία. Μόνο οι άνθρωποι ως άτομα (σαφώς εκ-κοινωνισμένα, και όχι απομονωμένα από την ίδια τους τη συλλογικότητα) μπορούν να αφομοιώσουν τα πιο αγνά στοιχεία της λαϊκής και εθνικής τους παράδοσης και, ταυτόχρονα, να τα χρησιμοποιήσουν ως γέφυρες επικοινωνίας με ανθρώπους άλλων πολιτισμών, προωθώντας έτσι αυτό που έχουμε αποκαλέσει «λαϊκό οικουμενισμό».

Επιστρέφοντας στην περίπτωση της Γαλλίας, δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι αυτή υπήρξε πάντα σφοδρός πολέμιος του Ισλαμισμού, τον οποίο θα έκανε τα πάντα να τον ανακόψει στη Λιβύη, παρεμποδίζοντας (με σύμμαχο την ισχυρή Αίγυπτο) τα σχέδια του Τουρκικού επεκτατισμού να στηρίξει δυνάμεις που ακραία Ισλαμιστικά στοιχεία υποκινούν. Δεν είναι η πρώτη φορά που πολιτικό πρόσωπο της Γαλλίας σχολιάζει αρνητικά τον ρόλο της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή. Έτσι οι δηλώσεις του Μακρόν δεν θα πρέπει να μας δημιουργούν έκπληξη. Πολύ περισσότερο, δεν πρέπει να τις ταυτίζουμε και με την έμπρακτη στρατιωτική υποστήριξη σε μια πιθανή πολεμική σύρραξη ή θερμό επεισόδιο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Αυτό είναι περισσότερο ένας ευσεβής πόθος και λιγότερο μια άμεση και πραγματιστική πιθανότητα. Αν κάποια στιγμή στο μέλλον η Γαλλία αποφασίσει να εμπλακεί στρατιωτικά και να συνδράμει την αμυνόμενη χώρα μας, δεν θα το πράξει δίχως ανταλλάγματα, τα οποία, στη συγκεκριμένη συγκυρία, δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ακριβώς. Η προώθηση των συμφερόντων της γαλλικής πετρελαϊκής TOTAL (που ήδη δραστηριοποιείται στην κυπριακή ΑΟΖ σε κοινοπραξία με την ιταλική ΕΝΙ) καθώς και η αγορά των γαλλικών φρεγατών FDI/Belh@rra από το ελληνικό ΠΝ, είναι δύο ζητήματα υψηλής στρατηγικής αξίας που η Ελλάδα θα πρέπει να σταθμίσει, παράλληλα με άλλες καίριες αποφάσεις (όπως η επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης της Ελλάδας στα 12 ναυτικά μίλια και η στήριξη μεγάλων επενδύσεων προστιθέμενης οικονομικής και γεωπολιτικής αξίας για τη χώρα).

Σε κάθε περίπτωση, είναι πλέον βέβαιο ότι η εποχή όπου οι κινήσεις των πολιτικών πρωταγωνιστών, και των κρατών εν γένει, μπορούσαν ως ένα σημείο να «προβλεφθούν» έχει παρέλθει οριστικά – σήμερα ο κόσμος είναι πλέον πολυπολικός και νέοι πρωταγωνιστές έρχονται στο προσκήνιο. Μπορούμε, ωστόσο, να σημειώσουμε ότι η Ανατολική Μεσόγειος βαδίζει προς μια ιδιαίτερα κρίσιμη τριετία με όλα τα σενάρια να είναι ανοιχτά. Στο διάστημα αυτό μια λελογισμένη πολιτική προσέγγιση δεν θα πρέπει να επιμένει στη φιλελεύθερη αυταπάτη, ότι δηλαδή οι Διεθνείς Σχέσεις μπορούν να βασιστούν στη φιλία και τη αρμονική συνεργασία των κρατών και όχι κυρίως στην ισχύ και την υπεροχή. Η Ελλάδα, αν χρειαστεί, θα πρέπει να βασιστεί άμεσα στις δικές τις δυνάμεις – στην διπλωματική και στρατιωτική αποφασιστικότητά της – αποδεικνύοντας στην πράξη την ετοιμότητα και την αξιοπιστία της. Ούτε μια ενδεχόμενη φιλελευθεροποίηση της Τουρκίας, τουλάχιστον σε κυβερνητικό επίπεδο, σε βάθος πενταετίας, θα μπορούσε να μας υποσχεθεί την ειρήνη στην περιοχή και την αποκλιμάκωση στην Ανατολική Μεσόγειο. Αξίζει να σταθούμε περισσότερο στο ζήτημα της τουρκικής φιλελευθεροποίησης.

Η Τουρκία ως φιλελεύθερο κράτος;

[…] Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι από δεκαετίες ο Ελληνισμός βρίσκεται σε διαδικασία γεωπολιτικής συρρίκνωσης και γνωρίζουμε από τώρα με βεβαιότητα ότι μία τουλάχιστον συνιστώσα της συρρίκνωσης αυτής θα προεκταθεί περίπου ευθύγραμμα: η δημογραφική. Αυτό δεν μπορεί να μην έχει ορισμένες συνέπειες, όταν… η Τουρκία θα αριθμεί δεκαπλάσιους κατοίκους από την Ελλάδα […] Δεν είμαι «εθνικιστής», και δεν θα στενοχωριόμουν καθόλου αν με τη συναίνεση όλων καταλύονταν τα εθνικά σύνορα και οι εθνικοί στρατοί. Όμως είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα η κατάργηση ενός εθνικού κράτους μαζί με όλα τα άλλα και η διάλυση ή ο ακρωτηριασμός του γιατί ένα γειτονικό κράτος είναι ισχυρότερο και επιθετικότερο.[6](Π. Κονδύλης)

Όπως έχει αναφέρει ο Morgenthau[7], οι Διεθνείς Σχέσεις δεν καθορίζονται από νόμους και κανόνες, όπως για παράδειγμα το Διεθνές Δίκαιο (ΔΔ), το οποίο, συχνά πυκνά, επικαλείται τόσο η Ελληνική πλευρά, κατά των προκλήσεων της Τουρκίας, όσο και η Τουρκική κυβέρνηση. Για τον ίδιο, οι Διεθνείς Σχέσεις έχουν τους δικούς τους νόμους, με άλλα λόγια, αναπτύσσουν δυναμικές οι οποίες υπερβαίνουν τους διεθνείς κανόνες που υποτίθεται προστατεύουν την αρμονική συνύπαρξη των κρατών. Οι δυναμικές αυτές είναι αποτέλεσμα της έμφυτης τάσης του ανθρώπινου εγωισμού να κυριαρχεί δίχως ηθικό μέτρο, μια τάση που δεν εκφράζεται πάντα σε επίπεδο ατόμων, μεταξύ δηλαδή δύο ανθρώπων που ανταγωνίζονται, είτε με στόχο την αύξηση των οικονομικών τους κερδών ή του προσωπικού τους γοήτρου, αλλά και μεταξύ ομάδων, οι οποίες αντιλαμβάνονται τη συλλογικότητα στην οποία ανήκουν ως επέκταση του ίδιου τους του «εγώ». Ασφαλώς, αυτός  ο ισχυρισμός δεν έχει στόχο να αναιρέσει πλήρως τη φιλελεύθερη ιδέα (που αρχικός της υποστηρικτής ήταν ο ίδιος ο Kant) περί αναγκαιότητας ύπαρξης κάποιων αρχών τις οποίες θα πρέπει να σέβονται όλα τα κράτη, ώστε να περιορίζονται οι πιθανότητες συγκρούσεων και παραβίασης της εθνικής κυριαρχίας των ανίσχυρων[8]. Ωστόσο, ο κλασικός ρεαλισμός μας καλεί να αναγνωρίσουμε ότι όλοι αυτοί οι κανόνες στην πράξη είναι δευτερεύουσας σημασίας, γιατί στην πραγματικότητα, το ΔΔ δεν είναι σε θέση να ελέγξει πάντα τις δυναμικές εκείνες που από τη φύση τους αναπτύσσουν οι Διεθνείς Σχέσεις, δηλαδή την ηγεμονία του ισχυρού σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Πολύ περισσότερο, το ΔΔ πολλές φορές μεθερμηνεύεται ανάλογα με τα ιδιαίτερα συμφέροντα του κάθε κράτους, δηλαδή σε συνάρτηση με το πώς θα μπορέσει αυτό να κυριαρχήσει.

Αν οι Διεθνείς Σχέσεις καθορίζονται από νόμους (την τάση των ισχυρών κρατών να επιβάλλονται) οι οποίοι υπερβαίνουν τους ανθρώπινους κανόνες -που υποτίθεται διαμορφώνουν ένα νομικό πλαίσιο ικανό να προωθεί την καλή διακρατική συμπεριφορά και την ειρηνική συνεργασία- τότε το αξίωμα αυτό μας οδηγεί στο εξής συμπέρασμα: μια πιθανή ήττα του Ερντογάν στις επόμενες εκλογές, από τον φιλελεύθερο Εκρέμ Ιμάμογλου, ελάχιστα θα άλλαζε τις ισορροπίες στην ανατολική μεσόγειο. Ο ρόλος που καλείται να παίξει η Τουρκία στην περιοχή είναι ήδη προδιαγεγραμμένος, η Τουρκία πλέον αποτελεί ένα «τραγικό» κράτος (με την αριστοτελική έννοια του όρου). Πιο συγκεκριμένα, με βάση τον Αριστοτέλη[9], τραγικοί είναι οι ήρωες μιας θεατρικής παράστασης ακριβώς επειδή δεν έχουν καμία δυνατότητα να επέμβουν στο σενάριο που καλούνται να παίξουν, ενώ αυτό έχει ήδη γραφτεί, ανεξάρτητα με το αν συμφωνούν ή διαφωνούν με αυτό. Παρομοίως, ο Ιμάμογλου μπορεί να αυτοπροβάλλεται ως θιασώτης της θρησκευτικής ανεκτικότητας, της συνεργασίας των χωρών και (κυρίως) της εγκοσμιότητας, ωστόσο στην περίπτωση που αποφασίσει να επενδύσει σε πολιτικές αποκλιμάκωσης ρίχνοντας γέφυρες φιλίας, τότε θα θέσει σε κίνδυνο την ευημερία (ίσως και την ίδια την ύπαρξη) της Τουρκίας. H Τουρκία με τη στάση της, ειδικά μετά την απόπειρα πραξικοπήματος που σχεδόν εξαφάνισε κάθε αντιπολιτευτική δύναμη, βρίσκεται μπροστά σε ένα μονόδρομο: ή να παίξει, σε πολλά μέτωπα, με βάση τους κανόνες του διεθνούς ανταγωνισμού, επιδιώκοντας την ηγεμονία και τον επεκτατισμό, κάτι που συνεπάγεται περαιτέρω συνέχιση των ίδιων πολιτικών έντασης στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και της Αφρικής μέχρι την τελική σύγκρουση (είτε οι μελλοντικοί της ηγέτες το επιθυμούν, είτε όχι), ή να βρεθεί αντιμέτωπη με τον, καθόλα υπαρκτό, κίνδυνο να μετατραπεί σε παρίας της μεσογείου, σ’ένα αδύναμο και πειθήνιο πιόνι στα χέρια των Γάλλων και των Αμερικανών. Μάλιστα η φιλελευθεροποίηση της Τουρκίας θα μπορούσε να πυροδοτήσει εσωτερικές αντιδράσεις. Πιο συγκεκριμένα, ο φιλελεύθερος Ιμάμογλου ίσως γινόταν ιδιαίτερα δημοφιλής στις περιοχές της δυτικής Τουρκίας, ωστόσο, με τον Ισλαμικό φανατισμό να κερδίζει έδαφος στη βαθιά Τουρκία, μια πιθανή εσωτερική σύγκρουση δεν φαντάζει καθόλου απίθανη. Δεν μπορούμε να ελπίζουμε ούτε σε μια εξωτερική παρέμβαση με στόχο να καταστείλει το Ισλαμιστικό στοιχείο, που θα βοηθούσε του φιλελεύθερους να ανέβουν στην εξουσία με πρόσχημα τη στροφή προς το κράτος δικαίου· αν μη τι άλλο, η κρατική καταστολή που θα απαιτηθεί προκειμένου να ανακοπεί η άνοδος του Ισλαμισμού και του νεο-Οθωμανισμού, θα δημιουργήσει πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες εντός των οποίων δεν θα μπορέσει να στεριώσει ένα κράτος δικαίου. Συνεπώς, μια εξωτερική παρέμβαση ενδέχεται να θάψει οριστικά το ίδιο το φιλελεύθερο όραμα των δυτικών Τούρκων· επιπλέον, θα εξαγρίωνε τους Ισλαμιστές, οι οποίοι εν μέσω θρησκευτικού παροξυσμού δεν θα έχουν άλλη επιλογή από το να αυτοπαρουσιάζονται ως θύματα του δυτικού ιμπεριαλισμού, συσπειρώνοντας και άλλα ισλαμιστικά ρεύματα στο πλευρό τους. Αν μέσα σε όλα συμπεριλάβουμε και τις τάσεις απόσχισης των Κούρδων της νοτιοανατολικής Τουρκίας, τότε το σενάριο φιλελευθεροποίησης της Τουρκίας φαντάζει καταστροφικό για την ύπαρξη του ίδιου του Τουρκικού κράτους. Επιπροσθέτως, ουδέποτε το Κεμαλικό Κόμμα (του οποίου επιθυμεί να ηγηθεί ο Ιμάμογλου) έχει διακριθεί για τις φιλελληνικές του θέσεις και σε αυτό πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι. Έτσι, αν υποθέσουμε ότι η φιλελεύθερη προσέγγιση – βάσει της οποίας τα έθνη που βασίζονται στο κράτος δικαίου και την διεθνή νομιμότητα δεν συγκρούονται μεταξύ τους στρατιωτικά – είναι ορθή, μια Τουρκία με έναν Ιμάμογλου στο τιμόνι δεν θα αρκούσε ώστε να αλλάξει ριζικά το τοπίο, όχι μόνο λόγω των εσωτερικών δυσκολιών που καλείται να αντιμετωπίσει το Τουρκικό κράτος, αλλά πολύ περισσότερο λόγω των μεγάλων πιέσεων, προς τον ίδιο τον Ιμάμογλου, από τα πιο ακραία Κεμαλικά/εθνικιστικά στοιχεία[10].

Αντί επιλόγου

Για την ανάλυσή μας, πάνω στα ελληνοτουρκικά, ανατρέξαμε στον προφητικό λόγου του Παναγιώτη Κονδύλη[11], ενώ αναφερθήκαμε σε δυο εμβληματικές μορφές της κλασικής σκέψης στο πεδίο του πολιτικού ρεαλισμού, τον Αυγουστίνο και τον Morgenthau. Αν και οι δυο τελευταίοι εστίασαν στη φύση του ανθρώπου, τα συμπεράσματά τους υπήρξαν αρκετά διαφορετικά. Για τον Αυγουστίνο ο άνθρωπος – που μπορεί να είναι εντελώς αμαρτωλός ή μερικώς καλός, ή εν μέρει κακός- μπορεί με προσπάθεια να βελτιωθεί. Αντιθέτως για τον Morgenthau, αν και μοιράζεται τον σκεπτικισμό του Αυγουστίνου περί κακής ανθρώπινης φύσης και έμφυτου εγωισμού, αδιαφορεί (κατά βάση) για το ενδεχόμενο κάποιας βελτίωσης του ανθρώπου και στοχεύει περισσότερο στα αντίμετρα και στα αντίβαρα που θα μπορούσαν να αποτρέψουν τον άνθρωπο από το να αναπτύξει τα αρνητικά του στοιχεία. Καταλήγοντας, το ουσιαστικό πρόβλημα της Τουρκίας του 21ου αιώνα, όπως προαναφέραμε, είναι η τραγικότητα της θέσης της. Από τη μια πρέπει να εξηγεί και να δικαιολογεί (στο εσωτερικό της κυρίως) ότι η κοστοβόρα κι επεκτατική στάση της είναι σωστή και ότι αν προκύψει ένας πόλεμος, με την Ελλάδα ή άλλη χώρα, αυτός θα είναι καί ωφέλιμος καί ηθικός καί δίκαιος (στα πλαίσια ενός νέου οθωμανικού ιδεώδους -Σουνιτικού Ισλάμ). Από την άλλη ο φιλόδοξος και συνάμα τραγικός Ερντογάν γνωρίζει πολύ καλά ότι αυτό το μωσαϊκό εθνοτήτων και μειονοτήτων που καλείται να διαχειριστεί εντός της επικράτειάς του – παλαιότερα με Τουρκισμό (Κεμαλισμό) και τώρα με αυταρχισμό και Οθωμανισμό – απαιτεί διαχρονικά υψηλούς φόρους αίματος για να διατηρείται μια, έστω φαινομενική, εθνική ομοιογένεια που θα μεταθέτει στο μέλλον τον διαμελισμό της Τουρκίας.


[1] Βλ. Hans Morgenthau, Politics Among Nations and The Struggle for Power and Peace. 1948. New York: Alfred A. Knopf.

[2] Reinhold Niebuhr. Moral Man Immoral Society. 1960. New York: Charles Scribner’s Sons. (σ.23-51).

[3] Reinhold Niebuhr. Augustine’s Political Realism. 1953. Στο βιβλίο: Essential Reinhold Niebuhr, Selected Essays and Addresses, ed. Robert McAfee Brown, 123-141. New Haven and London: Yale University Press.

[4] Kenneth Neal Waltz. Theory of International Politics, 1979. McGraw-Hill.

[5] Simone Weil, On The Abolition of All Political Parties. 2013. New York: New York Review of Books (σ.20).

[6] Π. Κονδύλης, Απαντήσεις σε δέκα ερωτήματα του Σπύρου Κουτρούλη, στο Π. Κονδύλης, Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1998, σ.. 142 και σσ. 143-144.). Για περισσότερα: Γιώργος Καραμπελιάς, Όταν ο Κονδύλης έγραφε για τα ελληνοτουρκικά, Άρδην Ρήξη.

[7] Reinhold Niebuhr. Moral Man Immoral Society.. (σ.4 και σ.64).

[8] Βλ. Immanuel Kant, Political Writings. Cambridge: Cambridge University Press. (κεφάλαιο Towards Perpetual Peace, σσ.93-177)

[9] Αριστοτέλης, Ποιητική. 2008. Αθήνα: Εκδόσεις Ζήτρος.

[10] Βλ. Stefan Ihrig, Ataturk in the Nazi Imagination, 2014. Harvard University Press.

[11] Βλ. Π. Κονδύλης, Θεωρία του Πολέμου, Θεμέλιο, 1997.